Επιστολή Γεωργίου Παπανδρέου προς Βασιλέα Κωνσταντίνο Βʹ – 15 Ιουλίου 1965

65

Εν Αθήναις τῃ 15 Ιουλίου 1965

Μεγαλειότατε,
Έλαβον χθες την τρίτην επιστολήν Υμών. Επί των άλλων σημείων θα δώσω προφορικώς απάντησιν κατά την αποψινήν μας συνεργασίαν. Αλλά επί του καιρίου σημείου θεωρώ επιβεβλημένον να προσδιορίσω και εγγράφως τας απόψεις μου. Πρόκειται περί της αναλήψεως υπ’ εμού του Υπουργείου της Εθνικής Αμύνης.

Η αρχική μου σκέψις προς ανάληψιν του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης προέκυψεν από την επιθυμίαν όπως διευκολύνω την παραίτησιν του κ. Γαρουφαλιά, ο οποίος θα εθίγετο ολιγώτερον εφ’ όσον το Υποργείον θα ανελάμβανεν αυτοπροσώπως ο Πρωθυπουργός. Αφ’ ής όμως εγνώσθη αυτή η πρόθεσίς μου ο Τύπος της Δεξιάς ήρχισεν την επίθεσιν με τον ισχυρισμόν, ότι σκοπός μου ήτο ο επηρεασμός των διεξαγόμενων ανακρίσεων και η συγκάλυψις των ενόχων. Την ύβριν αυτήν υιοθέτησεν εις τας δηλώσεις του και ο Υπουργός Εθνικής Αμύνης, με την προσθήκην, ότι αποτελώ επί πλέον και εθνικόν κίνδυνον. Πέραν όμως αυτών, και απείρως σημαντικώτερον, ήλθε να προστεθή το γεγονός, ότι απέστειλα προς την Υμετέραν Μεγαλειότητα το Διάταγμα της απολύσεως του κ. Γαρουφαλιά και της αναλήψεως του Υπουργείου υπ’ εμού, και το Διάταγμα δεν υπεγράφη. Και ο λόγος της μη υπογραφής εμφανίζεται ο ίδιος. Τον προσδιορίζετε αναλυτικώτερον εις την χθεσινήν επιστολήν. Μου γράφετε: «Μήν επιμένετε να αναλάβητε υμείς κατά την παρούσαν ώραν το Υπουργείον της Εθνικής Αμύνης. Τοιαύτη πράξις, δι’ ούς λόγους σας έχω ήδη επισημάνει εν τη από 8 Ιουλίου επιστολή μου και σας εξήγησα κατά την τελευταίαν συνεργασίαν μας, θα αποτελέση «βαρύτατον πλήγμα κατά του προσωπικού σας γοήτρου, κατά του κόμματος, του οποίου ηγείσθε, κατά των αρχών της αρετής και της ευθιξίας, αι οποίαι κρατούν και πρέπει να εξακολουθήσουν να διέπουν τον πολιτικόν μας βίον». Καθιερούται τοιουτοτρόπως η αρχή, ότι δύναμαι να είμαι Πρωθυπουργός, αλλά και όχι και Υπουργός ωρισμένου Υπουργείου. Θα είμαι επομένως Πρωθυπουργός υπό απαγόρευσιν. Αλλά εαν δεν εμπνέω εμπιστοσύνην, θα πρέπει να παύσω να είμαι Πρωθυπουργός. Είναι όμως αδιανόητον ότι θα δύναμαι να παραμείνω Πρωθυπουργός, αλλά όχι και Υπουργός Εθνικής Αμύνης! Πολιτικός ανήρ, ο οποίος θα εδέχετο τοιούτον εξευτελισμόν, θα καθίστατο άξιος περιφρονήσεως υπό του λαού. Και θα παρέμενεν μοναδικόν παράδειγμα αφιλοτιμίας εις την πολιτικήν ιστορίαν της χώρας.

Έχει διατυπωθή ο υπαινιγμός ότι τάχα, η εμμονή μου εις την ανάληψιν του Υπουργείου της Εθνικής Αμύνης αποσκοπεί εις την συγκάλυψιν των ενόχων κατά τας διεξαγόμενος ανακρίσεις. Αλλά ο υπαινιγμός είναι και άθλιος και ασύστατος. Διατί, πρός αυτόν τον σκοπόν, θα ήτο απαραίτητον να αναλάβω αυτοπροσώπως το Υπουργείον και διατί ο σκοπός, εάν επρόκειτο να υπάρχη, δεν θα ηδύνατο να επιτευχθή καθ’ όμοιον ή και κατά μείζονα λόγον από τον φίλον Υπουργόν της εμπιστοσύνης μου, ο οποίος θα ανελάμβανε το Υπουργείον; Και δεν αποδεικνύει ασφαλώς το αντίθετον το γεγονός, ότι εμμένων εις την άποψίν μου οδηγώ ενδεχομένως εις κυβερνητικήν κρίσιν, αποτέλεσμα της οποίας θα είναι, ότι ούτε εγώ θα είμαι Πρωθυπουργός, ούτε φίλος μου εις το Υπουργείον Εθνικής Αμύνης αλλά εχθρός μου;

Ιδού η πλήρης απόδειξις, ότι άλλος είναι ο λόγος της εμμονής μου. Είναι η υπεράσπισις της προσωπικής μου τιμής και της τιμής της Δημοκρατίας. Δύναμαι να παύσω να είμαι Πρωθυπουργός. Δεν αποτελεί τούτο ούτε πολιτικήν, ούτε ηθικήν μείωσιν. Αλλά δεν δέχομαι να είμαι εξευτελισμένος Πρωθυπουργός. Και δεν στέργω εις την παραβίασιν των αρχών της Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Εις τοιαύτην περίπτωσιν θα καθιστάμην ανάξιος της εμπιστοσύνης της μεγάλης πλειοψηφίας του Λαού μας, η οποία με κατέστησεν Ηγέτην της και Κυβερνήτην της Χώρας. Αυτήν την αναξιότητα δεν επιτρέπω εις τον εαυτόν μου. Τα αξιώματα μου είναι αδιάφορα. Αλλά μ’ ενδιαφέρει η προσωπική μου τιμή και η τιμή της Δημοκρατίας. Και αυτός είναι ο λόγος, Μεγαλειότατε, δια τον οποίον δεν δύναμαι ν’ ανταποκριθώ εις την έκκλησίν Σας και εμμένω εις τας αποφάσεις μου.

Η Χώρα έχει ανάγκην ομαλότητος. Και έπραξα το πάν, καθώς αποδεικνύει και η πρόσφατος ψήφισις της παραγραφής, προς παγίωσιν ομαλού πολιτικού βίου. Αλλά η ομαλότης δεν δύναται να στηριχθή ούτε επί της ηθικής μειώσεως του Πρωθυπουργού, ούτε επί παραβιάσεως των αρχών της Βασιλευομένης Δημοκρατίας.

Δια τούτο, με την σειράν μου, εν ονόματι του Έθνους και του Θρόνου, απευθύνω και εγώ προς Υμάς Μεγαλειότατε, έκκλησιν, όπως μη επιμείνητε εις την άρνησιν, αλλά ανταποκριθήτε εις το αίτημα του νομίμου Κυβερνήτου της Χώρας.

Μετά βαθείας τιμής
Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

Το σχόλιό σας