Λαμπρές οι εθνικές εκδηλώσεις σε Νέα Υόρκη και Βοστώνη

200

Μπορεί η εθνική επέτειος της 25ης Μαρτίου να πέρασε προ μηνός, αλλά το περασμένο Σαββατοκύριακο, πραγματοποιήθηκαν μεγάλες εκδηλώσεις στις μεγαλουπόλεις της Νέα Υόρκης και Βοστώνης προς τιμήν της εθνικής παλιγγενεσίας, με αποκορύφωμα την μεγαλειώδη παρέλαση στην 5η Λεωφόρο του Μανχάταν, παρουσία αγήματος της Προεδρικής Φρουράς. Φέτος, λόγω της δυσκολίας της πραγματοποίησης των παρελάσεων στις δύο αμερικανικές πόλεις το Σαββατοκύριακο της εορτής εξαιτίας της μεσολάβησης της Μεγάλης Εβδομάδας (τόσο των Ορθοδόξων, όσο και των Δυτικών, η οποία έπεσε μια εβδομάδα νωρίτερα, με αποτέλεσμα η Κυριακή των Βαΐων να εορταστεί στις  25 Μαρτίου για τους Καθολικούς) και των κακών καιρικών συνθηκών, οι ετήσιες εκδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν με καθυστέρηση. Μπορεί, με τον ετεροχρονολογημένο εορτασμό, να έλειψαν ως ένα σημείο το πάθος και ο ενθουσιασμός που είναι διάχυτοι στην κυριώνυμο ημέρα της εορτής, αλλά η λιακάδα και η όψιμη εαρινή ατμόσφαιρα στάθηκαν σύμμαχοι και ντύθηκε η κεντρικότερη λεωφόρος της Νέας Υόρκης στα γαλανόλευκα.

Μετά από τις εορταστικές συνάξεις της Μεγάλης Εβδομάδας και του Πάσχα, οι οποίες είναι το σήμα κατατεθέν του Ελληνισμού στις ΗΠΑ και αποτελούν ίσως την εναργέστατη φανέρωση της πολιτισμικής μας ετερότητας και την γνησιότερη πρόσκληση για μετοχή στον πολιτιστικό μας «τρόπο», οι ετήσιες παρελάσεις για την Εθνική Παλιγγενεσία λογίζονται ως οι μαζικότερες και σημαντικότερες εκδήλωσεις της Ομογένειας. Οι εκδηλώσεις σχεδιάζονται επί μήνες και συγκεντρώνονται εκατοντάδες χιλιάδες για την πραγματοποίησή τους. Στο πλαίσιό τους, το ελληνικό στοιχείο στις ΗΠΑ συναντάται με την πολιτική ηγεσία των κατά τόπους πόλεων της Αμερικής, αλλά και της Ουάσιγκτον (όντας από τις ελάχιστες εθνικότητες των ΗΠΑ που τιμάται με ειδική εορταστική εκδήλωση στον Λευκό Οίκο, παρουσία του προέδρου των ΗΠΑ), ενώ προβάλλεται στα αμερικανικά ΜΜΕ. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, η παρέλαση της Νέας Υόρκης προβάλλεται και τηλεοπτικά σε ένα από τα βασικά κανάλια της πόλης. Υπό αυτήν την έννοια, οι τοπικοί εορτασμοί της Εθνικής Παλιγγενεσίας έχουν μεγάλη σημασία, τόσο για την Ομογένεια, όσο και για την Ελλάδα. Ουσιαστικά, ανάγονται σε όργανα προβολής των εθνικών θεμάτων του Ελληνισμού, δημοσίων σχέσεων και πολιτιστικής διπλωματίας.

grecobooks-1

Γιατί οι παρελάσεις μετράνε διπλά στο εξωτερικό

Παραδόξως πως, παρά την αναβαθμισμένη σημασία τους, η συζήτηση για τον επιτελικό σχεδιασμό, την οργάνωση και την διεξαγωγή τους παραμένει σχετικά περιορισμένη. Εδώ παρατηρείται το εξής παράδοξο. Στην Ελλάδα, οι διατυπωμένες ιδεολογικές αγκυλώσεις διαφόρων σπουδαρχιδών που βρίσκουν τον θεσμό των παρελάσεων και των εθνικών εορτών ως βολικό μέσο για την αυτοπροβολή τους επιβραβεύονται με πηχυαίους τίτλους. Επιδιώκοντας την επιδερμική εντυπωσιοθηρία και την καταξίωση στον στίβο της κομματικής καμαρίλας, απασφαλίζουν πότε εναντίον της σημαίας, πότε εναντίον της αριστείας, πότε εναντίον των στρατιωτών, πότε εναντίον των μαθητών… Αλλά, αν το θέμα των παρελάσεων και του τρόπου εορτασμού των εθνικών επετείων «σηκώνει συζήτηση» εντός Ελλάδας, άλλη τόση και περισσότερη οφείλει να σηκώνει στην Διασπορά, όπου οι εορτασμοί αυτοί αποτελούν την βιτρίνα του Ελληνισμού και το συλλογικό μας πρόσωπο ενώπιον της ευρύτερης κοινωνίας. Ως εκ τούτου, η προετοιμασία και ο σχεδιασμός οφείλουν να γίνονται με την μέγιστη προσοχή, ως να επρόκειτο για διαφήμιση στην ζώνη της υψηλότερης τηλεθέασης ή εκστρατεία δημοσίων σχέσεων στο πλαίσιο κάποιας μεγάλης εκδήλωσης ή ιστορικής συγκέντρωσης.

Το κατά πόσον αυτό επιτυγχάνεται επαφίεται στην κρίση του καθενός, πλην όμως, στην ετήσια αποτίμηση που γίνεται από τους διοργανωτές, τα ηγετικά επιτελεία αμφοτέρωθεν του Ατλαντικού, αλλά και τους πολίτες-«οπλίτες» του κοινού των Ελλήνων, θα πρέπει να εξεταστούν οι εξής παράμετροι. Πέρα από την συγκίνηση που νοιώθει κανείς βλέποντας τους Εύζωνες να παρελαύνουν στην Πέμπτη Λεωφόρο ή την γαλανόλευκη να κυματίζει ανά την ευρυάγυια Νέα Υόρκη, θα πρέπει να εξεταστούν τα μηνύματα που εκπέμπονται από την κορυφαία συλλογική αυτή πράξη της Παρέλασης και πώς κατανοούνται από τους εκατοντάδες χιλιάδες ξένους θεατές που παρακολουθούν από τους δρόμους ή τους δέκτες των τηλεοράσεών τους, καθώς επίσης και από την ίδια Ομογένεια.

Τρεις ερωτήσεις κρίσεως…

Ερώτηση πρώτη: Η δομή της Παρέλασης φανερώνει κάποια ιεραρχία αξιών η πολιτιστικών προτεραιοτήτων; Για παράδειγμα, δίδεται στα ελληνικά σχολεία, που αποτελούν την κιβωτό της ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό, κάποια προτεραιότητα έναντι των υπολοίπων οργανώσεων που συμμετέχουν; Ή μήπως η κατάταξη της σειράς αφήνεται στην τύχη, αφήνοντας, κατά συνέπεια, επίσης στην τύχη την καλλιέργεια μιας ζωτικής σχέσης των νέων με την Ελληνική Κοινότητά και την ανάδειξή τους ως αυριανοί ηγέτες; Επιβραβεύονται οι κατά τόπους κοινότητες που δαπανούν εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (χωρίς την απαραίτητη βοήθεια από συλλόγους και άλλες οργανώσεις) για να συντηρούν ημερήσια σχολεία με την πρωτοκαθεδρία ή λογίζεται η συμμετοχή τους ισότιμη με λέσχες φιλάθλων ή επιχειρήσεις που συμμετέχουν με σκοπό το ίδιον όφελος;

Όπως κάθε μορφή συγκροτημένης επικοινωνίας οφείλει να έχει μια λογική αλληλουχία, έτσι και οι παρελάσεις οφείλουν να έχουν ένα ανάλογο λογικό στήσιμο εφόσον θα χρησιμεύσουν για την προβολή κάποιου κεντρικού μηνύματος και όχι απλά να σταθούν αφορμή για μια αγελαία συγκέντρωση. Όταν, στην προκειμένη περίπτωση, λέσχες φιλάθλων, τραπεζικές επιχειρήσεις με ορχουμένους υπαλλήλους που λικνίζονται με τα σκυλοσουξεδάκια που παίζουν στο διαπασών από το κακόγουστο άρμα που τους συνοδεύει και άλλες παρεμφερείς οργανώσεις διακόπτουν αυτήν την αλληλουχία, πρόκειται απλά για ένα συνονθύλευμα, ένα συμπίλημα. Σίγουρα δεν είναι εύκολο να αποκλείσουν οι οργανωτικές αρχές κανέναν, ειδικά όταν πρόκειται για χορηγούς, αλλά τουλάχιστον ας τηρηθεί το λογικό και ας «σερβιριστεί το επιδόρπιο» μετά το κυρίως πιάτο (και σε κάθε περίπτωση, όχι ανακατεύοντας τα δύο μαζί).

Ερώτηση δεύτερη: Τι σκοπό εξυπηρετεί η προβολή της Παρέλασης τηλεοπτικώς σε αμερικανικό δίκτυο; Πρόκειται για την ικανοποίηση ενός επιπόλαιου ναρκισσισμού ή σκοπεύει στην διαμόρφωση της συνείδησης του μέσου Αμερικανού τηλεθεατή; Στην πρώτη περίπτωση, υπάρχουν σήμερα τα κοινωνικά δίκτυα που θεραπεύουν της ανάγκες αυτοπροβολής στο ίδιο ή και μεγαλύτερο σημείο από την τηλεόραση, χωρίς την ανάλογη κοστοβόρο δαπάνη. Στην δεύτερη περίπτωση, ίσως τα χρήματα που απαιτούνται για την τηλεοπτική κάλυψη να μπορούσαν να πιάσουν τόπο καλύτερα αν διατίθεντο για την παραγωγή ενός ντοκιμαντέρ για τους Αμερικανούς φιλέλληνες, π.χ. ή κάποιας διαφημιστικής εκστρατείας σε μεγάλες εφημερίδες και τους χώρους διαφημίσεων των μέσων μαζικής μεταφοράς. Ίσως, επίσης, να άξιζε η διοργάνωση κάποιας συναυλίας ή θεατρικής παράστασης στο παρακείμενο «Σέντραλ Παρκ». Επειδή κατά την κάλυψη της παρέλασης οι παρουσιαστές οφείλουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και να μην πολιτικολογούν, οι πολιτικές θέσεις της Ελλάδας είναι πολύ πιο δύσκολο να εκφραστούν ευθέως, σε αντίθεση, π.χ., με μια ολοσέλιδη καταχώριση στους «Τάιμς» της Νέας Υόρκης ή το «Wall Street Journal», όπου μπορεί να διατυπωθούν χωρίς περιστροφές.

Ερώτηση τρίτη: Επειδή ζούμε στην ψηφιακή εποχή και την κοινωνία της πληροφορίας, μήπως θα έπρεπε οι διοργανωτές να αναζητήσουν τις συμβουλές και υπηρεσίες επαγγελματιών του χώρου, ώστε να γίνει η προβολή και μετάδοση των κυριοτέρων θέσεων τους αντιληπτή από τον μέγιστο δυνατό αριθμό των συμπολιτών τους; Φυσικά, η επιζητούμενη αυτή μέγιστη προβολή προϋποθέτει την τακτοποίηση των παραπάνω θεμάτων, διότι αν το θέαμα δεν είναι ποιοτικό, αντί ωφελείας μπορεί να καταστεί ζημίας πρόξενος.

Οι ερωτήσεις αυτές καθίστανται ακόμη πιο επίκαιρες αν σκεφθεί κανείς ότι η «λαϊκίζουσα», πλην επαρκώς μεγάλη τοπική εφημερίδα «Ποστ» της Νέας Υόρκης επανήλθε με δεύτερο και εκτενέστερο δημοσίευμα την παραμονή της Παρέλασης σχετικά με την οικονομική δυσπραγία της Αρχιεπισκοπής Αμερικής και την καθυστέρηση της ολοκλήρωσης της κατασκευής της εκκλησίας του Αγ. Νικολάου στο «Σημείο Μηδέν» του Μανχάταν, η οποία μετατρέπεται σταδιακά σε φιάσκο. Πρόκειται για το δεύτερο «χτύπημα» της εφημερίδας μέσα σε έναν μήνα. Οι λόγοι που ωθούν την εφημερίδα στην υιοθέτηση αυτής της γραμμής θα φανούν αργά ή γρήγορα, αλλά το κυριότερο ερώτημα είναι εάν ο θετικός αντίκτυπος και οι στοχευμένες παρεμβάσεις των μαζικών εκδηλώσεων του Ελληνισμού δύνανται να αμβλύνουν τις εντυπώσεις από τα αρνητικά αυτά δημοσιεύματα και να ασκήσουν την πολιτιστική διπλωματία που απαιτούν οι περιστάσεις.

Προηγούμενο άρθροΚωνσταντίνος Καραμανλής: Η ολύμπια μορφή του ελληνικού ευρωπαϊσμού
Επόμενο άρθροΗ Ελλάδα εκτός UNICEF: το καρκίνωμα που δεν λέει να σκάσει
Ο Χριστόφορος ΤΡΙΠΟΥΛΑΣ αρθρογραφεί στην Εφημερίδα ΑΡΙΣΤΕΙΑ. Γεννήθηκε στη Νέα Ὑόρκη και εργάζεται στον πανεπιστημιακό χώρο παραδίδοντας μαθήματα Ρητορικής και Διαπροσωπικής Επικοινωνίας στα Πανεπιστήμια St. John's University και City University of New York–LaGuardia Community College. Παράλληλα, έχει εργασθεί από το 2006 ως δημοσιογράφος σε ομογενειακά ΜΜΕ, ενώ ασχολείται με την αρθρογραφία και την μετάφραση. Ως συγγραφέας, έχει κυκλοφορήσει δύο βιβλία, ένα πολιτικό-πολιτιστικό δοκίμιο για την ιδιαίτερη πατρίδα του Ικαρία και ένα εγχειρίδιο αλληλογραφίας για ΜΚΟ. Επίσης, αναπτύσσει δραστηριότητα ως μεταφραστής και διερμηνέας, έχοντας ασχοληθεί επί σειρά ετών με μεταφράσεις συγγραμμάτων, περιοδικών, επιστημονικών και δημοσιογραφικών άρθρων, καθώς και άλλων έγγραφων.

Το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.