Στρατός και άλλα

64

Γυρεύουν στρατό. Ας τον κάνουν, αυτό θέλουμε και μεις. Και για να γίνει, χρειάζονται όχι μόνο χρήματα παρά και στρατιωτικό πνεύμα και στρατιωτικός χαραχτήρας. Μα έπειτα; Γιατί χρειάζεται ο στρατός; Ξεκαθάρισαν τάχα καλά στο μυαλό τους τι είναι να κάνει ο στρατός που θα γίνει; Και πώς σχετίζεται ο στρατός με όλα τα άλλα; Αν τους ρωτήσεις, θα σου πουν: η τιμή του κράτους το απαιτεί, ή η μεγάλη ιδέα. Όμως το κράτος είναι χάρβαλο και τιμή δεν έχει, όσο για τη μεγάλη ιδέα γίνηκε ψέμα. Και ίσως ήλθε τέλος ο καιρός να γίνουμε οι Έλληνες ά ν θ ρ ω π ο ι. Το μυαλό μας είναι χαλασμένο, ο χαραχτήρας μας σαπισμένος ή σκλαβωμένος, η πολιτική μας υπόσταση ανήθικη, η ύπαρξη μας όλη μικρεμένη, στραβωμένη και κακομοιριασμένη. Δεν είμαστε ελεύτεροι, όμως είμαστε ζωντανοί και διόλου εκφυλισμένοι. Τα κορμιά μας είναι γερά. Ο εκφυλισμός, καθώς βεβαιώνουν οι γιατροί, είναι φαινόμενο μόνο σωματικό, και τον φέρνει η σύφιλη, η φθίση και οι θέρμες. Ευτυχώς οι Έλληνες, αν βγάλεις μερικούς Ελληνικούς τόπους, όπου τα βαλτονέρια βγαίνουν θέρμες, είμαστε όλο υγεία. Εκφυλισμός στο χαραχτήρα και στο μυαλό δεν μπορεί να υπάρξει. Σ’ αυτά υπάρχουν μονάχα κάποιες αρρώστιες κι αδυναμίες. Μα κι αυτές γιατρεύονται. Φτάνει τα σώματα να είναι γερά.

1

ΧΑΡΒΑΛΟ. Το κράτος αυτό, η μικρή Ελλάδα, με τα σύνορά της τα κατεβασμένα στους κάμπους της Θεσσαλίας, ή πρέπει να μεγαλώσει ή θα χαθεί. Να διορθωθεί και να γίνει, τέλειο κράτος, σαν το Βέλγιο, δε γίνεται. Γιατί το παίρνουμε για οριστικό το κράτος αυτό, και απαιτούμε να διοικηθεί τέλεια, και χανόμαστε σε άγονες προσπάθειες για να το στολίσουμε σα νύφη με τιμή και όλα τα χρειαζούμενα προικιά, δεν το ξέρω. Πολλές αιτίες θα μπαίνουν στη μέση για να βρισκόμαστε σε μια τέτοια διάθεση. Ένα ξέρω μονάχα, πως το κράτος αυτό είναι προσωρινό, και για τέτοιο πρέπει να το λογαριάζουμε.

Και γιατί είναι προσωρινό; Γιατί δεν μπορεί να ζήσει τόσο μικρό που είναι, αν δεν αφεθεί ήσυχο από τους Έλληνες που ζουν έξω από τα σύνορά του. Και οι Έλληνες αυτοί δε θα το αφήσουν ήσυχο. Λέτε να είναι τόσο κακοί πατριώτες; Όχι, μα νοιώθουν πως πρέπει εκεί να κολλήσουν κι αυτοί, με τα αμπελοχώραφά τους, τα χωριά τους, τις πολιτείες, τα δάση, και τις βοσκές που ορίζουν.

Κανένας μικροπολιτικός, όπως είναι όλοι επάνω-κάτω όσοι διοίκησαν ως τώρα το κράτος, μπορεί να πει, (με το νου του βέβαια): «Κρίμα να υπάρχουν οι έξω Έλληνες! Δεν παν στο διάολο! Καλά είμαστε όπως είμαστε. Το κράτος είναι τσιφλίκι μας». Ναι, βέβαια, κρίμα είναι, μα τι να γίνει που υπάρχουν; Ο διάβολος δεν τους θέλει. Λοιπόν να μείνει το κράτος ήσυχο απ’ αυτούς με κανένα τρόπο δε γίνεται.

Τι εμποδίζει όμως αυτό να είναι το κράτος, κράτος αληθινό; Εμποδίζει πολύ. Το κράτος γι’ αυτούς πρέπει να ξοδεύει χρήματα για στρατό, για ναυτικό, για σκολειά στην Τουρκιά, για προπαγάντα, για προξενεία. Και τα χρήματα δεν τα πληρώνουν αυτοί, παρά ο λαός που κατοικεί μέσα στα σύνορα του κράτους. Μα ο λαός αυτός τα πληρώνει, για να γίνουν προπάντων διάφορα άλλα πράματα, που τα έχει ανάγκη αυτός. Ο λαός θέλει, συγκοινωνίες, σιδεροδρόμους, δρόμους, τηλέγραφους, ταχυδρομεία, επιχωμάτωση βάλτων, υδραυλικά έργα, σκολειά, δικαστήρια, λιμάνια, φάρους, χωροφύλακες, δραγάτες, αστυνόμους τελωνεία και άλλα. Άραγε φτάνουν τα χρήματα που πληρώνει αυτός, φτάνουν για να γίνουν όλα αυτά, και να γίνουν μαζί και όλα τάλλα, όσα χρειάζονται οι έξω από τα σύνορα Έλληνες; Οι προϋπολογισμοί του κράτους γι’ αυτό προπάντων δεν βγαίνουν σωστοί, και έχουν ελλείμματα, και γι’ αυτό γίνηκαν τόσα δάνεια. Τι να πρωτοκάνει το κράτος; Ποιους να πρωτοκοιτάξει; Τους μέσα Έλληνες και τις ανάγκες τους ή τους έξω και τις δικές τους ανάγκες;

Γι’ αυτό πρέπει να μεγαλώσει το κράτος, να κάνει καινούρια σύνορα, πλατύτερα, και να πάρει μέσα στα σύνορα του τα καινούρια τους περισσότερους τουλάχιστο από τους έξω Έλληνες. Όσοι περισσότεροι από τους έξω Έλληνες γίνουν μέσα Έλληνες, τόσο καλλίτερα θα μπορέσουν να σιαχτούν τα οικονομικά του κράτους, όχι μόνο γιατί το κράτος δε θα έχει πια να κοιτάζει τόσους πολλούς εξωμερίτες, μα γιατί θα γίνει και μεγαλύτερος ο τόπος και πιο πλούσιος.

Ο μικροπολιτικός που μίλησε και πρωτήτερα, θα μας διακόψει εδώ και θα μας πει: «Δόξα σου ο Θεός που αναγνωρίζετε και σεις την αδυναμία μας να επαρκέσουμε! Και όμως, μολαταύτα, εμείς δεν επάψαμε ποτέ να θέλουμε να μεγαλώσει το κράτος, και όλο πασκίζουμε να το μεγαλώσουμε».

Αυτά είναι λ ό γ ι α του μικροπολιτικού. Μην τα πιστεύετε, όπως ούτε ο ίδιος δεν τα πιστεύει. Πρώτα πρώτα δε χρειάζονται μόνο χρήματα για να υπάρξει ένα κράτος. Έπειτα είναι βέβαιο ότι γίνονται κατάχρησες και σπατάλες στο χρήμα. Και τώρα ας δούμε αν έκανε ο μικροπολιτικός φαφλατάς τίποτε για να μεγαλώσει το κράτος.

Επειδή το έθνος αισθάνεται πως πρέπει να ενωθεί για να ζήσει όπως του ταιριάζει, ο μικροπολιτικός του Ελλαδικού κράτους δεν τολμά να του αντείπει, και κάνει πως προσπαθεί να μεγαλώσει το κράτος, δηλαδή κ ά ν ε ι πως κάνει εθνική πολιτική. Όμως άλλο από ευχές απλές, από ευσεβείς πόθους, από λόγια παχειά και από σπασμωδικά κινήματα (όταν παραφουσκώνει το ρέμα) δεν έκανε ποτέ ο μικροπολιτικός. Ποτέ του δεν προσπάθησε να τον κάνει δουλειά του συστηματική τον αγώνα για την ένωση της φυλής. Ποτέ του δεν έκανε ούτε καν σχέδιο εξωτερικής πολιτικής, ούτε σύμφωνο ούτε ασύμφωνο με τις ανάγκες ή τους πόθους του Έθνους. Και αν λέει πως έχει σχέδιο εξωτερικής πολιτικής, μην τον πιστεύετε, σας γελά, είναι ψέματα. Ούτε καν στοχάστηκε ποτέ να κάνει τέτοιο σχέδιο. Ούτε συλλογίστηκε ποτέ αυτό το ζήτημα περισσότερο από πέντε λεπτά κάθε έξη μήνες, ή όταν τύχει μεγάλη σφίξη. Ούτε ξέρει τίποτα για τις ανάγκες του έθνους. Ούτε καν τη γεωγραφία των Ελληνικών τόπων ξέρει. Ούτε θέλησε ποτέ να την μάθει. Κι όταν του είπαν πως δεν κάνει τίποτε, οχυρώθηκε πίσω από την αχρηματία του κράτους και τις σοφές συμβουλές των μεγάλων της γης. Και για να γελάσει καλλίτερα το έθνος, στολίστηκε με όλη τη σοβαρότητα, το μυστικισμό και την «εμβρίθεια», που του ταιριάζει τόσο άσκημα, και είπε υποκριτικά, με τεχνητή ανυπομονησία: «Για όνομα Θεού, μην τύχει, και κουνηθήτε. Ούτε να αναφέρετε καν τέτοια ζητήματα. Μπορείτε, με μια απροσεξία σας να καταστρέψετε το παν». Και το π α ν αυτό είναι ένα π α ν ― μ έ γ ι σ τ ο μ η δ ε ν ι κ ό.

Δεν έχουμε βέβαια αναρίθμητα χρήματα, μα πρώτα γίνονται σπατάλες, κ’ έπειτα, μ’ αυτά που έχουμε, μπορούμε να κάνουμε πολλά, αν θέλουμε να κάνουμε πολλά. Και με την οργάνωση των έξω από τα σύνορα κοινοτήτων, μπορούμε να βρούμε και άλλα χρήματα, πόρους ταχτικούς, (αφίνω τους εχτάχτους), για τον αγώνα του έθνους, για την ένωσή του.

Πότε περιμένουμε ναρχίσουμε να το κάνουμε όλοι ― μέσα και έξω Έλληνες ― δουλειά μας αυτό, δεν ξέρω. Μα αν δεν το κάνουμε δουλειά μας, δε θα γίνει ποτέ πραγματικότητα, και τότε περιττό είναι να υπάρχει και να βουρλίζεται και το χάρβαλο αυτό που λέγεται Ελλαδικό Βασίλειο.

Και με τον αγώνα αυτόν για την ένωση θα διορθωθούν κάπως, εξόν από τα οικονομικά, και οι χαραχτήρες, γιατί δε φτάνει μόνο χρήμα για να φτειαστεί κράτος. Δεν είμαστε δυνατοί οικονομολόγοι, (δηλαδή στενόμυαλοι θετικιστές), για να στοχαζόμαστε τον κόσμο μόνο οικονσμολογικώς. Οι χαραχτήρες τονώνονται με την κακοπέραση και τον αγώνα, και χαλαρώνονται με την ησυχία και την καλοπέραση.

Ως τόσο, και έτσι που είναι το κράτος, και ως που να μεγαλώσει, μπορεί κάπως καλλίτερα να διοικηθεί, αν δηλαδή διοικηθεί φ υ σ ι κ ώ τ ε ρ α, Ε λ λ η ν ι κ ώ τ ε ρ α, και τότε θα περιοριστούν μερικές χάρες που φέρνουν σπατάλες, και θα εντοπισθούν μερικά ρουσφέτια επαρχιακά στις επαρχίες τους, αντί να μολύνουν όλο τον οργανισμό του κράτους. Μα πώς θα γίνει αυτό, θα το δείξουμε στον παράγραφο 4.

Τώρα μονάχα πρέπει λοιπόν να σημειώσουμε, πως το χάρβαλο κράτος το Ελλαδικό, είναι προσωρινό, και έγινε για να είναι εργαστήρι, για να κατορθωθεί η ένωση του έθνους. Έχει κανείς καμιάν αντίρρηση για τη λέξη «Χάρβαλο»; Τι θέλει να του ζωγραφίσουμε τα χάλια που ξέρει; Όσο για τη λέξη, «προσωρινό», δε δεχόμαστε καμιάν αντιλογία. Το κράτος αυτό π ρ έ π ε ι να μεγαλώσει.

2

ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ. Μα τότε, αφού πρέπει να μεγαλώσει το κράτος, γιατί είναι ψέμα η Μεγάλη Ιδέα; Δεν είναι τάχα το ίδιο πράμα η μεγάλη ιδέα και η ιδέα που λέμε εδώ πέρα, πως πρέπει δηλαδή το κράτος να κάνει σύνορα πλατυτέρα και να πάρει στα σύνορα του μέσα και τους εξωμερίτες τους περισσότερους; Όχι.

Η μεγάλη ιδέα είναι μια θύμηση που απόμεινε, χώθηκε βαθειά και φώλιασε μέσα στην ψυχή του Ρωμιού, από τον καιρό που οι Τούρκοι, στα 1453 πήρανε την Πόλη. Είναι η θύμηση πως ο Ρωμιός, με την Πόλη πρωτεύουσα, ώριζε την Ανατολή στα περασμένα χρόνια, το Ανατολικό δηλαδή κράτος με τους πολλούς λαούς, που το κληρονόμησε σιγά σιγά από τους αρχαίους Ρωμαίους. Και την κληρονόμησε τότε φυσικά ο Ρωμιός την Ανατολή, ως κράτος από τους Ρωμαίους, αφού την είχε πρώτα καταχτήσει ο ίδιος και με τον Μέγα Αλέξαντρο, αλλά προ πάντων με τον πολιτισμό του, που στον αρχαίο καιρό ήταν ο πρώτος πολιτισμός, και που τύλιξε ακόμα και τη χριστιανική θρησκεία στα δίχτυα του, την έβαλε κι αυτήν μέσα στο σακκί, και την έκανε όργανο ηθικής επιβολής. Ο Ελληνισμός λοιπόν, απλωμένος ίσον ανώτερος πολιτισμός, σ’ όλη την Ανατολή, έγινε Χριστιανισμός, και κράτησε την Ανατολή με τη θρησκεία στα χέρια του. Ο ίδιος Ελληνισμός, ο πιο ξύπνος και πιο άξιος λαός της Ανατολής, μπήκε στο νόημα του τι θα πει μηχανισμός του Ρωμαϊκού Ανατολικού κράτους, τον κατάλαβε καλά, και τον πήρε κι αυτόν στα χέρια του.

Μα, αφού έζησε πάμπολα χρόνια, άρχισε και ξέπεφτε το Ανατολικό κράτος (όπως κάθε πολιτικός οργανισμός), και ήρθαν οι Τούρκοι και το άρπαξαν.

Τετρακόσια χρόνιοι έμειναν έπειτα οι Έλληνες σχεδόν απολιθωμένοι και μαζί τους πέτρωσε και το μίσος για τον αντίχριστο τον Τούρκο, και η θύμηση, η γλυκόπικρη, πως άλλοτε ώριζαν αυτοί την Ανατολή, που την έφτειασαν αυτοί με τον πολιτισμό τους και κληρονόμησαν αυτοί την πολιτική της κυριαρχία από τους Ρωμαίους. Και σιγά σιγά η θύμηση αυτή ξυπνούσε μέσα τους και γινόταν γλυκύτατη ελπίδα και φαντασία ζωηρή. Αυτή η ελπίδα κ’ η φαντασία τους σήκωσε στο πόδι στα 1821. Να ορμήσουν κατεπάνω στον Τούρκο και να του ξαναπάρουν την Πόλη και την Αγιά Σοφιά, και να τον διώξουν τον άπιστο από την Ανατολή ολότελα. Καθώς βλέπετε, είχε, και κάτι τι χριστιανικό και σταυροφορικό η ορμή αυτή. Οι Έλληνες αγωνίστηκαν και σαν Χριστιανοί και σαν έθνος, που γυρεύει να κάνει κράτος δικό του, ανεξάρτητο.

Μα δεν ήταν πια οι Ρωμαίοι αυτού για να τους δείξουν πώς φτειάνονται και πώς κυβερνιούνται τα μεγάλα κράτη τους πολλούς λαούς.

Στο αναμεταξύ αυτό σταμάτησε και ο Ελληνικός πολιτισμός εκεί που τον άφησαν οι άνθρωποι του 1453, ενώ ο ευρωπαϊκός πολιτισμός ίσα ίσα από κείνον τον καιρό άρχισε κ’ έπαιρνε ολοένα δρόμο και κυρίευε τον κόσμο. Και έτσι στα 1770 και στα 1821 που ξύπνησαν και σηκώθηκαν πρώτοι από τους Ανατολικούς λαούς οι Έλληνες και χτύπησαν τον Τούρκο, δεν είχαν πια στην Ανατολή την ηθική επιβολή που είχαν άλλοτε. Και οι άλλοι χριστιανικοί λαοί της Ανατολής ξυπνούσαν σιγά σιγά και δυνάμονε μέσα τους, σύμφωνα με το πνεύμα του 19ου αιώνα, η εθνική συνείδηση. Άμα είδαν τους Έλληνες σηκώθηκαν και αυτοί έπειτα και χτύπησαν τον Τούρκο. Τον χτύπησαν κι αυτοί και σαν Χριστιανοί, και σαν έθνη που θέλουν την πολιτική τους αυθυπαρξία.

Ως τόσο οι Έλληνες, που δεν κατάφεραν, για τους λόγους που αναφέραμε, να πάρουν την Πόλη και να ξανακάνουν το Ανατολικό τους κράτος, όμως κατώρθωσαν να πλάσουν, με τη βοήθεια της Ευρώπης, που τους συμπάθησε για τον αγώνα τους, ένα μικρούτσικο κράτος σ’ έναν τόπο που κατοικούσαν πυκνά ελληνικής φυλής άνθρωποι.

Τώρα τελευταία στην Τουρκιά συνέβηκε ένα περιστατικό, που μπορεί και να αλλάξει κάμποσο, μετά καιρό, το Τούρκικο κράτος. Ξύπνησαν μερικοί Τούρκοι, με τη μανία να γίνουν κι αυτοί Ευρωπαίοι. Οι νεοφώτιστοι από τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό νέοι Τούρκοι κατάφεραν και έκαναν βουλή και γερουσία στην Τουρκιά, νομίζοντας πως αυτό θα σώσει το κράτος τους από την καταστροφή. Και χάρισαν μερικά ψίχουλα ισοπολιτείας στους χριστιανικούς λαούς, που κατοικούν μέσα στο κράτος τους.

Αμέσως κατέβηκε στο νου των γραμματισμένων Ρωμιών μια θύμηση κ’ ένας συλλογισμός ― μήπως κάνουν και τίποτε άλλο οι τωρινοί Έλληνες από εύκολους συλλογισμούς; ― Και είπαν οι γραμματισμένοι: «Όπως στο Ρωμαϊκό αρχαίο κράτος, άμα δόθηκε ισοπολιτεία σ’ όλους τους λαούς, οι Έλληνες κατάφεραν κ’ έκαναν το Ανατολικό τμήμα του σιγά σιγά κράτος Ελληνικό, παίρνοντας την πολιτική εξουσία στα χέρια τους, ― έτσι και στο Τούρκικο το κράτος, που κι αυτό κατάχτησε την Ανατολή, αφού τώρα δόθηκε η ισοπολιτεία, οι Έλληνες πάλι θα πάρουν σιγά σιγά την πολιτική εξουσία στα χέρια τους και θα κάνουν πάλι το κράτος Ελληνικό. Δηλαδή θα ξαναγίνει η Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η ιστορία επαναλαμβάνεται κατά γράμμα». Μακάρι να μπορούσε να γίνει!

Μα είπαμε πως οι Έλληνες δεν έχουν πια την επιβολή που είχαν με τον πολιτισμό τους, τον καιρό των Ρωμαίων. Τώρα κανένας ανατολικός λαός δεν έχει τους Έλληνες ανώτερους από τον εαυτό του. Είμαστε όλοι ισοπεδωμένοι μπροστά στους Ευρωπαίους. Λοιπόν γιατί θα υπακούσουν στους Έλληνες, που τους σιχαίνονται κιόλας όλοι τους, επειδή απ’ αυτούς όλοι έχουν κάτι ν’ αρπάξουν (τα απομεινάρια της πρωτητερινής τους πολιτικής και θρησκευτικής κυριαρχίας; Μήπως έχουν τάχα λόγχες οι Έλληνες για να εξουσιάσουν τους άλλους και να επιβάλλουν το κράτος τους; Μήπως έχουν λάμψη άλλη; Τίποτε. Μονάχα που δεν είναι κακοί έμποροι. Μα και γι’ αυτό ακόμα πρέπει να χαντακωθούν. Πώς θα ζήσουν οι άλλοι; Ώστε το Τούρκικο το κράτος δε θα γίνει με τον καιρό Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Και είναι όχι περιττό, μα βλαβερώτατο, για το έθνος, να κατασκορπά την ενέργεια του δεξιά κι’ αριστερά, άσκοπα.

Και να γιατί πάει η Μεγάλη Ιδέα! Αν ήταν δυνατή η μεγάλη Ιδέα, γιατί δεν ήρθε στο νου των Ιταλών, που αυτοί τέλος πάντων έπλασαν το Ανατολικό κράτος με πρωτεύουσα την Πόλη;·

Οι ιδέες πρέπει να συμφωνούν με τα πράματα, και για να συμφωνούν πρέπει να βγαίνουν απ’ αυτά. Τα τωρινά πράματα λεν πως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία με τον πολυσύνθετο και δυνατό μηχανισμό της, δεν ανασταίνετε, ή δεν ξαναγεννιέται. Αλλού πρέπει να γυρέψουν τα ιδανικά τους οι Έλληνες, και αλλού να συγκεντρώσουν την ενέργεια τους και να τη ρίξουν όλη μαζωμένη. Πάει και η Πόλη και η Αγιά Σοφιά! Πάει η Κόκκινη Μηλιά και ο Βασιλιάς ο Μαρμαρωμένος! Αυτός θα μείνει αιώνια μαρμαρωμένος, τώρα που θα τον στήσουν άγαλμα μαρμαρένιο, για παράδειγμα ― όμορφο, πολύ όμορφο, και συγκινητικό παράδειγμα ― σ’ ένα λόφο της Αθήνας.

 

3

ΝΕΟ ΙΔΑΝΙΚΟ. Και άμα βγάλουμε από τη θύμησή μας για πάντα την Πόλη και το Βυζαντινό κράτος, και ξερριζώσουμε τη μικρή σπίθα της ελπίδας που τρεμολάμπει ακόμα, τι θα απομείνει στην ψυχή του Έθνους; Ποια ιδέα θα πάρει τη θέση της Μεγάλης Ιδέας; Ποιο είναι το ιδανικό που θα βάλει το έθνος να σαλέψει πάλι, να ζωντανέψει, να κουνηθεί σύσωμο προς κάποια διεύθυνση;

Το Ελλαδικό κράτος, είπαμε, αναγκαστικά θα μεγαλώσει, για να υπάρξει. Το Τ ο ύ ρ κ ι κ ο κ ρ ά τ ο ς λ ο ι π ό ν π ρ έ π ε ι ν α δ ι α λ υ θ ε ί τουλάχιστο στην Ευρώπη και στα νησιά, αφού το Ελληνικό κράτος θα μεγαλώσει πάντα εις βάρος του Τούρκικου. Ας κρατήσουν οι Τούρκοι την Πόλη. Καλλίτερα αυτοί. Οι Έλληνες άρα πρέπει να πάρουν από το Τούρκικο κράτος όσα μπορούν περισσότερα, (μαλώνοντας ή συναγροικούμενοι με τους άλλους λαούς της Ανατολής), τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τα Νησιά, ως την Κύπρο.

Πρέπει να θέλει κανείς εκείνο που μπορεί και να μη φουσκώνει τα μυαλά του με ονείρατα και στείρους πόθους μεγαλείων που δε γίνονται. Πρέπει να ξεκαθαρίζει κανείς το τι θέλει.

Τα ονείρατα κ’ οι υπερβολικοί πόθοι παραλύουν και τον άνθρωπο και τα έθνη. Αν γίνει πάλι άξιο το έθνος, είναι δική του πάλι αργότερα και η Πόλη, και η Ανατολή και ό,τι άλλο θέλει.

Σ’ έναν ξένο, που για να μ’ ευχαριστήσει, μου επαινούσε τους αρχαίους Έλληνες, αποκρίθηκα πως εμείς οι τωρινοί Έλληνες δε θεωρούμε δικά μας τα έργα που έκαναν εκείνοι, και μας αρέσει να πλάσουμε εμείς άλλα. Και μου είπε τότε αυτός, πολύ σοφά: ― Έ χ ε τ ε κ α ι ρ ό μ π ρ ο σ τ ά σ α ς!

Αντί λοιπόν τη Μεγάλη Ιδέα που βούλιαξε και πάει, γιατί είναι αδύνατο από μας να γίνει πράγμα, να ένα ιδανικό για τους Έλληνες πραγματικό, η έ ν ω σ η τ ω ν π ε ρ ι σ σ ό τ ε ρ ω ν Ε λ λ η ν ι κ ώ ν τ ό π ω ν σ’ έ ν α κ ρ ά τ ο ς Ε λ λ η νι κ ό α ξ ι ο σ έ β α σ τ ο . Ένα τέτοιο ιδανικό, που το προτείνουμε όχι μόνο στο Ελλαδικό κράτος το μικρό και στους Έλληνες του, άλλα σ’ όλους τους Έλληνες της γης, μπορεί να γεμίσει τις ζωές γενεών ανθρώπων.

Την ιδέα από την πράξη τη χωρίζει μια τρίχα. Από το ένα στο άλλο είναι ένα βήμα: Και το βήμα θα το κάνει και την τρίχα θα την περάσει η απόφαση. Άμα ξεδιαλύνει κανείς καλά, μα καλά, το τι θέλει ― αν αληθινά θέλει τίποτε ― εύκολα βρίσκει τον τρόπο για να το καταφέρει. Άμα είναι γεμάτος ο άνθρωπος από ένα σκοπό, τα εμπόδια του φαίνονται παιγνίδια και οι άνθρωποι μύγες.

Ώστε το πρόβλημα του Ελληνισμού δεν είναι το να διοικηθεί τέλεια η Μικρή Ελλάδα, ούτε το να καταφερθεί η Μεγάλη Ιδέα. Άλλο είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι να ενωθεί μιαν ώρα αρχήτερα η Ελληνική φυλή σ’ ένα κράτος δυνατό, για να ζήσει καλλίτερα και να δείξει η φυλή τη δύναμή της. Ο αγώνας όλων μας ας είναι αυτός, και ας μη σκορπίζεται σε άσκοπες ενέργειες η δύναμη της φυλής.

Και τώρα ξεκαθαρίζονται τα χρέη του καθενός:

1) Οι Έλληνες του κράτους πρέπει να προσπαθήσουν να διοικηθούν όσο γίνεται φυσικώτερα, αν όχι για τίποτε άλλο παρά μόνο για να κάνουν στρατό, που θα βοηθήσει την ένωση της φυλής. Η φυσικώτερη διοίκηση για τους Έλληνες είναι η τοπική αυτοδιοίκηση, που θα ελαφρώσει το κράτος από πολλά βάρη και πολλές σκοτούρες, αφίνοντάς το πιο ήσυχο για να κοιτάξει το στρατό του και την εξωτερική του πολιτική.

2) Οι εξωμερίτες Έλληνες πρέπει να οργανώσουν τις κοινότητές τους έτσι, που να διατηρούν μονάχοι τους όλα τα σκολειά τους και να είναι έτοιμοι πάντα για να υπερασπίζονται από κείνους που επιβουλεύονται την ύπαρξή τους και για να σηκωθούν ενάντια στον Τούρκο (στην Ευρώπη και στα Νησιά).

3) Παράλληλα μ αυτά τα χρέη, όλοι μαζί οι Έλληνες έχουν χρέος να μεταρρυθμίσουν την παιδεία τους. Και αυτή θα μεταρρυθμιστεί προ πάντων με το να πάρουν τη φυσική τους γλώσσα, τη ζωντανή, όργανο διδασκαλίας, και να μιλούν και να γράφουν τη γλώσσα τους ελεύτερα, και πάντα, χωρίς ντροπή μην τους ονομάσει κανείς αγράμματους.

Ο αγώνας για την ένωση της φυλής, γινόμενος απ’ όλους τους Έλληνες, θα σιάξει το χ α ρ α χ τ ή ρ α μ α ς τ ο ν α ν θ ρ ώ π ι ν ο. Ο ίδιος αγώνας, μαζί και με την τοπική αυτοδιοίκηση, θα σιάξουν, όσο παίρνει, και τ ο ν π ο λ ι τ ι κ ό μ α ς χ α ρ α χ τ ή ρ α . Το ελεύτερο μεταχείρισμα της φυσικής μας γλώσσας θα βάλει σε τάξη το φορτωμένο και στραβωμένο και μαραντζιασμένο μ υ α λ ό μ α ς, και θα ταφήσει ελεύθερο να γεννοβολήσει.

Το ένα απ’ αυτά να γίνει μονάχα, δε φτάνει. Πρέπει, να γίνονται όλα μαζί και παράλληλα, γιατί είναι όλα σχετικά και στενά δεμένα. Και το ένα φέρνει το άλλο.

4

ΦΥΣΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ. Φυσική διοίκηση στο Ρωμέικο από τότε που φανερώθηκε στον κόσμο, είναι η τοπική αυτοδιοίκηση. Οι αρχαίοι ζούσαν σε πολιτείες, που η κάθε μια με τα τριγυρινά χωριά της ήταν και κράτος ιδιαίτερο με πολιτική αυθυπαρξία, η Αθήναι, η Σπάρτη, η Θήβα, τα Μέγαρα, η Κόρινθο, η Κέρκυρα, η Αίγινα, η Συρακούσα, κτλ. Ύστερα παρουσιάστηκε ένας βασιλιάς Αλέξαντρος, Έλληνας εξαιρετικός και μοναδικός, και υπόταξε τις πολιτείες αυτές, μαζί με τόσους άλλους λαούς. Αυτός πήρε από τις πολιτείες την πολιτική τους ανεξαρτησία, αλλά τους άφησε την αυτονομία, δηλαδή τοπική αυτοδιοίκηση.

Έπειτα οι Ρωμαίοι, πολιτικοί ανοιχτομάτες, που δεν παν να αφανίσουν εκείνο που σε κάθε τόπο υπάρχει, παρά το μεταχειρίζονται για τους δικούς των τους πολιτικούς σκοπούς, οι Ρωμαίοι, σαν τον Αλέξαντρο, άφησαν τις Ελληνικές πολιτείες να κυβερνιούνται μοναχές τους, και αυτοί κράτησαν την πολιτική κυριαρχία. Ας σηκωνόταν η Σπάρτη να χτυπήσει τις Ρωμαϊκές λεγεώνες!

Το Βυζαντινό κράτος ήταν συνέχεια του Ρωμαϊκού και άφησε κι αυτό τοπική αυτοδιοίκηση στις ελληνικές πολιτείες.

Οι Βενετσάνοι, άλλοι πάλε τετραπερασμένοι πολιτικοί κι αυτοί, όταν κατάχτησαν τα νησιά και τις παραθαλάσσιες πολιτείες τις ελληνικές, έκαναν γραφτές συνθήκες μαζί τους και τις άφησαν κι αυτοί να διοικούνται οι ίδιες, προσκυνώντας μονάχα το βενετσιάνικο λεοντάρι.

Οι Φράγκοι όπου πέρασαν, τα ίδια έκαναν, χωρίς συνθήκες όμως.

Οι Τούρκοι, πιο βάρβαροι, μα όχι λιγώτερο πολιτικοί, αναγνώρισαν την τοπική αυτοδιοίκηση στους Ελληνικούς τόπους, μη μπορώντας μήτε να κάνουν τους χριστιανούς μουσουλμάνους, μήτε να τους κόψουν τη γλώσσα, (όπως σκόπευαν), μήτε να μπουν στο νόημα της χριστιανικής διοίκησης, μη θέλοντας κιόλας να φορτωθούν ξένες έννοιες. Κάθονται ήσυχοι οι χριστιανοί, κάνουν τις διάφορες αγγαρείες, πληρώνουν τους φόρους, κανονικούς και ακανόνιστους; Τι άλλο ήθελε ο κυρίαρχος;

Αυτά γίνονταν αιώνες, και ως τα τώρα.

Τώρα ήλθε το Ελλαδικό το κράτος, και μ’ ένα βαυαρέζικο νόμο αποκεφάλισε τη φυσική Ελληνική διοίκηση, ισοπέδωσε τάχα τις πολιτείες, τα χωριά και τους ανθρώπους, κατάστρεψε δηλαδή τις κοινότητες, και έχωσε τους ισοπεδωμένους Έλληνες σ’ ένα στενό παπούτσι, που είναι μονάχα η τελευταία διοικητική διαίρεση του κράτους και λέγεται δήμος. Δηλαδή τι έκανε το κράτος; Όχι μόνον αφαίρεσε τα 9/10 από τα δικαιώματα και τα χρέη που είχαν οι πολιτείες και τα χωριά, αλλά και αναποδογύρισε τον οργανισμό τους. Ο Καποδίστριας, πιο έξυπνος, είχε αφήσει τις κοινότητες, γιατί δεν πάει ένας κυβερνήτης να αφανίζει τη βάση που στέκεται επάνω ο λαός του. Όταν πάω να φορέσω ένα ρούχο, δεν του αλλάζω τα φάδια του!

Και οι Βούλγαροι, οι έξυπνοι, ένοιωσαν ποια είναι η δύναμη του Ρωμιού, η κοινότητά του. Και επειδή είναι στην τωρινή Βουλγαρία λιγοστοί Ρωμιοί, (καμιά εκατοστή χιλιάδες), και αποφάσισαν να τους βγάλουν από τη μέση ή να τους αφομοιώσουν, σοφίστηκαν, τι νομίζετε; Ο,τι σοφίστηκε και το Ελλαδικό κράτος. Να αφανίσουν δηλαδή τις Ελληνικές κοινότητες. Χωρίς κανένα νόμο βαυαρέζικο αυτοί, έσβυσαν μια μέρα τις κοινότητες, άρπαξαν εκκλησίες, σκολειά, κοινοτικές περιουσίες, έκαψαν χωριά, έδιωξαν τους δεσποτάδες, εμπόδισαν τους δασκάλους, τους παπάδες, τους εφόρους, και παν και οι κοινότητες και η ελληνική ζωή!

Στην Τουρκιά όμως ακόμη υπάρχει η τοπική αυτοδιοίκηση, με τον τύπο της κοινότητας. Στην Αίγυπτο κάθε μέρα γ ί ν ε τ α ι. Στην Αμερική το ίδιο. Όπου δέκα Έλληνες, εκεί και κοινότητα. Κυβερνούνε τα ιδιαίτερα τους μοναχοί τους, και υποτάζονται κατά τα άλλα στους νόμους του κράτους όπου βρίσκονται. Δηλαδή τι κάνουν οι δέκα Έλληνες που βρέθηκαν μαζί; Πρώτα φέρνουν τις γυναίκες τους ή παίρνουν γυναίκες. Έπειτα χτίζουν το σπίτι τους, μια καλύβα. Ύστερα κάνουν παιδιά και παράδες, και μαζεύουν χρήματα και για το κοινό, και χτίζουν πρώτα ένα εκκλησιδάκι, και τέλος φτειάνουν και το σκολειό για τα παιδιά τους, δηλαδή φέρνουν έναν κουτσοδάσκαλο. Τις μικροδιαφορές που έχουν αναμεταξύ τους, μοναχοί τους τις ξεδιαλύνουν. Και ποτέ δεν αμφισβητούν την πολιτική κυριαρχία του κράτους όπου βρέθηκαν. Κυβερνούν μονάχα τα δικά τους, όσα μεταξύ τους, έξω από ξένους, ταιριάζει να γίνονται. Και αυτό το ξέρουν καλά οι Έλληνες, όσο και να τρώγονται αναμεταξύ τους.

Αφότου η Ελλάδα έκανε αυτή την ασύγκριτη στραβοκεφαλιά, και κατάργησε τις κοινότητες, σα να ήταν παλιοπάπουτσα, αφότου συγκέντρωσε όλες τις δουλειές στο κράτος, που το διαίρεσε σε δήμους, πάει κατά διαβόλου. Αυτά που θαυμάζουν τους Άγγλους, χωρίς να ξέρουν γιατί, ας θαυμάσουν στην Αγγλία την τοπική αυτοδιοίκηση, που αν και τρισμέγιστο κράτος, δεν την κατάργησε, παρά την άφησε, την υποστήριξε και τη μεταχειρίζεται.

Αφού οι Ρωμιοί της Καλαμάτας, ας πούμε από αιώνες τώρα συνήθισαν να κυβερνούν τις τοπικές δουλειές τους μοναχοί τους, τι έρχεται κι ανακατεύεται το κράτος; Τι έχει να κάνει στην Καλαμάτα; Το πολύ να γυρέψει φόρους λογικούς, και να τους εισπράξει με το καλό ή με το κακό, να διατηρεί χωροφύλακες, να επιθεωρεί τα σκολειά, τις εκκλησιές και τα τοπικά δικαστήρια, να κάνει κανένα ανώτερο δικαστήριο ή σχολείο, αν είναι ανάγκη, να αναλάβει κανένα μεγάλο δημόσιο έργο από κείνα που το κοινό της Καλαμάτας μοναχό του δεν μπορεί να καταφέρει, δρόμο, σιδερόδρoμο, λιμάνι, φάρο, στρατώνα. Οι Ρωμιοί της Καλαμάτας όλα τα άλλα ξέρουν να τα κάνουν, και καλλίτερα μάλιστα από το Κράτος, γιατί τους ενδιαφέρουν περισσότερο και πιο αληθινά, ξέρουν να συμβιβάσουν οι ίδιοι τις μικροδιαφορές τους, ξέρουν να κάνουν τοπικούς δρόμους, μικρά γεφύρια, νεκροταφεία, νοσοκομεία, βρύσες, φυλάγουν πολύ καλά μοναχοί τους τα αμπελοχώραφά τους και τα δάση τους, φτειάνουν και συντηρούν οι ίδιοι τα σκολειά τους και τις εκκλησιές τους. Γιατί ανακατεύεται και σ’ αυτά το κράτος; Ποιος το προσκάλεσε; Αν το κράτος πρέπει να χώνει κι αυτού τη μύτη του, ας επιβλέπει, μονάχα κι ας καταγίνεται με όσα άλλα η κοινότητα δεν μπορεί να κάνει.

Μα λοιπόν, θα πει κανείς, αφού όλα μπορούν και τα καταφέρνουν μονάχοι τους οι Καλαματιανοί, ποια είναι η δουλειά του κράτους; τι ανάγκη να υπάρχει κράτος; Πρώτα πρώτα δεν είπαμε πως όλα μπορούν να τα καταφέρουν οι ίδιοι. Μπορούν να κυβερνήσουν μοναχοί τους μερικά, τα τοπικά τους. Π ρ έ π ε ι όμως να υπάρχει και Ελληνικό κράτος, γιατί αν δεν υπάρχει, θα υπάρξει άλλο κράτος, ξένο κράτος, που θα έλθει να εκμεταλλευτεί τις Ελληνικές κοινότητες και να τις ορίζει. Ελληνικό κράτος πρέπει να υπάρχει για να διατηρεί την ενότητα της φυλής. Οι Έλληνες πρέπει να υπακούουν πολιτικώς σε Έλληνες και όχι σε ξένους, όπως οι Ιταλοί υπακούουν σε Ιταλούς, οι Άγγλοι σε Άγγλους κτλ. Μονάχα έτσι θα καταφέρει κάτι να κάνει ως έθνος. Και το λέμε αυτό, γιατί, ξέρουμε πως οι Έλληνες έχουν τη φιλοδοξία να δημιουργήσουν κάτι, και ως άτομα και ως έθνος.

Του Ρωμιού δεν του λείπει η αξιοσύνη να κυβερνιέται πολιτικά ο ίδιος, μα πρέπει μονάχα πρώτα να νοιώσει, με τι τρόπο έζησαν και ζουν οι Έλληνες στον κόσμο, ποιος κοινοτικός οργανισμός τους βαστά. Οι Έλληνες ζουν π ά ν τ α σ ε κ ο ι ν ά ι δ ι ο κ υ β έ ρ ν η τ α . Λοιπόν ο Έλληνας ή οι Έλληνες, που θα κυβερνήσουν πολιτικά τους Έλληνες, πρέπει όχι να καταστρέψουν τα κοινά αυτά, παρά να τα αφήσουν, να τα περιποιηθούν, να τα μεταχειρίζονται, να τα εκμεταλλεύονται πολιτικά. Μ’ άλλα λόγια είναι ανάγκη να κάνουν ίσα ίσα το αντίθετο από κείνο που έκανε ως τώρα το Ελλαδικό κράτος.

Μα πώς λοιπόν φανταζόμαστε πως μπορεί και πρέπει να είναι ένα Ελληνικό κράτος; Τι δουλειά θα κάνει; Αν δούμε πρώτα τι δουλειές σε κάθε τόπο Ελληνικό μπορεί και καταφέρνει η κοινότητα μοναχή της, και απ’ αυτό θα συμπεράνουμε τι απομένει στο κράτος να κάνει.

Στο κράτος λοιπόν απομένει να καταφέρει τα ακόλουθα:

α’) Χτίζει εκκλησιές και τις διατηρεί, με παπάδες, καντηλανάφτες κλπ.

β’) Χτίζει σκολειά (με τα χρήματα που δίνουν είτε οι πλούσιοι του τόπου, είτε ο κοσμάκης στους δίσκους της εκκλησιάς, ― γι’ αυτό δα πρέπει να υπάρχει η εκκλησιά, ― ή με ταχτικές συνεισφορές), πληρώνει δασκάλους για την κατώτερη, κάποτε και για τη μέση παιδεία.

γ’) Φυλάγει με δραγάτες και δασοφύλακες κοινούς, αμπέλια, χωράφια, βοσκές και δάση, και φυλάγει με τσοπάνηδες κοινούς και αγελαραίους, γιδοπρόβατα, αγελάδες, βώδια και άλογα των ανθρώπων.

δ’) Κάνει και νοσοκομεία με το χρήμα του πλούσιου που το συμπληρώνει με συνεισφορές, ή από την κοινοτική περιουσία που διαχειρίζεται.

ε’) Κάνει και συντηρεί νεκροταφεία, τοπικούς δρόμους μέσα στην πολιτεία και στα περίχωρα, υδραγωγεία, βρύσες και μικρά γεφύρια.

στ’) Με τη δημογεροντία της συμβιβάζει ή δικάζει ιδιωτικές μικροδιαφορές και τιμωρεί μικροκλεψιές, δαρσίματα και τέτοια.

ζ’) Έχει τοπικούς ταχυδρόμους για την πολιτεία μέσα και για τα τριγυρινά χωριά, (μπορεί να έχει και τοπικά τηλέφωνα κτλ.).

η’) Βαστά ληξιαρχικά βιβλία.

Η κοινότητα η Ελληνική μπορεί και καταφέρνει μοναχή της τα ακόλουθα:

1) Να επιβλέπει, αν θέλει, όλα αυτά που κάνει η κοινότητα μοναχή της, δηλαδή τα σχολειά, την τοπική ασφάλεια, τη συγκοινωνία, τα φιλανθρωπικά καταστήματα, την υγεία του τόπου, την πρόχειρη δικαιοσύνη, κτλ.

2) Να μαζεύει φόρους λογικούς για τις ανάγκες του Κράτους.

3) Να κάνει ανώτερα σχολεία, ειδικά σχολεία, πανεπιστήμια και διδασκαλεία, όσα και όπου μονάχα είναι ανάγκη.

4) Να έχει χωροφυλακή για τις μεγάλες αταξίες που μπορεί να τύχει να συμβούν, είτε εξ αιτίας τα μαλώματα μεταξύ ανθρώπων της ίδιας κοινότητας, είτε μεταξύ δύο ή τριών κοινοτήτων. Η χωροφυλακή θα ανακατώνεται, μόνον όταν προσβάλλεται η υπόσταση του κράτους. Η χωροφυλακή θα βοηθεί και στη σύναξη των φόρων, όταν είναι ανάγκη, θα φυλάγει και τις δημόσιες φυλακές.

5) Να κάνει ανώτερα δικαστήρια όσα και όπου είναι μονάχα ανάγκη. Είδαμε πως η κατώτερη δικαιοσύνη μένει χρέος της κοινότητας.

6) Να διατηρεί στρατό και στόλο, όσος χρειάζεται για την ασφάλεια του κράτους από εξωτερικούς εχθρούς, για την περίσταση που θα πρέπει να γίνει πόλεμος για να μεγαλώσει το κράτος, και για να χρησιμεύει το κράτος για φόβητρο και για δύναμη που μπορεί να τραβήξει φιλίες και συμμαχίες άλλων κρατών, και να εμποδίσει τον αφανισμό του έθνους από τους αλλοφύλους.

7) Να διατηρεί αντιπροσώπους, λιγοστούς μα διαλεμμένους, στα ξένα κράτη, όπου έχει συμφέροντα, και να φροντίζει προπάντων για τη διάδοση των Ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό.

8) Να κάνει, είτε απ’ ευθείας, είτε με συμβόλαια με ιδιώτες, τα μεγάλα δημόσια έργα, δημόσιους δρόμους, γεφύρια, σιδεροδρόμους, γεωργικούς σταθμούς, υδραυλικά έργα, τηλεγραφεία, ταχυδρομεία, λιμάνια, τελωνεία, φάρους, και με αυτά και άλλα μέσα (φόρους προστατευτικούς κτλ.) να κοιτάζει πώς να προστατέψει την εγχώρια παραγωγή και βιομηχανία, το εμπόριο και το εμπορικό ναυτικό. Αυτά θα τα αναλάβει το κράτος, όπου και όταν οι κοινότητες και οι εταιρίες δεν μπορούν να τα καταφέρουν μοναχές τους.

9) Να έχει νομοθετικό σώμα, μια βουλή από 50 ανθρώπους, που να τους εκλέγουν όλους οι Έλληνες όλου του κράτους, και όχι κάθε επαρχία χωριστά από δυο τρεις. Η εκλογή θα γίνεται με απλή ή διπλή ψηφοφορία. (Ίσως η διπλή είναι καλλίτερη, δηλαδή μ’ έναν τέτοιο τρόπο: κάθε κοινότητα να εκλέγει δυο τρεις αντιπροσώπους της, που αυτοί θα εκλέγουν έπειτα τους βουλευτές.).

Απ’ όλα αυτά θα βγουν τα ακόλουθα αποτελέσματα:

Ι. Θα ενδιαφέρονται περισσότερο οι πολλοί για τον τόπο τους, και θα περιμένουν από την κοινότητα να τους βολέψει τα συμφέροντά τους, και γι’ αυτό θα προσπαθούν να κυβερνιέται το κοινό τους όσο γίνεται καλλίτερα. Θα πασκίζουν να τα βολεύουν αναμεταξύ τους τα οικογενειακά, και δε θα τα περιμένουν αδιάκοπα όλα από το κράτος.

II. Τα ρουσφέτια θα ελαττωθούν ή θα εντοπισθούν στις κοινότητες και δε θα μολύνουν όλη τη διοίκηση του κράτους. Να λείψει, ολότελα το πολιτικό ρουσφέτι δεν είναι δυνατό, μα θα περιοριστούν πρώτα πρώτα οι θέσες που θα έχει να δώσει το κράτος, γιατί πολλές θέσες θα τις δίνουν οι κοινότητες. Πολλοί λοιπόν από τους τωρινούς θεσιθήρες θα γυρεύουν και θα βρίσκουν θέσες από την κοινότητα και όχι από το κράτος, και αντί να μαλλιοτραβιέται το κράτος μ’ αυτούς, καλλίτερα να μαλλιοτραβιέται μονάχα η κοινότητα. Το ο ι κ ο γ ε ν ε ι α κ ό, αντί να γίνεται μεταξύ κράτος και πολίτη, θα περιοριστεί στην κοινότητα, όπου είναι και φυσικό του να γίνεται.

III. Θα περιοριστούν οι φιλόδοξοι μικροπολιτικοί και τωρινά κομματάρχες, μικροραδιούργοι και δημοκόποι, στα μικροπολιτικά ― δηλαδή στην κοινότητά τους που είναι αρκετό στάδιο για ραδιουργίες και μικροσυμφέροντα. Θα τους βαστά δεμένους στην κοινότητα το συμφέρον, και από την κοινότητα θα βρίσκουν το δίκιο τους ή το άδικό τους. Ας τρώγονται εκεί αναμεταξύ τους για τοπικά συμφέροντα όσο θέλουν, αντί να τρώγονται, όπως τώρα, πάλι για τοπικά τους συμφέροντα, με το κράτος. Και δε θα βρίσκουν τρόπο να απλώσουν την επιρροή τους και στα πολιτικά του κράτους, αφού δε θα βγάζει κανένα βουλευτή δικό της η κοινότητα. Και το κράτος θα στέκεται από πάνω και θα επιτηρεί, και θα επεμβαίνει μονάχα όταν αυτό το ίδιο κινδυνεύει από τους σπαραγμούς των κοινοτήτων, ή όταν από τους μικροπολιτικούς σατραπίσκους και ντερεμπέηδες ολοφάνερα αδικείται πάρα πολύ ο λαός του τόπου.

IV. Οι φιλόδοξοι και επίδοξοι υποψήφιοι βουλευτές θα είναι λιγώτεροι και ίσως καλλίτεροι. Πολλοί, όπως είπαμε, θα προτιμούν να τρώγονται με τα μικροπολιτικά και τις μικροραδιουργίες του τόπου τους. Θα ξέρουν πως κι αν γίνουν βουλευτές (που πρέπει ο λαός όλου του κράτους να τους εκλέξει, και όχι μόνο η κοινότητα ή η επαρχία τους), δε θα μπορέσουν εύκολα να επωφεληθούν το βουλευτηλίκι για τα συμφέροντά τους τα τοπικά. Και γι’ αυτό γίνονται βουλευτές τώρα, για να καταφέρουν καλλίτερα τις δουλειές τους στον τόπο τους. Από τάλλο μέρος θα τους είναι δυσκολώτερο να στοχαστούν να βάλουν κάλπη για βουλευτές, γιατί οι βουλευτές, επειδή θα εκλέγονται απ’ όλους τους Έλληνες, (έστω και με έμμεση ψηφοφορία), θα πρέπει να είναι κάπως γνωστοί σ’ όλο το Ελληνικό, για κάποιο καλό τους έργο, ή να δίνουν τουλάχιστο κάποιες ελπίδες. Και θα φιλοτιμηθούν μερικοί καλοί να δείξουν την αξία τους για να γίνουν βουλευτές. Και αυτοί οι βουλευτές δε θα έχουν κανέναν ιδιαίτερο σύνδεσμο ή υποχρέωση με καμιά κοινότητα ή επαρχία.

V. Ο προϋπολογισμός του κράτους θα ελαφρωθεί από διάφορα βάρη που τώρα έχει, χωρίς να ελαττωθούν πάρα πολύ οι φόροι που τώρα επιβάλλει. Οι κοινότητες δε θα είναι σαν τους δήμους που τα περιμένουν όλα από το κράτος, που τους αφαίρεσε κάθε πρωτοβουλία. Η κοινότητα ξέρει πάντα και βρίσκει χρήματα για τα συμφέροντα του κοινού, που ο καθένας τα βλέπει ποιά είναι, γιατί τα έχει μπροστά του, και τα βλέπει και ξέρει καλά π ω ς σχετίζονται με τα ατομικά του συμφέροντα. Ο ψωμάς και ο παπουτσής είναι καλός κριπής και πολιτικός για τα πολιτικά του σπιτιού του και του κοινού, μα όχι πάντα καλός για τα πολιτικά του κράτους, που βρίσκονται πολύ μακρύτερα απ’ αυτόν. Παρακάτω αναφέρουμε παραδείγματα. Το καλλίτερο όμως παράδειγμα είναι οι κοινότητες που βρίσκονται όξω από τα σύνορα του Ελλαδικού κράτους. Οι Έλληνες εκεί πληρώνουν ταχτικώτατα και τους φόρους που επιβάλλει το Κράτος όπου μνήσκουν και τα δοσίματα που επιβάλλουνε τα συμφέροντα του κοινού. Πολύ συχνά δίνουνε χρήματα και για το Ελλαδικό κράτος που αντιπροσωπεύει γι’ αυτούς (τόσο ελεεινά αλλοίμονο) την ιδέα του μεγαλείου του έθνους. Ο Ρωμιός είναι φιλόδοξος και για το έθνος του, και δίνει, ο κακόμοιρος, δίνει. Κανείς δεν μπορεί να πει, ύστερ’ απ’ αυτά, πως το έθνος μας είναι φτωχό.

Να σημειωθούν και τα παρακάτω, για να είμαστε συνεννοημένοι.

Δεν είναι ζήτημα ναλλάξουν όνομα οι δήμοι και να ονομαστούν κοινότητες ή κοινά. Με το όνομα δεν αλλάζουν και τα πράματα. Ας μείνει το όνομα δήμος, αν θέλετε, και δήμαρχος και συμβούλιο. Ή ας ονομαστεί το κύτταρο της τοπικής ιδιοκυβέρνιας, αν προτιμάτε: «Ναβουχοδονόσωρ»! Το ζήτημα είναι ναλλάξουν τα πράματα. Να μείνουν δηλαδή οι μικρότερες τοπικές περιφέρειες ι δ ι ο κ υ β έ ρ ν η τ ε ς, και να μην είναι η κοινότητα μονάχα η μικρότερη υποδιαίρεση του διοικητικού οργανισμού του κράτους. Η μικρότερη διοικητική διαίρεση ας είναι η επαρχία ή ο νομός, ή και τίποτε άλλο.

Επίσης δεν είναι ζήτημα αν τα υπουργεία είναι εφτά ή εβδομήντα εφτά. Ο αριθμός των υπουργείων έχει τόση σημασία όση και ο αριθμός των υπαλλήλων. Μπορεί δέκα υπάλληλοι να κάνουν δουλειά εκατό ανθρώπων και εκατό να μην κάνουν τη δουλειά ενός. Σκοπός είναι να ξεκαθαρίσει και να ξέρει το κράτος τι δουλειά έχει να κάνει και τι δουλειά πρέπει ν’ αφήσει στις κοινότητες να κάνουν, και μονάχα το πνεύμα της εργασίας ν’ αλλάξει. Και θα μπει σίγουρα νέο πνεύμα, δηλαδή κ α θ α ρ ό π ν ε ύ μ α σε κείνους που θα διευθύνουνε τις υπηρεσίες του κράτους, άμα ξέρουν καλά ποια είναι η δουλειά τους και ποια δεν είναι η δουλειά τους. Τώρα στο κεφάλι, τους όλα είναι σαλάτα και κουρκούτι, ανάκατα με λέξες, λέξες, λέξες.

Και τούτο το σημάδι ας το δείξουμε, για να φανεί ξάστερα πόσο λάθεβε ο νομοθέτης, που αφάνισε τα κοινά και μας κάθισε τους δήμους, και πόσο φυσικό είναι στο Ρωμιό να κυβερνά ο ίδιος τα τοπικά του, όπως κυβερνά ο ίδιος και το σπίτι του. Να το σημάδι.

Κάτω στο Μωριά ξεφύτρωσαν, κοντά στη Σπάρτη, διάφορες μικρές κοινότητες σα μανιτάρια, ενάντια στο νόμο. (η Βαμβακού και άλλες), που μη έχοντας εμπιστοσύνη ούτε στο δήμαρχο, ούτε στο κράτος που τους τον κάθισε, κυβερνούν οι ίδιες τα τοπικά τους συμφέροντα μ’ ένα συμβούλιο από προεστούς, και ανεξάρτητα από το δήμο (χωρίς μάλιστα ν’ ανακατεύουν ολότελα το δήμαρχο), και λοιπόν ανεξάρτητα από το κράτος. Και ποιά είναι τα τοπικά τους κοινά συμφέροντα; Εκείνα που είπαμε· έχουν δική τους περιουσία και κοιτάζουν τα σκολειά, τις εκκλησιές, τα νεκροταφεία, τα υδραγωγεία, τους δραγάτες, τους δρόμους, τα γεφύρια κτλ. Αφού όλα στην Ελλάδα ζουν εν παρανομίαις, γιατί να μη ζήσει και η παράνομη κοινότητα;

Να το λοιπόν το σημάδι: η κοινότητα που γεννιέται άθελα και ατόφεια, χωρίς να ρωτήσει κανένα νόμο, φυτρώνει, φουντώνει, καταστρατηγεί το νόμο, και ζει και βασιλεύει.

Στη Θεσσαλία, και απ’ ένα δυο παλιές κοινότητες της Ακαρνανίας και της Εύβοιας, ο νομοθέτης, δεν ξέρω πώς, υποθέτω όμως από την αντίσταση των κατοίκων, άφησε την κοινοτική περιουσία να υπάρχει, μα πολύ στραβά ανακάτωσε στη διοίκησή της και τους δημάρχους. Το ότι αρχίζει να γίνεται φως, το λένε κάτι νομοσχέδια που άρχισαν από το 1896 και ξεπροβάλλουν δειλά και συμβιβαστικά που φαίνονται σα να δείχνουν πως μερικοί νομάρχες και βουλευτές ― πολύ λίγοι ― άρχισαν να νοιώθουν πώς κάτι τρέχει μες στο δήμο και κάτι δεν πάει καλά στη σχέση του κάθε χωριού με το κράτος, και ότι σ’ αυτό φταίει ο οργανισμός των δήμων και ο νόμος του 1833. Μα και τα νομοσχέδια αυτά ανακατώνουν δήμους και κοινότητες μαζί και τα κάνουν μια σαλάτα.

Εδώ δε χρειάζονται συμβιβασμοί, παρά μονάχα χτυπήματα και τσεκουριές γερές στο δήμο, και θα πέσει μόνος του. Ο λαός παντού, σε κάθε τόπο, ας το κάνει αυτό, αν δεν το κάνει ο νομοθέτης. Καθεστώς που είναι ψεύτικο, δε στέκεται στα πόδια του.

Λοιπόν λέμε πώς το προσωρινό αυτό Ελλαδικό κράτος, για να βολευτεί λιγάκι ― προσωρινά πάντα, πρέπει να ξαναφανερωθεί μέσα του η τοπική αυτοδιοίκηση, κ’ έτσι θα λυθούν τα χέρια του για τα σπουδαιότερα ή γενικώτερα χρέη του.

5

ΟΙ ΕΞΩΜΕΡΙΤΕΣ. Στην έξω από τα σύνορα του Ελλαδικού κράτους Ελλάδα η τοπική αυτοδιοίκηση υπάρχει. Οι Τούρκοι την άφησαν να στέκεται. Οι Έλληνες στην Αίγυπτο, στη Ρωσσία, στην Αμερική, την ξαναδημιουργούν κάθε μέρα. Παντού, όπου κι αν πηγαίνουν, αυτό κάνουν. Και το κράτος το Ελλαδικό σ’ αυτά τα μέρη την επισημοποιεί. Οι Ελληνικές κοινότητες στην Αίγυπτο επικυρώθηκαν με Βασιλικά Διατάγματα του Γεωργίου του Πρώτου. Και δεν ανοίγουν τα στραβά τους να δουν, οι τυφλοί νομοθέτες του Ελλαδικού κράτους.

Αφίνουμε τις άλλες κοινότητες. Μόνο για την Τουρκιά, (ή την αλύτρωτη Ελλάδα), θα πούμε λίγα λόγια. Οι μεγάλες κοινότητες αυτού, πρέπει να καταφέρουν να συνδεθούν κάπως περισσότερο με τις μικρότερες. Ο μόνος σχεδόν σύνδεσμος των κοινοτήτων αναμεταξύ τους τώρα είναι ο δεσπότης και η «θεόσωστος» επαρχία του, δηλαδή το λιβάδι του. Λοιπόν ή ο δεσπότης είναι ανάγκη να φωτιστεί και να γίνει άνθρωπος, πράμα δύσκολο, ή οι μεγάλες κοινότητες πρέπει να κοιτάξουν λιγάκι γύρω, τους, να ιδούν τι κάνουν οι μικρότερες κοινότητες, και να φιλοδοξήσουν να τις περιλάβουν μέσα στην περιοχή τους ή στον οργανισμό τους. Έτσι θα τις βοηθήσουν να ζουν καλλίτερα, και καλλίτερα θα τις εκμεταλλεύονται εμπορικώς. Έτσι θα βρουν και οι μικρότερες κοινότητες πόρους αρκετούς για τα σκολειά τους, αν όχι και για άλλες ανάγκες τους, που και τώρα τις κοιτάζουν μοναχές τους, και οι μεγάλες θα προκόψουν καλλίτερα. Έτσι θα οργανωθούν και πιο βολετά οι κοινότητες για να υπερασπίζονται από κάθε επίθεση, είτε νόμιμη, είτε παράνομη, του Τουρκικού κράτους, ή των άλλων εθνών που κατοικούν μες στην Τουρκιά και που κοιτάζουν πώς να μας πάρουν το ψωμί από το στόμα και να μας ξεπατώσουν αδιάντροπα. Έτσι θα προετοιμαστούν οι Έλληνες της Τουρκιάς και για να μπορέσουν να σηκωθούν στο πόδι ενάντια στο Τούρκικο κράτος, όταν έρθει ο καιρός και η περίσταση (και μεις όλοι πρέπει να τον φέρομε τον καιρό και την περίσταση, γιατί βέβαια δε θα έρθει εξ ουρανού), και αποφασιστεί το πράμα απ’ όλους τους Έλληνες. Έτσι και οι εξωμερίτες θα βοηθήσουν τον αγώνα για την ένωση της φυλής. Έτσι θα σιαχτεί, μ’ αυτόν τον αγώνα, και ο χαραχτήρας τους, όσο παίρνει.

Περισσότερα εδώ γι’ αυτό το ζήτημα δεν ταιριάζει να πούμε.

 

6

 

ΦΥΣΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ. Μα τώρα είναι κάτι άλλο για όλο το έθνος να πούμε· πρέπει τέλος πάντων ν’ α λ λ ά ξ ε ι κ α ι τ ο μ υ α λ ό τ ο υ α ν θ ρ ώ π ου λιγάκι, ίσως όχι ναλλάξει καθαυτό, μα να ξεσκλαβωθεί από μια βαρειά σκλαβιά που το πλακώνει αιώνες τώρα και το κάνει να μαραγκιάζει και μαραίνεται ― η ε π ί σ η μ η γ λ ώ σ σ α. Το μυαλό του Ρωμιού πρέπει να ξεκαθαριστεί απ’ αυτή τη σκουριά.

Βέβαια τα έργα που έγραψαν Όμηρος, Πίνδαρος, Αισχύλος, Δημόκριτος, Θουκυδίδης, Πλάτωνας, Μέναντρος, Λουκιανός, είναι έξοχα. Κανείς δεν αντιλέγει. Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν οι πρώτοι αληθινοί άνθρωποι που και τους Θεούς τους κατέβασαν στη γη για να τους δουν καλλίτερα. Οι αρχαίοι Έλληνες στην τέχνη έπλασαν, πρώτοι απ’ όλους τους λαούς της γης, τον τ έ λ ε ι ο ά ν θ ρ ω π ο. Κοιτάξτε τα αγάλματά τους και τους ήρωες τους. Είναι και οι πρώτοι που άρχισαν να παρατηρούν σωστά και να μαζεύουν υλικό για τις τωρινές επιστήμες. Ύστερ’ απ’ αυτούς οι λαοί δεν κάνουν άλλο, παρά να συμπληρώνουν τις επιστήμες που άρχισαν να τις καταλαβαίνουν εκείνοι, και να επαναλαβαίνουν την τέχνη τους, πλάθοντας κι αυτοί, όσο γίνεται πιο τέλεια, τον τύπο «άνθρωπος». Ως αυτού πάει καλά.

Μα τι έκαναν οι άλλοι λαοί για να συμπληρώσουν την επιστήμη και να δημιουργούν τέχνη; Μεταχειρίστηκαν ένα όργανο. Δεν είπαν πως επειδή οι πρώτοι αληθινοί επιστήμονες και οι πρώτοι τέλειοι τεχνίτες μεταχειρίζουνταν όργανο την ελληνική γλώσσα (ή το ελληνικό μάρμαρο) γι’ αυτό είναι ανάγκη κι αυτοί να μεταχειριστούν το ίδιο όργανο για να φτάσουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Όχι. Είπαν οι λαοί, ο καθένας χωριστά και με το νου του, θα συμπληρώνουμε ατέλειωτα την επιστήμη και θα πλάθουμε τέχνη με ό,τι όργανο έχουμε μεις. Εμείς έχουμε όργανο μια γλώσσα, τη δική μας γλώσσα. Κουτσή στραβή, αυτήν έχουμε, αυτήν και θα μεταχειριστούμε. Την τελειότητα στην τέχνη, και τη σωστή παρατήρηση στις επιστήμες, τα έδωσε στους Έλληνες εκείνους όχι η γλώσσα τους, αφού η γλώσσα είναι όργανο μονάχα και τίποτε άλλο, τους τα έδωσε το πνεύμα, ο νους τους, το μυαλό. Με μυαλό και μεις, και με μια γλώσσα που την ξέρουμε καλά, με τη γλώσσα που την ξέρουμε ίσα ίσα καλλίτερα από κάθε άλλη επειδή είναι δική μας, μ’ αυτή τη γλώσσα θα σπουδάσουμε επιστήμες και θα πλάθουμε τέχνες. Το είπαν και το έκαναν.

Στην αρχή είχαν κι αυτοί κάποιες αμφιβολίες, γιατί δεν τα είχαν καλά καλά ξεκαθαρισμένα τα πράματα στο μυαλό τους, και προσπαθούσαν, με μια γλώσσα πεθαμένη, ― τη λατινική, (που μέσον αυτής εγνώρισαν και θαύμασαν την ελληνική αρχαιότητα), ― να κάνουν τη δουλειά τους. Μα γρήγορα είδαν πως τίποτα δε βγαίνει με το σύστημα αυτό. Και είπαν. Είναι άσκοπο και περιττό να ξεθάφτουμε πεθαμένες λαλιές για να κάνουμε μ’ αυτές ζωντανά έργα. Η δική μας η γλώσσα σιγά σιγά πρέπει να γίνει και θα γίνει άξια για να εκφράσει ό,τι έχουμε στο νου μας. Μόνο με τη γλώσσα που αντιπροσωπεύει σωστότερα από κάθε άλλη τα νοήματά μας, μ’ αυτήν και όχι με άλλη θα εκφράσουμε καλλίτερα εκείνο που θέλουμε. Μόνον αυτή είναι ολότελα ταιριασμένη με τη δική μας σκέψη, δηλαδή με τα τωρινά ζωντανά πράματα.

Και έτσι, ο καθένας μεταχειρίστηκε τη γλώσσα που μιλούσε. Μ’ αυτήν έγραψε, μ’ αυτήν δίδαξε στο σκολειό, μ’ αυτήν μίλησε στη Βουλή κτλ. κτλ. Και πέρασαν αιώνες. Και δούλεψαν και δουλεύουν, και έπλασαν και πλάθουν, και αφίνουν τη γλώσσα τους και τρέχει, και ζουν και βασιλεύουν.

Και στους αιώνες αυτούς που πέρασαν, τι έκανε το έθνος το Ελληνικό;

Θαμπωμένο από την αίγλη των έργων των προγόνων του που αναφέραμε, δεν πρόφτασε να εξετάσει και να ξεκαθαρίσει τα πράματα, δεν κατάφερε να καλοστοχαστεί και είπε: «Η γ λ ώ σ α τ ω ν π ρ ο γ ό ν ω ν, αυτή ήταν έξοχη, αφού σ’ αυτήν εγράφτηκαν τα έξοχα τα έργα, που ο κόσμος αντιλαλεί εξαιτίας τους και που και μάς ακόμη μάς περιχύνουν με τέτοια φεγγοβολή!» Είπε και θαύμασε! Και ήταν μονάχα σα να έλεγε: «Τ ο μ ά ρ μ α ρ ο τ ω ν π ρ ο γ ό ν ω ν (δηλαδή το μάρμαρο της Πεντέλης και της Πάρος), αυτό ήταν έξοχο, αφού μ’ αυτό έγιναν τα έξοχα τα έργα, οι ναοί, τα αγάλματα, τα ανάγλυφα». Και είπε και τη συνέχεια: «Φυρί φυρί θα γράψω εκείνη τη γλώσσα, έτσι θα γίνω και γω κάτι και θακουστεί και το δικό μου τόνομα στον κόσμο, σαν εκείνων». Γιατί, αφού ξέπεσε ο αρχαίος πολιτισμός, το έθνος είχε πάντα τη φιλοδοξία ν’ ακουστεί πάλι στον κόσμο, και δε συλλογίστηκε πως εκείνοι που έπλαθαν τα έξοχα τα έργα μια φιλοδοξία είχαν μονάχα, το π ώ ς ν α π λ ά σ ο υ ν, και αδιαφορούσαν για το θόρυβο και για τα λόγια του κόσμου. Να αμέσως μια διαφορά μεταξύ εκείνων και μας.

Ο χριστιανισμός ως τόσο στην Ανατολή, με τη βοήθεια του Ελληνικού μυαλού και της καλαισθησίας του, ξεχάνοντας τους αρχαίους ναούς και σπάνοντας τα αγάλματα των αρχαίων θεών, από αντιπάθεια έπλασε βέβαια κάτι: τ η Β υ ζ α ν τ ι ν ή Ε κ κ λ η σ ί α. Και ο λαός, ο ατίμητος, ο πλούσιος πάντα λαός, χαμπάρι μην έχοντας από τις αρχαίες τελειότητες και μην ξέροντας καν τους αρχαίους αλλοιώς παρά από την παράδοση (ο βασιλιάς Αλέξαντρος, οι Νεράιδες, ο Χάρος, η θρησκεία των αποθαμένων), δε εμποδίστηκε να δημιουργήσει, και έπλασε κι αυτός από ζωή κάτι τέλειο: τ α Δ η μ ο τ ι κ ά Τ ρ α γ ο ύ δ ι α. Και οι σοφολογιώτατοι γραμματισμένοι του έθνους, και πανιερώτατοι και πανασιολογιώτατοι αρχηγοί της εκκλησίας κολλημένοι στο γράμμα και όχι στο πνεύμα, αιώνες τώρα παρασύρουν το έθνος στην πιο τρανή, στην πιο κουτή παλαβωμάρα, στη μεγαλύτερη τρέλλα που μπορούσε ποτέ το έθνος να κάνει: να αποκηρύξει δηλαδή το ζωντανό εαυτό του και να προσκολληθεί σα στρείδι στη γλώσσα των αποθαμένων του.

Πολλοί τώρα θα πουν πως σύγκριση του Ελληνικού με τάλλα έθνη σε τούτο το ζήτημα δε χωρεί, γιατί για κείνα η λατινική ή η ελληνική γλώσσα ήταν ξένες, ενώ για μας είναι προγονική. Έχουν όμως άδικο όσοι το λεν και το ξαναλέν αυτό. Πρώτα πρώτα οι Ιταλοί είχαν προμάμμη τους τη λατινική και την άφησαν. Έπειτα κάθε γλώσσα που πέθανε, είτε ξένη είναι είτε προγονική, είναι… πεθαμένη. Αυτό δεν το κατάλαβαν οι Έλληνες και πολέμησαν αιώνες ως και το μυαλό τους να σαβανώσουν και να απομουμιώσουν, για να απολιθωθούν εις α ρ χ α ί ο υ ς Έ λ λ η ν ας. Και καταλαβαίνω η τρέλλα αυτή να βαστάει διακόσια, τριακόσια, ας είναι και πεντακόσια χρόνια. Μα δυο χιλιάδες χρόνια; Τι είδος μάγια έστησαν στους παθολογικούς στο μυαλό απογόνους τους οι φυσιολογικοί μεγάλοι Έλληνες που ζούσαν τον 5ον και 4ον αιώνα πριν από το Χριστό; Δεν το νοιώθω. Και τι λογής μεθύσι αρχαιοπρέπειας ήταν αυτό, που δεν κουράστηκε να οργιάζει δυο χιλιάδες χρόνια; Ίσως ο Βάκχος θα το ξέρει.

Θα πουν όμως άλλοι πως, από κάμποσο καιρό και δώθε, γινήκαμε πιο λογικοί, γιατί θελήσαμε να ταιριάσουμε την πεθαμένη γλώσσα με τη ζωντανή. Το αποτέλεσμα του σοφού αυτού συμβιβασμού θα σας το περιγράψουμε σε λίγο.

Μα δε νομίζετε, αγαπητοί μου Έλληνες, πως έφτασε πια η ώρα να γιατρευτούμε απ’ όλα αυτά; Και η παθολογική κατάσταση και η τρέλλα έχουν τα όριά τους. Αρκετά οργιάσαμε στο φανταχτερό μεθύσι της αρχαιομανίας. Δεν κουραστήκαμε πια;

Η τρέλλα, η αρρώστεια, ή το σαράκι που μας τρώγει, είναι βαθύτερα παρ’ ό,τι το θαρρούμε. Μας γύρισε το μυαλό στραβά σε κάθε είδος στοχασμό, και του στράβωσε κάθε δρόμο. Και προπάντων το σκολειό που, αφημένο στην αδειανή σοφία και διάκριση των γραμματισμένων, μ ο ρ φ ώ ν ε ι τάχα τον Έλληνα, ενώ τον αποστραβώνει και τον π α ρ α μ ο ρ φ ώ ν ε ι αλήθεια, το σκολειό μας είναι το χαραχτηριστικώτερο και το χειρότερο σημάδι της κατάντιας του μυαλού μας, το σκολειό που φροντίζει να τη φορτώσει και στα παιδιά μας, για να μην τύχει και χαθεί, μόνο να ζήσει, η στραβωμάρα αυτή εις αιώνα τον άπαντα!

Και γιατί;

1). Σκοπό έβαλε το σκολειό, από το δημοτικό στο Πανεπιστήμιο, να μάθει του παιδιού μ ι α γ λ ώ σ σ α και μάλιστα νεκρή, για να την κάνει με τον καιρό δική του γλώσσα. Ενώ κάθε γλώσσα δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο, παρά όργανο και όχι σκοπός της διδασκαλίας. Η γλώσσα στο σκολειό πρέπει να είναι μέσο για να μάθουμε άλλα πράματα.

2). Εξόν από τον τρομερό και άσκοπο κόπο που επιβάλλει στο παιδί, να μάθει δηλαδή μια γλώσσα, που δεν είναι δική του, και να τη βάλει στη θέση της δικής του, παραφορτώνει κιόλας και παραγεμίζει το μυαλό του παιδιού μ’ έναν αρμαθό άταχτες, περιττές κι ασύνταχτες γνώσες, με το σκοπό να κάνει το παιδί άξιο για τι νομίζετε; Για να α ν α β ε ί σε ανώτερα σκολεία. Και ποια η ανάγκη να παν σε ανώτερα σκολειά όλα τα Ελληνόπουλα, ο ζευγολάτης, ο εργάτης, ο ναυτικός, ο χωριάτης; Η γλώσσα δεν τους άφησε να το στοχαστούν. Ένας πολύ σπουδαίος λόγος για να παν σε ανώτερα σκολειά όλοι οι Έλληνες, είναι για να μπορέσουν να ξεμάθουν τη γλώσσα τους ολότελα και να απομάθουν την αττική διάλεχτο! Αν ήταν δυνατό, θα ανάγκαζαν οι δάσκαλοι τον Έλληνα να μην πάψει ποτέ να πηγαίνει στο σχολειό ως που να γίνει αρχαίος λίθος ή μούμια. Και οι γνώσες αυτές όλες, που αποθηκεύει ο Ρωμιός ανάκατα στο μυαλό του, μαζεύοντάς τες από τα σκολειά του, είναι μια μεγάλη φουσκαλίδα, που αφού σκάσει αφίνει το μυαλό του άδειο. Και αν, κατά περίσταση, δε σκάσει, εξακολουθεί, να φουσκώνει, και αποβλακώνει ή αποστραβώνει τον άνθρωπο. Είναι άραγε ανάγκη να πούμε, ότι σκοπός κάθε σχολειού είναι να δίνει του παιδιού λίγες μα στερεές γνώσες, ανάλογες με τις ανάγκες του, δηλαδή με τη ζωή που θα κάνει το καθένα άμα μεγαλώσει; Και να του ξυπνάει, ακόμη μέσα του ό,τι ικανότητες τυχαίνει να έχει;

3). Και είναι βέβαια, ακόμη και τώρα, τελικός σκοπός της παιδείας, το να μάθει ο Ρωμιός την αττική γλώσσα, για να γίνει στο τέλος αρχαίος Έλλην, μα τώρα που έβαλαν νερό στο κρασί τους οι δάσκαλοι, προσπαθούν να φτάσουν στο αποτέλεσμα αυτό από άλλο δρόμο. Είδαν πως απότομα δεν μπορεί να γίνει η μεταμόρφωση, αφότου πέθανε μάλιστα κι ο Οβίδιος, και στοχάστηκαν να την καταφέρουν σιγά κι αγάλι αγάλι, με τέχνη και διπλωματία δασκαλοπαπαδίστικη. Ανάμεσα στη ζωντανή και στην πεθαμένη έβαλαν μιαν άλλη γλώσσα, ένα ανακάτωμα από ζωντανά και πεθαμένα κομματάκια. Και ανάγκασαν το παιδί να μάθει πρώτα αυτήν, και απ’ αυτή σιγά σιγά ύστερα, ολοένα προσθέτοντας, με την ίδια τέχνη και διπλωματία, πεθαμένα στοιχεία και αφαιρώντας ζωντανά, να φτάσει στη νεκρική τελειότητα. Η μέση αυτή γλώσσα, που έγινε και η επίσημη γλώσσα του κράτους, ― φυσική γλώσσα ενός τραγελαφικού κράτους, ― λέγεται «καθαρεύουσα» και θα ήταν καλλίτερα να λεγόταν «βρώμα».

Επειδή τώρα το παιδί ξέρει και τρίτη ελληνική γλώσσα, τη γλώσσα της μάνας του («το ειδεχθές εκείνο και βαρβαρικόν ιδίωμα»), που ο δάσκαλος πολεμάει καλά και σώνει να του την ξερριζώσει, και που μοιάζει βέβαια εξωτερικώς ορθογραφικώς και φθογγολογικώς με τη γλώσσα την αττική, που γυρεύει στο τέλος να του την μπίξει στο μυαλό, ― μπερδεύει, όλες αυτές τις γλώσσες μέσα στο μυαλό του το παιδί, και σα βγει από το σκολειό τις μεταχειρίζεται και όλες μαζύ και καμιά. Το τι σαλάτα γίνεται στην ομιλία, στο γράψιμο και λοιπόν και στο μυαλό του νέου Ρωμιού, είναι αφάνταστο. Δηλαδή δ ε ν τ ο φ α ν τ α ζ ο μ α σ τ ε ε μ ε ί ς που το βλέπουμε κάθε μέρα και το έχουμε για πολύ φυσικό, και μάλιστα για το μόνο σωστό. Έτσι έπρεπε να είναι. Αμήν. Έπειτα ένας που κάνει τόσον κόπο, όλα τα νειάτα του, για να μάθει κάτι, αφού το κουτσομάθει και νομίσει πια πως το καλοξέρει, είναι περήφανος φυσικά γι’ αυτό και δε θα θελήσει ποτέ να παραδεχτεί (εξόν αν είναι έξυπνος) ότι όλοι αυτοί οι κόποι που έκανε παν χαμένοι και αυτά που έμαθε όχι δεν είναι τέλεια, παρά είναι χειρότερα κι από τη νούλα. Γι’ αυτό βλέπουμε τις «Αρσακειάδες» και τις «Ζαππίδες», καθώς τις λένε, να περπατούν τόσο περήφανες στο δρόμο, και να έχουν τόσες απαιτήσεις για γαμπρούς αντάξιους της καθαρεύουσας, που αυτές πια την έχουν ξεσκολισμένη. Γι’ αυτό βλέπουμε και τους νέους υφηγητές του πανεπιστημίου να κοκορεύονται τόσο και να περνούν για τέλειοι γαμπροί, που μόνο η προίκα τους λείπει.

Η γλώσσα αύτη ως τόσο, η νεοελληνική, που καταντά να μας αφήνει στο μυαλό μας το σκολειό (χωρίς να έχει μάλιστα σκοπό α υ τ ή ν να μας μάθει), και μας τη συμπληρώνει η σπουδαία εφημερίδα και ο σπουδαιότερος ρήτορας, λέγεται Βαβυλωνία! Γλώσσα χωρίς χρώμα, ή χαμαιλέοντας, γλώσσα χωρίς σύνταξη δική της ή φραγκαττική φρασεολογία, γλώσσα δίχως γραμματική ορισμένη ή αστοιχείωτη, γλώσσα δίχως ζωή ή τεχνητή, δίχως πνεύμα ή ανόητη, και χωρίς νόημα ή βλαβερή, ― όχι γλώσσα παρά άρνηση κάθε γλώσσας, γιατί ούτε την αττική μαθαίνουμε, ούτε τη γλώσσα της μάνας μας μάς αφίνουν, που μας τη βρωμίζουν αδιάντροπα, ούτε καν τη φράγκικη, ― α υ τ ή τη γλώσσα που δεν είναι γλώσσα, α υ τ ή ν αφίνουν σαν κατακάθι στο μυαλό μας τα σκολειά του Γένους. Μα το χειρότερο αποτέλεσμα δεν είναι η γλώσσα καθαυτό.

Το χειρότερο είναι η σαλάτα του μυαλού, όπου μαζεύονται και παλεύουν αναμεταξύ τους οι λέξες, και επομένως τα νοήματα, και βρίσκεται η λέξη συνήθως να μην αντιπροσωπεύει κανένα νόημα, τόσα πολλά νοήματα αλλάζει κάθε στιγμή, σύμφωνα με την ελεύθερη θέληση του κάθε γραμματισμένου. Και αποτέλεσμα ο κ ρ ο τ α λ ι σ μ ό ς, δηλαδή το να μασσά κανείς λόγια για να ακούει ο ίδιος ή άλλοι τον κρότο των συλλαβών, και τίποτε άλλο. Η λεγόμενη καθαρεύουσα, ο σοφός αυτός συμβιβασμός τάχα της αττικής με τη ζωντανή γλώσσα, ο τραγέλαφος, είναι η καλλίτερη γλώσσα για να μιλά κανείς μέρες ή να γράφει τόμους, χωρίς να λέγει απολύτως τίποτα. Λοιπόν η γλώσσα αυτή φέρνει και τη χ ι λ ι ο μ ε τ ρ ί τ ι δ α, δηλαδή το να μιλά κανείς και να γράφει χιλιόμετρα. Και το μυαλό του Ρωμιού συνήθισε έτσι, από το περίφημο σκολειό και από τους λόγους των ρητόρων και τα άρθρα των εφημερίδων, στην εύκολη σκέψη, δηλαδή στην άρνηση της σκέψης, και τεμπελιάζει και δε στοχάζεται τίποτα αληθινά, αφού φτάνει να βάζει κανείς λέξες τη μια κοντά στην άλλη χωρίς λόγο, σειρά και αφορμή, και να γεμίζει τον αέρα με ήχους ή το χαρτί με μυγοχέσματα, για να λέγεται γραμματισμένος, σοφός ή επιστήμονας, για να βρει νύφη με προίκα, ή για να γίνει ρήτορας στη Βουλή των Ελλήνων. (Αυτός δα δεν είναι τάχα και ο σκοπός του σκολειού, να μας μαθαίνει να γράφουμε, να διαβάζουμε, και να ρητορεύουμε σε μια γλώσσα που, επειδή δεν καταφέρνει να γίνει αρχαία, έχει τουλάχιστο τη υποκρισία να ντύνεται όσο μπορεί περισσότερο με τίτλους της αρχαίας και να τυλίγεται όσο μπορεί καλλίτερα μέσα σ’ αυτούς, για να μη φανεί η γδύμνια του μυαλού μας;).

Ο στοχασμός καταργείται, δε χρειάζεται. Η λογική αναποδογυρίζεται, είναι περιττή. Ο συλλογισμός είναι σειρά φράσες που περπατούν κοντά και καταπόδι, σαν κανένα καραβάνι καμήλες στην έρημο, η μια κατόπι από την άλλη, και τις σέρνει, ποιος φαντάζεστε; Ένας γάιδαρος! Η έρημο είναι το μυαλό μας. Ο γάιδαρος η λογική μας. Και το σύνολον υποκρισία και ψευτιά και αδειοσύνη και αδιαντροπιά και κολοκύθια με τη ρήγανη!

Έτσι κατάντησε το μυαλό του Ρωμιού, ψεύτικο ή κούφταλο. Εξαιρούνται βέβαια οι …. εξαιρέσεις, που ή δεν πέρασαν από ελληνικό σκολειό, ή δε διαβάζουν ελληνικές εφημερίδες, ή ξέμαθαν ό,τι έμαθαν, ή τα πέταξαν όλα από πάνω τους και ξανάκαναν μόνοι τους, οι στοχαστικοί, την ανατροφή του μυαλού τους. Και ανάμεσα σ’ αυτούς βλέπουμε τους καλλίτερους τωρινούς Έλληνες, την ελπίδα για τη μελλούμενη τύχη του έθνους. Μόνο πρέπει να ανασκουμπωθούν αυτοί, να παραβλέψουν τις ψιλοκοπιές που τους χωρίζουν, να τινάξουν την τεμπελιά από πάνω τους, να ενωθούν να θεωρήσουν κ ο ι ν ων ι κ ό ζ ή τ η μ α σ ο β αρ ό το ζήτημα της γλώσσας που θα μεταχειρίζεται, στο εξής το έθνος στα σκολειά του και παντού, να προσπαθήσουν με κάθε τρόπο να αφανίσουν τη σχεδόν τραγική επιρροή των γραμματισμένων, και να ξαναδώσουν στον Έλληνα την καθαρή συνείδηση πως ο εαυτός του είναι πάλι καλλίτερος από κάθε πεθαμένο πρόγονο, όσο μεγάλος και να είναι, αφού το λέει μάλιστα και ο Εκκλησιαστής: «κάλλιο σκύλος ζωντανός, παρά νεκρό λιοντάρι»!

Θα πουν βέβαια και θα ξαναπούν μερικοί, πως δεν είναι καιρός τώρα για τέτοια ζητήματα, τώρα που έχουμε τόσα άλλα «σπουδαιότερα» να κοιτάξουμε, και θα αναφέρουν το Μακεδονικό, το Κρητικό, το στρατιωτικό, το πολιτικό ζήτημα κτλ. Και θα τους ρωτήσουμε αυτούς αν το έχουν για μικρό και ασήμαντο το ζήτημα να καθαριστούν τα ακάθαρτα, χάρις στην καθαρεύουσα, μυαλά του έθνους, και αν δεν είναι σπουδαίο, να στοχαζόμαστε καλά. Άλλως τε το είπαμε και παραπάνω, το είπε και κάποιος αρχαίος: «και τούτο δει ποιείν, κακείνο μη αφιέναι».

Αυτή είναι η αρρώστεια, αυτή η σκλαβιά του μυαλού μας, που δεν τη νοιώθουμε πια, τόσο τη συνηθίσαμε. Αν νομίζετε πως πρέπει να τη φυλάξουμε κι αυτή σα μια παράδοση παλιά του Έθνους, μ’ όσα κι αν μας φέρνει κακά, να τη φυλάξουμε. Μα προσέχετε, η παράδοση αυτή δεν είναι του έθνους παράδοση, είναι μονάχα των γραμματισμένων του έθνους και της εκκλησίας. Αν η Ανατολική Εκκλησία θέλει να την κρατήσει, ας την κρατήσει. Και η Δυτική Εκκλησία κρατεί τη λατινική. Μα τα δημοτικά τραγούδια, που είναι η ζωή και η τέχνη, αυτά, είναι του έθνους η παράδοση. Και κοιτάξτε σε τι γλώσσα είναι γραμμένα. Με την παράδοση των γραμματισμένων θα καταντήσει το μυαλό μας τέτοιο, που θα δουλεύει λιγώτερο και από τώρα, που δεν καταγίνεται πια παρά σε μικροκατεργαριές, για να πορεύεται ο μικράνθρωπος το ψωμί του, ή για να φαντάζει και να κοκορεύεται. Καμιά φορά οι πρόληψες είναι χρήσιμες για τη συντήρηση του ανθρώπου και των εθνών. Και αυτή η παράδοση είναι μια πρόληψη, σπουδαία μάλιστα, αφού έχει καταντήσει θρησκεία. Μα σε τούτη την περίσταση και ύστερα από τόσους κόπους που βασίλευσε και οργίασε, είναι τέλος πάντων καιρός να χαντακωθεί, άλλοιώς θα χαντακωθούμε εμείς που την έχουμε στήσει, κατά διαταγή των γραμματισμένων, σαν είδωλο μες στο μυαλό μας, που κάτω κάτω δε μας φταίει και τίποτε το κακόμοιρο.

Είναι παράδοξο αλήθεια ο έξυπνος ελληνικός λαός να καταντά θεληματικά κουτός από σεβασμό προς το γράμμα, προς τα γράμματα και προς το γραμματισμένον. Και θα ήταν συγκινητική η πεισματάρικη θυσία που τόσους αιώνες τώρα εξακολουθεί και προσφέρει στους αρχαίους και θαυμαστούς προγόνους και στα περασμένα μεγαλεία μια ολιγαρχία του έθνους, που σέρνει το λαό από τη μύτη, ― αν δεν ήταν κρίμα ένας τέτοιος λαός να χάνεται σε τέτοιες άσκοπες θυσίες, την ώρα που οι θυσίες όλες έπρεπε να γίνονται γ ι α ν α ζ ή σ ε ι τ ώ ρ α, θυσίες άλλες, θυσίες στη ζωή και στη νίκη.

Παράλληλο με το ξ ε σ κ λ ά β ω μ α τ ω ν χ α ρ α κ τ ή ρ ω ν που φέρνει ο πόλεμος, ο αγώνας για την πολιτική ένωση της φυλής, σ’ ένα κράτος ελληνικό μεγάλο, αντρειώνοντας και εξευγενίζοντάς τους, είναι τ ο ξ ε σ κ λ ά β ω μ α τ ο υ μ υ α λ ο ύ, που φέρνει το ξεφόρτωμα από την αττική και από την καθαρεύουσα, και το ελεύθερο μεταχείρισμα της ζωντανής γλώσσας παντού και πάντα. Όσο για την τοπική αυτοδιοίκηση, αύτη χρησιμεύει γ ι α ν α σ υ ν τ η ρ ε ί τους Ελληνικούς τόπους σε κάποια δ ι οι κ η τ ι κ ή ι σ ο ρ ρ ο π ί α με το πολιτικό τους περιβάλλον.

Προτείνουμε λοιπόν στο έθνος ολόκληρο, καθαρά και ξάστερα, το ακόλουθο πρόγραμμα:

α’) Αγώνα οργανωτικό, πολεμικό, και επαναστατικό, για να ενωθεί η φυλή σ’ ένα κράτος ελληνικό, άλλο από το τωρινό μικρό και πρόσκαιρο κράτος, που είναι χάρβαλο.

β’) Να υποστηρίξει παντού, σ’ όλους τους Ελληνικούς τόπους, προπάντων όμως μέσα στο Ελλαδικό κράτος, όπου καταπατείται, την τοπική αυτοδιοίκηση.

γ’) Να μιλά και να γράφει τη γλώσσα της μάνας του, και μόνον αυτήν να έχει εθνική του γλώσσα, και να αναγκάσει και τους δασκάλους μ’ αυτήν να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα.

Ω έθνος μαργωμένο, πού είναι η περηφάνεια σου; Μην έχεις πεποίθηση σε κανένα, μήτε στους Μεγάλους ξένους της γης, μήτε στους Μεγάλους προγόνους σου, π α ρ ά μ ό ν ο σ τ ο ν ε α υ τ ό σ ο υ. Από κανένα μην περιμένεις τίποτε, π α ρ ά μ ό ν ο ν α π ό τ ο ν εα υ τ ό σ ο υ.

Το σχόλιό σας