Απιστία

155

Πολλὰ ἄρα Ὁμήρου ἐπαινοῦντες, ἀλλὰ τοῦτο
οὐκ ἐπαινεσόμεθα… οὐδὲ Αἰσχύλου, ὅταν φῇ ἡ
Θέτις τὸν Ἀπόλλω ἐν τοῖς αὐτῆς γάμοις ἄδοντα

«ἐνδατείσθαι τὰς ἑὰς εὐπαιδίας,
νόσων τ’ ἀπείρους καὶ μακραίωνας βίους.
Ξύμπαντα τ’ εἰπὼν θεοφιλεῖς ἐμᾶς τύχας
παιῶν’ ἐπευφήμησεν, εὐθυμῶν ἐμέ.
Καγὼ τὸ Φοίβου θεῖον ἀψευδὲς στόμα
ἤλπιζον εἶναι, μαντικὴ βρύον τέχνη:
Ὁ δ’, αὐτὸς ὕμνων,…
… αὐτός ἐστιν ὁ κτανὼν
τὸν παῖδα τὸν ἐμόν».

Πλάτων, Πολιτείας, Β’

Σαν πάντρευαν την Θέτιδα με τον Πηλέα
σηκώθηκε ο Απόλλων στο λαμπρὸ τραπέζι
του γάμου, και μακάρισε τους νεονύμφους
για τον βλαστὸ που θάβγαινε απ’ την ένωσι των.
Είπε ˚ Ποτὲ αυτὸν αρρώστια δεν θαγγίξει
και θάχει μακρυνὴ ζωή. -Αυτὰ σαν είπε, η Θέτις
χάρηκε πολύ, γιατί τα λόγια
του Απόλλωνος που γνώριζε απὸ προφητείες
την φάνηκαν εγγύησις για το παιδί της.

Κι όταν μεγάλωνεν ο Αχιλλεύς, και ήταν
της Θεσσαλίας έπαινος η εμορφιά του,
η Θέτις του θεού τα λόγια ενθυμούνταν.
Αλλὰ μια μέρα ήλθαν γέροι με ειδήσεις,
κ’ είπαν τον σκοτωμὸ του Αχιλλέως στην Τροία.
Κ’ η Θέτις ξέσχιζε τα πορφυρά της ρούχα,
κ’ έβγαζεν απὸ πάνω της και ξεπετούσε
στο χώμα τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια.
Και μες στον οδυρμό της τα παληὰ θυμήθη ˚
και ρώτησε τί έκαμνε ο σοφὸς Απόλλων,
πού γύριζεν ο ποιητὴς που στὰ τραπέζια
έξοχα ομιλεί, πού γύριζε ο προφήτης
όταν τον υιό της σκότωναν στα πρώτα νειάτα.
Κ’ οι γέροι την απήντησαν πως ο Απόλλων
αυτὸς ο ίδιος εκατέβηκε στην Τροία,
και με τους Τρώας σκότωσε τον Αχιλλέα.

Το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.