Φιλοσοφίας εγκώμιον

178

Για τις φωτεινές δυνάμεις της φιλοσοφίας και την αξία του φιλοσοφικού στοχασμού, γράφει ο Δημήτρης Ψαλλίδας

Ποιο είναι το νόημα της ύπαρξης; Ποια η ουσία του πράγματος; Ποιες οι δυνάμεις που το σφετερίζονται; Ο φιλόσοφος θέτει τα μεγάλα ερωτήματα. Όπως γράφει ο Gilles Deleuze: «Ο φιλόσοφος ως φιλόσοφος είναι συμπτωματολόγος, τυπολόγος, γενεαλόγος». Αντικαθιστά το ερώτημα τι με το ερώτημα ποιος. Ο φιλόσοφος έχει τη δύναμη να θέτει τα ερωτήματα και το σθένος να μην προκαταβάλει τις απαντήσεις. Κριτικός προς τις ίδιες του τις μεθόδους εκλεπτύνει συνεχώς τα εργαλεία του, ανακαλύπτει νέα εδάφη, επινοεί νέες, πρωτόγνωρες δυνατότητες. «Η φιλοσοφία είναι η τέχνη να σχηματίζεις, να επινοείς και να κατασκευάζεις έννοιες». Ο φιλόσοφος ωθεί τη σκέψη στα άκρα αυτού που μπορεί να κάνει. « Ο φίλος της σοφίας θέλει να υπερβαίνει η ίδια τον εαυτό της και να την υπερβαίνουν. Είναι βέβαιο ότι ο λαός δεν απατάται πάντα. Προαισθάνεται την ουσία του φιλοσόφου, την αντι – σοφία του, τον ανηθικισμό του, την αντίληψή του περί φιλίας. Ταπεινοφροσύνη, φτώχεια, αγνότητα, ας μαντέψουμε το νόημα που παίρνουν αυτές οι συνετές και ασκητικές αρετές, όταν ανακτώνται από τη φιλοσοφία ως νέα δύναμη».

 Ο φιλόσοφος ως ταπεινόφρων προκρίνει το ακούειν.  Μέσα από τη δύναμη της σκέψης του ωθεί τη ζωή σε καινούρια μονοπάτια, στην ενεργητικότητα και την κατάφαση. Ο Nietzsche το γνώριζε καλά αυτό: «Υπάρχουν ζωές όπου οι δυσκολίες αγγίζουν το θαύμα. Είναι οι ζωές των στοχαστών. Και πρέπει να αφουγκραζόμαστε ότι μας αφηγούνται σχετικά με αυτούς, διότι ανακαλύπτουμε δυνατότητες ζωής, των οποίων και μόνη η αφήγηση μας δίνει χαρά και δύναμη και φωτίζει τη ζωή των επιγόνων τους. Υπάρχει εδώ τόση επινόηση, τόσος στοχασμός, τόση τόλμη, τόση απελπισία και τόση ελπίδα όσο στα ταξίδια των μεγάλων θαλασσοπόρων. Και για να πούμε την αλήθεια, είναι κι αυτά ταξίδια εξερεύνησης στις πιο απόμακρες και στις πιο επικίνδυνες περιοχές της ζωής[…]. Το ένστικτο που τείνει προς τη γνώση είναι υποχρεωμένο να εγκαταλείπει αδιάκοπα το έδαφος στο οποίο ο άνθρωπος έχει συνηθίσει να ζει και να ρίχνεται στη σφαίρα του αβέβαιου».

grecobooks-1

«Δεν πρέπει να προσποιούμαστε ότι φιλοσοφούμε αλλά να φιλοσοφούμε πραγματικά. Γιατί αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι όψη υγείας αλλά πραγματική υγεία», αποφαίνεται ο Επίκουρος. Τί είναι όμως ο στοχασμός; Που εδράζεται άραγε η βαθιά φιλοσοφική σκέψη; Τι είναι αυτό που αποκαλούμε φιλοσοφία; Είναι μήπως ο τρόπος για να ανακαλύψουμε το νόημα της ύπαρξης; Να γνωρίσουμε γιατί υπάρχει το όν και όχι το τίποτα; Να διακρίνουμε το αιώνιο από το πεπερασμένο; Το αληθές από το ψευδές; Το καλό από το κακό; Το δίκαιο από το άδικο; Αποτελεί τον τρόπο και το εργαλείο για να διαυγάσουμε τη σκέψη από την πλάνη; « Όσο περισσότερο ήθελε κανείς ν ’αγγίξει το πρόβλημα – διερωτώμενος πώς θα μπορούσε ποτέ (έστω και δια της πτώσης) από το άπειρο να γεννηθεί το πεπερασμένο, από το αιώνιο το πρόσκαιρο, από το δίκαιο, το άδικο -, τόσο βάθαινε η νύχτα».

Απηχώντας μια νιτσεϊκή ιδέα ο Martin Heidegger θα γράψει στο έργο του Einführung in die Metaphysik: «Κάθε ουσιαστικό πρόβλημα της φιλοσοφίας παραμένει αναγκαία ανεπίκαιρο. Και αυτό, επειδή η φιλοσοφία βρίσκεται πολύ πιο μπροστά από το εκάστοτε παρόν της ή επειδή συνδέει το παρόν με αυτό που αυτή ήταν πριν, με αυτό που ήταν ἀρχῆθεν. Η φιλοσοφία παραμένει πάντοτε μια γνώση, που όχι μόνο δεν αφήνεται να γίνει επίκαιρη αλλά αντίθετα επιβάλλει το μέτρο της πάνω στην εποχή της. Η φιλοσοφία είναι ουσιαστικά ανεπίκαιρη, επειδή ανήκει σε εκείνα τα σπάνια πράγματα, που μοίρα τους είναι να μην μπορούν να βρουν άμεση απήχηση στο εκάστοτε σήμερα, αλλά ούτε και επιτρέπεται να τη βρουν. Όταν φαίνεται να συμβαίνει κάτι τέτοιο, όταν μια φιλοσοφία γίνεται της μόδας, τότε είτε δεν πρόκειται για πραγματική φιλοσοφία είτε αυτή παρανοείται και χρησιμοποιείται σε οποιεσδήποτε, ξένες προς τους σκοπούς της καθημερινές ανάγκες[…]. Ποτέ η φιλοσοφία δεν μπορεί να παράσχει άμεσα τις δυνάμεις και  να δημιουργήσει τους τρόπους πραγμάτωσης και τις συνθήκες που επιφέρουν μια ιστορική μεταβολή, για τον απλό λόγο, ότι ενδιαφέρει άμεσα μόνο λίγους». Τί σημαίνει όμως το να φιλοσοφούμε; Ποιος ο υπαρκτός τρόπος συνάντησης με τη φιλοσοφία; «Διότι παραμένει κάτι αδιευκρίνιστο με τη μορφή μιας αντερώτησης: αν εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα με αυτήν, μήπως στο τέλος η φιλοσοφία μπορεί να κάνει κάτι μ’ εμάς, με την προϋπόθεση ότι θα της δοθούμε;[…]. Ο Nietzsche είπε κάποτε: «Ένας φιλόσοφος είναι ο άνθρωπος που συνεχώς ζει, βλέπει, ακούει, υποψιάζεται, ελπίζει, ονειρεύεται πράγματα ασυνήθιστα…». Φιλοσοφώ σημαίνει ρωτώ για τα α-συνήθιστα». Άρα ίσως χρειάζεται να εκκινήσουμε από μια μετατόπιση του ερωτήματος και αντί για τι είναι η φιλοσοφία, να ρωτήσουμε ποιος είναι ο φιλόσοφος; Ποια τα χαρακτηριστικά που τον διακρίνουν;

grecobooks-1

Ο φιλόσοφος είναι αυτός που έχει την ικανότητα να ρωτά. Αυτός που δεν αρκείται στο θέαμα του κόσμου και στη βολή που μπορεί αυτό να προσφέρει. Αυτός που δεν υποτάσσεται και δεν υπακούει, αλλά διατάζει και δημιουργεί. Όπως διαβάζουμε στον Lev Chestov: «Οι Έλληνες ένιωθαν ότι η υποταγή, η υπάκουη αποδοχή όλων όσα παρουσιάζονται, αποκρύπτει από τον άνθρωπο το αληθινό είναι. Για να φτάσουμε στην αληθινή πραγματικότητα πρέπει να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας ως κυρίους του κόσμου, πρέπει να μάθουμε να διατάζουμε και να δημιουργούμε[…]. Εκεί όπου λείπει ο αποχρών λόγος και όπου, όπως πιστεύουμε, σταματά κάθε δυνατότητα του σκέπτεσθαι, εκείνοι έβλεπαν την αφετηρία της μεταφυσικής αλήθειας». Ο φιλόσοφος λοιπόν είναι αυτός που καταστρέφει τις παλιές αξίες για να δημιουργήσει νέες. Είναι αυτός που κάνει τέχνη το να αφουγκράζεται, που ακούει προτού εκφραστεί. Αυτός ο οποίος βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση, ένας πλάνητας, ο οποίος αμφισβητεί ακόμα και την ίδια του τη σκέψη, κυρίως αυτή. «Μπορεί ο φιλόσοφος να κατοικεί σε διάφορα Κράτη, να συχνάζει σε διάφορους κύκλους, αλλά υπάρχει σαν ερημίτης, σαν σκιά , ταξιδευτής, ένοικος επιπλωμένων δωματίων[…]. Διότι, όπου κι αν πηγαίνει, το μόνο που ζητάει, το μόνο που αξιώνει, με μεγαλύτερες ή μικρότερες πιθανότητες επιτυχίας, είναι να τον ανέχονται, τον ίδιο και τους ασυνήθιστους σκοπούς του. Και από αυτή την ανοχή κρίνει το βαθμό δημοκρατίας, το βαθμό αλήθειας που μια κοινωνία μπορεί να αντέξει ή αντίθετα τον κίνδυνο που απειλεί όλους τους ανθρώπους». Ο φιλόσοφος – στοχαστής γίνεται έτσι το βαρόμετρο , που θέτει σε δοκιμασία τόσο τις κοινωνίες, όσο και τις ζωές. Ανακαλύπτει ξανά τις έννοιες του νοήματος και της αξίας και τις θέτει στην υπηρεσία της ζωής, ενάντια στις δυνάμεις του αρνητικού που δηλητηριάζουν και υποβαθμίζουν τη ζωή, που την καθιστούν καρικατούρα και αντικείμενο χλευασμού και λύπης. Ο ίδιος γίνεται μάρτυρας του θετικού και της καταφατικής προσέγγισης μιας ζωής, που μετασχηματίζεται, ώστε να αξίζει να τη ζει κανείς. Κατά συνέπεια «αισθάνεται κανείς ντροπή, όταν επιτίθεται στο φιλόσοφο, διότι επιτίθεται σε ένα ταπεινό, φτωχό και αγνό περίβλημα. Γεγονός που δεκαπλασιάζει την ανίσχυρη οργή. Και ο φιλόσοφος δεν προσφέρει καμία λαβή και ας δέχεται όλα τα χτυπήματα».  

Σαφέστατη και πασιφανής παρουσιάζεται τόσο η παραχάραξη όσο και η κατάχρηση της έννοιας της φιλοσοφίας, σε εποχές άκρας ταχύτητας και έλλειψης υπομονής, που προκρίνουν το χαμερπές και εξιδανικεύουν τον εύκολο και χωρίς κόπο και προσπάθεια τρόπο στη θέαση του Είναι και του κόσμου. Λαϊκοί τροβαδούροι, εκλεπτυσμένοι τηλεμάγειρες, λειτουργικά αναλφάβητοι πολιτικάντηδες  και χάσκοντες προπονητές λαοφιλών αθλημάτων επικαλούνται και προκρίνουν ευθαρσώς τη δική τους «φιλοσοφία». Ο υψηλός και απελευθερωτικός στοχασμός εξισώνεται με τις χυδαίες  πρακτικές μιας παρηκμασμένης καθημερινότητας, που επιδιώκει να συμπαρασύρει στο βόρβορο, οτιδήποτε διαχωρίζεται και διαφοροποιείται από αυτή τη δικτατορία της μετριότητας. Εδώ η συνεχής επίκληση της φιλοσοφίας προκαλεί τον εκμηδενισμό της, την εξαφάνισή της και τον ενταφιασμό της όχι πλέον κάτω από «τη σκιά των καιρών και το λούστρο των σχολιασμών», αλλά κάτω από τις στάχτες ενός κίβδηλου, εξισωτικού και μίζερου τρόπου προσέγγισης της ύπαρξης. Από τα παραπάνω κρίνεται λοιπόν απαραίτητο να διευκρινιστεί η στόχευση του φιλοσόφου, η οποία οδηγεί στα κριτήρια του φιλοσοφικού στοχασμού και περιχαρακώνει τα όριά που ορίζουν και καθορίζουν την ποιότητα και τη βαρύτητά του. Ποιος μπορεί να επικαλείται τη φιλοσοφία χωρίς να υπερβαίνει το μέτρο και χωρίς να απαξιώνει τον ίδιο τον όρο;  Το τι αντικαθίσταται για άλλη μια φορά από το ποιος.

Αλλά ποιος είναι ικανότερος να περιγράψει το φιλόσοφο από ότι ο ίδιος ο φιλόσοφος; Ποιος εμφανίζεται ικανότερος από τον Gilles Deleuze όταν εξετάζει τη φιλοσοφία του Nietzsche; Εδώ ο στοχασμός ανατέμνει την ίδια τη φιλοσοφία στα υψηλότερα όριά της και διανοίγει νέους ορίζοντες και καινούριες φωτεινές προοπτικές. Ο στοχαστής οφείλει πρωτίστως να ξεκαθαρίσει τη θέση του όσον αφορά τη νευραλγική έννοια της αλήθειας: «Δεν υπάρχει αλήθεια, που πριν να είναι μια αλήθεια, να μην είναι η πραγμάτωση ενός νοήματος ή η πραγμάτωση μιας αξίας. Η αλήθεια ως έννοια είναι εντελώς απροσδιόριστη. Όλα εξαρτώνται από την αξία και το νόημα αυτού που σκεφτόμαστε. Από τις αλήθειες έχουμε πάντα εκείνες που μας αξίζουν σε συνάρτηση με το νόημα αυτού που συλλαμβάνουμε, σε συνάρτηση με την αξία αυτού που πιστεύουμε[…]. Είναι σαφές ότι ποτέ η σκέψη δεν σκέφτεται αφ’ εαυτής και ούτε βέβαια βρίσκει το αληθινό αφ’ εαυτής. Η αλήθεια μιας σκέψης πρέπει να ερμηνευθεί και να αξιολογηθεί σύμφωνα με τις δυνάμεις ή την ισχύ που την καθορίζουν να σκεφτεί, και να σκεφτεί αυτό και όχι το άλλο[…]. Μια νέα εικόνα της σκέψης σημαίνει κατ’ αρχάς το εξής: το αληθινό δεν είναι το στοιχείο της σκέψης. Το στοιχείο της σκέψης είναι το νόημα και η αξία. Οι κατηγορίες της σκέψης δεν είναι το αληθινό και το ψεύτικο αλλά το ευγενές και το ποταπό, το υψηλό και το χαμερπές, ανάλογα με τη φύση των δυνάμεων που σφετερίζονται την ίδια τη σκέψη. Από το αληθινό, όπως κι από το ψεύτικο έχουμε πάντα το μερίδιο που μας αξίζει: υπάρχουν αλήθειες της χαμέρπειας, αλήθειες που είναι αλήθειες του δούλου[…]. Στην αλήθεια, όπως και στην πλάνη, το μόνο που ανακαλύπτει η ανόητη σκέψη είναι το πιο ποταπό, τις ποταπές πλάνες και τις ποταπές αλήθειες που εκφράζουν το θρίαμβο του δούλου, τη βασιλεία των μικροπρεπών αξιών ή την ισχύ μιας καθεστηκυίας τάξης».    

Πώς όμως πρέπει να απαντήσει ο στοχαστής στις προκλήσεις όσων υποβαθμίζουν τη φιλοσοφία και διατυπώνουν ειρωνικά το ερώτημα για το αναγκαίο της ύπαρξής της και για την αξία της; Η απάντηση του φιλοσόφου επιβάλλεται να είναι επιθετική και να προκαλεί λύπη στους εκάστοτε επικριτές, καθώς η ίδια η φιλοσοφία: «Χρησιμεύει στο να βλάπτει τη βλακεία, μετατρέπει τη βλακεία σε κάτι επονείδιστο. Μοναδική της χρήση είναι να καταγγέλλει την ποταπότητα σκέψης υπό όλες τις μορφές της. Υπάρχει τάχα άλλος μαθησιακός κλάδος, εκτός από τη φιλοσοφία, που να έχει ως στόχο την κριτική όλων των φενακισμών, όποια κι αν είναι η προέλευση και ο σκοπός τους; Να καταγγέλλει όλες τις πλασματικές κατασκευές, χωρίς τις οποίες οι αντενεργές δυνάμεις δεν θα επικρατούσαν. Να καταγγέλλει στον φενακισμό την πρόσμειξη ποταπότητας και βλακείας, η οποία διαμορφώνει επίσης, κατά τέλειο τρόπο την εκπληκτική συνενοχή θυμάτων και θυτών. Να μετατρέπει, τέλος, τη σκέψη σε κάτι επιθετικό, ενεργό και καταφατικό. Να διαμορφώνει ανθρώπους ελεύθερους, δηλαδή ανθρώπους που δεν συγχέουν τους σκοπούς της κουλτούρας με το όφελος του Κράτους, της ηθικής ή της θρησκείας. Να πολεμά τη μνησικακία, την κακή συνείδηση, που παίζουν το ρόλο της σκέψης. Να νικά το αρνητικό και τα ψευτοστολίδια του. Ποιος έχει συμφέρον να γίνουν όλα αυτά εκτός από τη φιλοσοφία; Η φιλοσοφία ως κριτική εκφράζει το πιο θετικό που διαθέτει: εγχείρημα αποφενακισμού».

Οι πραγματικοί όμως φορείς αυτού του είδους της φιλοσοφίας και του στοχασμού σπανίζουν. Κατονομάζονται ως φιλόσοφοι – κομήτες και τους αποδίδονται ανοίκεια και ξένα χαρακτηριστικά, που συσκοτίζουν την εικόνα τους από τη στιγμή που: «Τον μετατρέπουν σε σοφό, αυτόν που είναι απλώς ο φίλος της σοφίας, φίλος κατά μια αμφίσημη έννοια, δηλαδή αντι – σοφός, αυτός που πρέπει να φορά το προσωπείο της σοφίας για να επιζήσει. Τον μετατρέπουν σε φίλο της αλήθειας, αυτόν που κάνει να υφίσταται το αληθινό την πιο σκληρή δοκιμασία, του οποίου η αλήθεια, μετά τη δοκιμασία, εξέρχεται τόσο διαμελισμένη: τη δοκιμασία του νοήματος και της αξίας». Για αυτό και η προσπάθεια του φιλοσόφου πρέπει να είναι συνεχής και να αναζωογονείται διαρκώς: «Αν το κριτικό επίμοχθο έργο της φιλοσοφίας δεν αναλαμβάνεται με ενεργό τρόπο κάθε εποχή, η φιλοσοφία πεθαίνει, και μαζί της η εικόνα του φιλοσόφου και η εικόνα του ελεύθερου ανθρώπου[…]. Κατ’ αντιδιαστολή προς την άχρονη έννοια της πλάνης, η ποταπότητα δεν διαχωρίζεται από το χρόνο, δηλαδή από τη μεταβίβαση του παρόντος, από την επικαιρότητα εντός της οποίας ενσαρκώνεται και κινείται. Για αυτό και η φιλοσοφία έχει ουσιώδη σχέση με τον χρόνο: πάντοτε κατά του καιρού του, κριτικός του σημερινού κόσμου, ο φιλόσοφος σχηματίζει έννοιες που δεν είναι ούτε αιώνιες, ούτε ιστορικές αλλά ανεπίκαιρες και παράκαιρες[…]. Και μέσα στο ανεπίκαιρο υπάρχουν αλήθειες πιο μόνιμες απ’ όλες μαζί τις ιστορικές και αιώνιες αλήθειες: είναι οι αλήθειες του μέλλοντος χρόνου. Να σκέφτεται κανείς ενεργά σημαίνει να « δρα με έναν παράκαιρο τρόπο, άρα εναντίον του χρόνου, και εξ αυτού ακριβώς επί του χρόνου, ευνοώντας ένα μελλοντικό χρόνο. Η αλυσίδα των φιλοσόφων δεν είναι η αιώνια αλυσίδα των σοφών, ακόμη λιγότερο η αλληλουχία της ιστορίας, αλλά μια αλυσίδα θραυσμένη, η διαδοχή των κομητών, η ασυνέχεια και η επανάληψή τους, που δεν ανάγονται ούτε στην αιωνιότητα του ουρανού που διασχίζουν, ούτε στην ιστορικότητα της γης την οποία εποπτεύουν. Δεν υπάρχει αιώνια φιλοσοφία, ούτε ιστορική φιλοσοφία. Η αιωνιότητα καθώς και η ιστορικότητα της φιλοσοφίας, ανάγονται στο εξής: η φιλοσοφία, πάντα ανεπίκαιρη, ανεπίκαιρη σε κάθε εποχή».   

Μπορεί λοιπόν ο φιλόσοφος να φτάνει στις παρυφές του στοχασμού και στις υψηλότερες κορυφές της σκέψης, η στόχευσή του όμως ποτέ δεν είναι να βρίσκεται απομονωμένος και αποτραβηγμένος από τον κόσμο, να βαυκαλίζεται μέσα στις δάφνες του ατομικού του στοχασμού. Όπως αναφέρει ο Etienne Balibar: «Εκείνο που καθορίζει τη μορφή της επιθυμίας των ατόμων και ενεργοποιεί τη δύναμή τους είναι η σχέση τους με άλλες ατομικότητες, με τις αμοιβαίες ενέργειες και τα αμοιβαία πάθη τους. Η μοναδικότητα είναι διατομική λειτουργία, λειτουργία της επικοινωνίας[…]. Η ιστορία δείχνει πως το μονοπώλιο της γνώσης μετατρέπεται σε μονοπώλιο της μη γνώσης. Αντιστρόφως, οι  ‘’ζωντανοί’’ θεσμοί που πραγματοποιούν τον εκδημοκρατισμό του κράτους είναι επίσης εκείνοι που κάνουν τη γνώση διαθέσιμη και, εξαιτίας αυτού του γεγονότος, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τη συγκρότησή του. Άρα δεν αποτελούν απλώς εξωτερική προϋπόθεση της γνώσης ή της σοφίας αλλά προϋπόθεση εσωτερική. Η αυτάρκεια του σοφού και ο φιλόσοφος – βασιλιάς συνιστούν παραλογισμούς». Ως απώτερος στόχος του φιλοσόφου εμφανίζεται ο λεγόμενος ‘’ εκδημοκρατισμός τη γνώσης ‘’ , η ικανότητα των ανθρώπων να σκέφτονται από αυτούς για αυτούς, στο δρόμο μιας ελεύθερης σκέψης χωρίς ταγούς και μεσάζοντες, όχι για να μετατραπούν όλοι σε φιλοσόφους αλλά για να μπορέσουν ίσως κάποια στιγμή να μεταμορφωθούν σε ελεύθερους ανθρώπους. Τη στιγμή που ο Heidegger έλεγε: «Δεν σκεφτόμαστε ακόμη» και αναζητούσε εκείνες τις δυνάμεις που θα μετέτρεπαν τη σκέψη σε κάτι ενεργό, συναντούσε την πεποίθηση του Spinoza πως ο άνθρωπος σκέφτεται αλλά όχι πάντοτε εντελώς, και ο οποίος αναζητούσε τον τρόπο να μετατρέψει τη σκέψη, το σώμα και κατ’ επέκταση  την ίδια τη ζωή σε μια ισχυρή κατάφαση. Για τον ίδιο τον Ολλανδό φιλόσοφο άλλωστε η ίδια η γνώση εκδηλώνεται ως η κατάφαση μιας ιδέας στην ψυχή και δεν αποτελεί απλά νοητική ενέργεια: «Δεν είμαστε ποτέ εμείς που καταφάσκουμε ή αποφάσκουμε σε κάτι από ένα πράγμα, είναι το ίδιο το πράγμα που καταφάσκει ή αποφάσκει σε κάτι από αυτό».

Η φιλοσοφία έχει ως επιδίωξή της να αποδώσει, στην ουσία να επιστρέψει στον άνθρωπο την ελευθερία του. Μια ελευθερία που πάντοτε διακυβεύεται και πρέπει να κερδίζεται ξανά και ξανά μέσω της τοποθέτησης του ανθρώπου απέναντι στα πράγματα, μέσω του ερωτήματος και της τοποθέτησης τους απέναντι στο ίδιο το ερώτημα. «Έπρεπε να μπορείς να θέσεις το ερώτημα «μεταξύ φίλων», σαν εκμυστήρευση, σαν εξομολόγηση ή ακόμα, απέναντι στον εχθρό σαν πρόκληση την ίδια στιγμή που θα πλησιάζει εκείνη η ώρα, το λυκόφως, τότε που νιώθεις να είσαι δύσπιστος και για τον φίλο ακόμα. Είναι η στιγμή που λες: «αυτό είναι αλλά δεν ξέρω αν τα είπα καλά, αν ήμουν αρκετά πειστικός». Και τότε είναι που αντιλαμβάνεσαι ότι λίγη σημασία έχει αν μίλησες καλά ή πειστικά, αφού αυτό είναι όλο». Μέγιστος στόχος της φιλοσοφίας και του φιλοσόφου είναι να τραβήξει τον άνθρωπο και να τον υψώσει πάνω από όλα όσα τον καθιστούν κούφια, αδύναμη και μίζερη ύπαρξη. Ύπαρξη ανάξια του υπέροχου δώρου που είναι ο κόσμος. «Σε μας εναπόκειται να πάμε στους ακρότατους τόπους, στις ακρότατες ώρες, όπου ζουν και ορθώνονται οι πιο ψηλές αλήθειες, οι πιο βαθυστόχαστες. Οι τόποι της σκέψης είναι οι τροπικές ζώνες, που τις στοιχειώνει ο τροπικός άνθρωπος. Όχι οι εύκρατες ζώνες, ούτε ο ηθικός, μεθοδικός ή μετριοπαθής άνθρωπος».   

Το σχόλιό σας