Θεός και Κόσμος

436

Για τις προσεγγίσεις της έννοιας του Θεού μέσα στο πέρασμα του χρόνου, γράφει ο Δημήτρης Ψαλλίδας

Δεν είναι λίγες οι φορές που στην ιστορία της εκπεφρασμένης σκέψης, της φιλοσοφίας ή της λογοτεχνίας, κείμενα που απέχουν  χρονικά μεταξύ τους, φαίνεται να επικοινωνούν και να συνδιαλέγονται, ανταλλάσσοντας ιδέες, συμπληρώνοντας κενά, καταργώντας τις  χρονικές αποστάσεις και τα όρια του χώρου. «Δεν υπάρχει Θεός και εμείς είμαστε οι  προφήτες του» ,  αποφαίνεται ο Cormack McCarthy. Μια κάποιου είδους απάντηση σε αυτή την υπόκωφη πρόταση διαβάζουμε στον πρόλογο του έργου του Antonin Artaud, Το θέατρο και το είδωλό του: «Καθόλου δεν πιστεύω πως το υπερβατικό, το θεϊκό είναι ανθρώπινες εφευρέσεις. Αντίθετα συλλογίζομαι πως η χιλιόχρονη παρέμβαση του ανθρώπου είναι εκείνη που παραποίησε τελικά ή χάλασε για εμάς το θεϊκό».

Ο άνθρωπος εκκινεί αναζητώντας την ενότητα μέσα του, προσπαθώντας να ανακαλύψει τη θέση του στον κόσμο, τον προορισμό που του έχει τεθεί από τα πράγματα. Αναζητά τη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων και τείνει να ενωθεί με το υπερβατικό, να συνενώσει το κατακερματισμένο Είναι του με κάτι που μοιάζει να τον ξεπερνά αλλά και να διαπερνά την ύπαρξή του. Ο άνθρωπος από την αυγή του χρόνου αναζητά το Απόλυτο , το ενοποιητικό Εν, το Θείο, αναζητά να επιτύχει αυτό που ο Dante ονομάζει με το ρήμα trasumanar στο Άσμα I του Παραδείσου: «Trasumanar significar per verba non si poria». Αν για τον Albert Camus  ο κόσμος συντίθεται από το χάος και τη σιωπή καθώς: «Το παράλογο γεννιέται από την αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στον πόθο του ανθρώπου και την παράλογη σιωπή του κόσμου», για τον Θαλή το Μιλήσιο: «Πάντα πλήρη θεών», τα πάντα εμπεριέχουν Θεούς.

«Είδα τον Κύριό μου με τα μάτια της καρδιάς. Ρώτησα: ποιος είσαι; Εκείνος απάντησε: Εσύ ο ίδιος! Εσύ [Θεέ] λάμπεις μέσα, ανάμεσα στην καρδιά και το κέλυφός της, όπως τα δάκρυα λάμπουν έξω από τα μάτια. Εσύ ζεις στο απόλυτα εσωτερικό, στα βάθη της καρδιάς μου, όπως οι ψυχές ζουν στα μέλη του σώματος […]. Εγώ είμαι αυτός τον οποίο αγαπώ και αυτός που αγαπώ είμαι εγώ. Είμαστε δύο ψυχές που ζουν σε ένα σώμα. Με βλέπεις και τότε βλέπεις Εκείνον. Βλέπεις Εκείνον και τότε βλέπεις εμάς». Στα παραπάνω λόγια του σούφι  Mansur al-Hallaj φανερώνεται η βαθιά ανάγκη του ανθρώπου για την ανεύρεση του Θείου και η ενοποιητική του τάση, που φτάνει σε βαθμό ταύτισης, με το υπέρτατο Όν. Σύμφωνα με ένα πολύ γνωστό εδάφιο του Κορανίου: «Ο Θεός έχει 99 ονόματα. Όποιος τα μετράει θα μπει στον Παράδεισο». Θεός και Όνομα συμπορεύονται από την απαρχή του κόσμου. Ο Θεός είναι ο Λόγος, ο πρώτος ήχος που ακούγεται στη σιωπηλή σκοτεινιά του σύμπαντος και δημιουργεί τα πάντα από το μηδέν. «Ἐν ἀρχῇ  ἦν ὁ Λόγος καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν καί Θεός ἦν ὁ Λόγος», διαβάζουμε στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. Μέσω του θεϊκού λόγου είναι που τα δημιουργήματα κατονομάζονται για να περάσουν στην ύπαρξη: «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς». Έτσι το Απόλυτο εκδηλώνεται και εκφράζεται μέσα από όλα όσα δημιουργεί, διαπερνώντας με την ενέργειά του όλη την ύπαρξη.

grecobooks-1

Σε όλους τους μεγάλους αρχαίους πολιτισμούς, οι οποίοι εκφράζονται και προσπαθούν να οριστούν μέσα από τη διήγηση των μύθων τους, συναντάμε μια θεογονία που είναι ταυτισμένη με την κοσμογονία. Οι πρωταρχικοί θεοί γεννιούνται μαζί με τον κόσμο μέσα από το χάος, την αρχέγονη άβυσσο: «Πρώτα – πρώτα λοιπόν το Χάος έγινε και ύστερα έγινε η πλατύστηθη Γη, το αιώνιο στέρεο βάθρο όλων [των αθανάτων, που κατέχουν του χιονοσκέπαστου Ολύμπου την ακροκορφή και τα ζοφερά τα Τάρταρα μέσα στης μεγαλόδρομης της γης τα βάθη]. Και ο Έρως, κι είναι αυτός μέσα στους αθάνατους θεούς ο πλέον ωραίος[…]. Από το Χάος μαύρη Νύχτα και Έρεβος γεννήθηκαν και από τη Νύχτα ο Αιθέρας και η Ημέρα γίνηκαν», μας περιγράφει ο Ησίοδος στη Θεογονία του. Το ίδιο μυθολογικό μοτίβο συναντάμε και στο προερχόμενο από την αρχαία Μεσοποταμία Έπος της Δημιουργίας:  «Όταν εκεί πάνω οι ουρανοί δεν είχαν ονομαστεί, όταν από κάτω η Γη δεν είχε όνομα, όταν ο ίδιος ο Απσού, ο πρωταρχικός, ο πατέρας των θεών, ο Μουμού, η Τίαματ που γέννησε τα πάντα, είχαν ανάμεικτα τα νερά τους, όταν το πεθαμένο καλάμι δεν είχε ακόμα σωρευτεί, καλαμιώνα δεν είχες να δεις. Όταν θεός δεν είχε ακόμα φανεί, με όνομα δεν είχε ονομαστεί, μοίρα δεν του είχε οριστεί, τότε γεννήθηκαν οι θεοί από τους κόλπους του Απσού και της Τίαματ». Μέσα από την άβυσσο και το άχρονο σκότος, αρχίζει να αχνοφαίνεται ο κόσμος.  Η έννοια του Θεού είναι συνυφασμένη με τη δημιουργία, με τον υπέρλαμπρο ουρανό και το ζωογόνο φώς της ημέρας, που υπερνικά τα σκοτάδια και «φανερώνει» τον κόσμο, θέτοντάς τον σε κίνηση. Ο κόσμος από αυτό το κρίσιμο σημείο και μετά αποτελεί θέσφατο, είναι κάτι που ειπώθηκε από το Θεό.

Η αναζήτηση του θεϊκού συνδέεται με το μυστηριακό και οδηγεί στο μυστικιστικό. Ο άνθρωπος προσπαθεί να αποδράσει από τον κόσμο των φαινομένων, που τον περιβάλλει, κάνοντας ένα τεράστιο αφαιρετικό άλμα. Ποια στάθηκε η πρώτη στιγμή, που η έννοια του Θείου σχηματίστηκε στο μυαλό του ανθρώπου; Με ποιόν τρόπο από την αίσθηση του πεπερασμένου χώρου η ανθρώπινη διάνοια ωθήθηκε να προσεγγίσει την έννοια του απείρου; Πώς τα πάντα οδήγησαν στο ένα; Πώς από το επιμέρους γεννήθηκε το καθολικό και  από το προσωρινό το αιώνιο;  Στον Ιερό Λόγο του Ερμή του Τρισμέγιστου διαβάζουμε: «Αρχή των όντων είναι ο Θεός. Και του νου και της φύσης και της ύλης. Για να δείξει τη σοφία του έφτιαξε τα πάντα, όντας η αρχή όλων. Και ενέργεια του Θεού είναι η φύση που λειτουργεί αναγκαστικά, προάγοντας το τέλος και την ανανέωση. Στην αρχή υπήρχε σκότος στην άβυσσο και άπειρα ύδατα και λεπτό πνεύμα νοερό, που με θεία δύναμη διαπερνούσε τα όντα του χάους, Καθώς ήταν όλα ακαθόριστα και ακατασκεύαστα, ξεχύθηκε ένα φως άγιο και γεννήθηκαν τα στοιχεία». Ο Θεός δημιουργεί για τη χαρά της δημιουργίας και κομίζει το φώς, τη ζωή, την κίνηση: «Τέτοια είναι η ασώματη φύση εκείνου, δηλαδή δεν είναι απτή, ούτε ορατή, ούτε μετρήσιμη, ούτε έχει διαστάσεις, ούτε είναι όμοια με οτιδήποτε άλλο. Γιατί ο Θεός δεν είναι ούτε πυρ, ούτε νερό, ούτε αέρας, ούτε πνεύμα αλλά όλα αυτά έγιναν από εκείνον. Και θα πρέπει έτσι να τον κατανοείς, δηλαδή ότι προϋπήρχε και ότι υπάρχει πάντα. Και ότι όλα έγιναν από έναν και μόνο, ο οποίος με τη θέλησή του δημιούργησε τα όντα. Αγαθός καθώς είναι θέλησε όλα τα πράγματα να γίνουν αγαθά. Αφού έφτιαξε όλο τον κόσμο, θέλησε να κοσμήσει και τη γη. Και ως κόσμημα του θείου σώματος έστειλε κάτω τον Άνθρωπο. Γιατί ο άνθρωπος είναι θεατής των έργων του Θεού. Και δημιουργήθηκε για να θαυμάζει τον κόσμο και για να γνωρίζει το Δημιουργό».

Για τον Πλάτωνα το θείο ταυτίζεται με το υπερβατικό, το αμετάβλητο και το αιώνιο. Αποτελεί το αίτιο των καθολικών αντικειμένων , των Ιδεών και του Αγαθού. Ο Θεός στον πλατωνικό Τίμαιο εμφανίζεται ως Δημιουργός: «Ας δούμε λοιπόν για ποια αιτία ο Δημιουργός συνέθεσε το γίγνεσθαι και όλο αυτό το σύμπαν. Ήταν αγαθός και στον αγαθό δεν γεννιέται ποτέ κανένας φθόνος για οτιδήποτε. Καθώς λοιπόν δεν είχε φθόνο, θέλησε να γίνουν τα πάντα όσο το δυνατόν παρόμοια με τον ίδιο. Αυτή είναι η πιο έγκυρη αρχή για το γίγνεσθαι και τον κόσμο που μπορεί κανείς να αποδεχθεί, αν συμβουλευθεί ανθρώπους με φρόνηση. Θέλοντας επομένως ο θεός να είναι τα πάντα αγαθά και να μην υπάρχει κατά το δυνατόν τίποτα ατελές, παρέλαβε όλα όσα ήταν ορατά  – και βρίσκονταν όχι σε ηρεμία αλλά σε άρρυθμη και άτακτη κίνηση  – και τα έφερε από την αταξία στην τάξη, θεωρώντας ότι η τάξη είναι από κάθε πλευρά καλύτερη». Ο Θεός του Πλάτωνα είναι τέλειος και αθάνατος, παρουσιάζεται ως ο τέλειος Νους και οι άνθρωποι μπορούν να τον προσεγγίσουν μέσω της εκλέπτυνσης των νοητικών τους εργαλείων και της επίμονης αναζήτησης του αγαθού: «Αν κάποιος έχει αφιερωθεί στην αγάπη της μάθησης και της αληθινής σοφίας και καλλιεργεί αυτήν κυρίως την πλευρά του εαυτού του, για να προσεγγίσει την αλήθεια, είναι υποχρεωμένος να σκέφτεται τα αθάνατα και τα θεία. Λίγο απέχει από την κατάκτηση της αθανασίας, όσο βέβαια η αθανασία είναι προσιτή στην ανθρώπινη φύση. Και επειδή πάντοτε φροντίζει για τη θεϊκή ψυχή και περιποιείται το δαίμονα που φιλοξενεί μέσα του, φθάνει και ο ίδιος σε ιδιαίτερη ευδαιμονία».

grecobooks-1

Πώς επιτυγχάνεται η  μεταβίβαση της ανθρώπινης γνώσης με το πέρασμα των γενεών; Είναι εφικτό να ενωθούν οι τεθλασμένες γραμμές, να σβήσουν οι ρωγμές που δημιουργούνται μέσα στο χρόνο; «Και ότι είναι να κατακτήσεις με δύναμη και υποταγή, έχει κιόλας ανακαλυφθεί μία ή δύο, ή αρκετές φορές, από ανθρώπους που δεν μπορείς να ελπίζεις να συναγωνιστείς – αλλά δεν υπάρχει ανταγωνισμός – υπάρχει μόνο η μάχη να ανακτήσεις ότι έχει χαθεί και βρέθηκε και χάθηκε πάλι και πάλι: και τώρα, υπό συνθήκες που μοιάζουν δυσμενείς. Όμως ίσως ούτε κέρδος ούτε ζημιά. Για μας υπάρχει μόνο η προσπάθεια. Τα άλλα δεν μας αφορούν».

Αν για τον Πλάτωνα ο Θεός είναι ο Νους, για τον Πλωτίνο και τους νεοπλατωνικούς ο Θεός αποτελεί το Eν, το οποίο δίνει στα όντα την αξία τους και κάνει τα πάντα να υπάρχουν. Παρά του χρήση αυτού του όρου, δανεισμένου από τους νεοπυθαγορείους προκατόχους του, ο Πλωτίνος θεωρούσε πως κανένα όνομα δεν στέκεται ικανό να περιγράψει τη θεία φύση. Εδώ ο Θεός διαπερνά, εμπεριέχει και εξηγεί τα πάντα ενώ ταυτόχρονα περικλείεται στα ίδια τα πράγματα και εξηγείται από αυτά. «Εφόσον λοιπόν η απλή φύση του Αγαθού μας φανερώθηκε ως και πρωταρχική – αφού ότι δεν είναι πρωταρχικό δεν είναι απλό – και χωρίς να περιέχει τίποτα μέσα του, ως κάτι ενιαίο, και αφού η φύση του Ενός είναι η ίδια είτε το ονομάζουμε Ένα είτε το ονομάζουμε Αγαθό – γιατί δεν είναι πρώτα κάτι άλλο και μετά ένα, ούτε το Αγαθό είναι πρώτα κάτι άλλο και μετά αγαθό -, πρέπει να θεωρήσουμε ότι πρόκειται για την ίδια φύση και να την χαρακτηρίσουμε ως ενιαία, όχι αποδίδοντάς της τίποτε ως κατηγόρημα αλλά δηλώνοντάς την σε εμάς τους ίδιους όσο είναι δυνατόν. Και ο χαρακτηρισμός του ως πρώτου έχει την έννοια ότι είναι εντελώς απλό και αύταρκες επειδή δεν αποτελείται από πολλά. Γιατί αλλιώς θα εξαρτιόταν από αυτά τα οποία θα το αποτελούσαν. Και δεν βρίσκεται μέσα σε τίποτα άλλο, επειδή ότι είναι μέσα σε κάτι άλλο, προέρχεται και από κάτι άλλο. Αν επομένως ούτε προέρχεται από άλλο, ούτε ενυπάρχει σε άλλο, ούτε αποτελεί κανενός είδους σύνθεση, πρέπει να μην υπάρχει τίποτα πάνω από αυτό», αναφέρεται στη δεύτερη από τις Εννεάδες του.

Φαίνεται πως υπάρχουν κάποιοι τόποι στον κόσμο προορισμένοι να γεννήσουν συγκεκριμένες ιδέες. Τόποι που πάλλονται από ανεξήγητες δυνάμεις και δημιουργούν συνθήκες στοχασμού και πνευματικές εκλάμψεις , που μόνο εκεί θα μπορούσαν να ευδοκιμήσουν. Στην Άπω Ανατολή οι μύθοι , οι παραδόσεις αλλά και ο καθημερινή προσέγγιση της ζωής, βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με το υπερβατικό, με το θεϊκό. Στα αρχαία Ινδικά έπη οι θεοί ενσαρκώνονται και συνομιλούν με τους ήρωες, αποκαλύπτουν τα μυστήρια της ζωής και την ουσία της θείας φύσης. «Άκουσε τώρα , ω Άρτζουνα, τα σημαντικά λόγια που θα πω για χάρη σου και που θα σε χαροποιήσουν πολύ. Ούτε οι ντέβα ούτε οι μεγάλοι σοφοί γνωρίζουν την αρχέγονη φύση μου, αν και είμαι η πηγή των ντέβα και των μεγάλων σοφών. Εκείνος που με γνωρίζει ως αγέννητο και άναρχο κύριο των κόσμων, διαλύοντας την αυταπάτη ελευθερώνεται από τα δεσμά του. Η ενόραση, η γνώση, η διάλυση της αυταπάτης, η εγκαρτέρηση, η ειλικρίνεια, ο έλεγχος του εαυτού, η χαρά και ο πόνος, η γέννηση και ο θάνατος, η σιγουριά και η ανασφάλεια, όλα αυτά προβάλλουν από μένα […]. Εγώ είμαι η πηγή των πάντων. Από μένα προβάλλει όλη η δημιουργία. Οι φωτισμένοι που το γνωρίζουν, με λατρεύουν μέσα σε βαθύ διαλογισμό. Εστιάζοντας το νου τους σε μένα, αφιερώνοντας τη ζωή τους σε μένα, φωτίζουν ο ένας τον άλλο και μιλούν πάντα για μένα σε κατάσταση χαράς και αγαλλίασης», αναφέρει ο Krishna, μια από τις ενσαρκώσεις του θεού Vishnu.

«Άκουσέ με, ω Μπαράτα, γιατί θα σου μιλήσω για εκείνον το θείο και μεγαλειώδη Ατμάν ο οποίος είναι πράγματι άπειρος. Εγώ είμαι εκείνος ο Ατμάν που ενοικεί στην καρδιά όλων των όντων. Εγώ είμαι η αρχή, η μέση και το τέλος όλων των υπάρξεων. Ανάμεσα στους απλανείς είμαι ο ήλιος. Ανάμεσα στα φώτα της νύχτας είμαι η σελήνη. Ανάμεσα στις αισθήσεις είμαι ο νους και μέσα στα έμψυχα όντα είμαι η νόηση. Ανάμεσα στις θυσίες είμαι η σιωπηλή επίκληση. Ανάμεσα στα αμετακίνητα πράγματα είμαι τα Ιμαλάια. Ανάμεσα στα δέντρα είμαι το δέντρο της ζωής. Στη δημιουργία είμαι η αρχή, η μέση και το τέλος[…]. Είμαι το αιώνιο σπέρμα όλων των όντων. Πράγματι, από όλα τα όντα, κινητά ή ακίνητα, δεν υπάρχει κανένα που να μπορεί να ζήσει χωρίς εμένα. Οι θείες εκδηλώσεις μου είναι απεριόριστες. Αυτή είναι μόνο μια σύντομη απαρίθμηση της άπειρης δόξας μου. Μάθε ότι όλα τα όμορφα, ένδοξα, πανίσχυρα δημιουργήματα είναι μόνο ένας σπινθήρας του μεγαλείου μου. Αλλά τι χρειάζονται όλες αυτές οι λεπτομέρειες; Άκουσε μόνο αυτό: Έχοντας διαπεράσει ολόκληρο το σύμπαν με ένα μέρος του εαυτού μου, το στηρίζω!», ακούμε τα θεϊκά λόγια στη Mahabharata.

Η θεϊκή ενέργεια διαπερνά και ζωντανεύει τα πάντα. Ο Θεός είναι όλα και όλα είναι ο Θεός. Το άπαν αποτελεί ένα αδιάσπαστο σύμπλεγμα. «Ο Εαυτός είναι ένας. Είναι ακίνητος. Είναι ταχύτερος από το νου. Επειδή προηγείται του νου είναι πέρα από την εμβέλεια των αισθήσεων. Όντας παντοτινά σταθερός, υπερφαλαγγίζει οτιδήποτε τρέχει. Η παρουσία Του και μόνο, καθιστά ικανή την παγκόσμια ενέργεια να συντηρεί τις δραστηριότητες των έμβιων πλασμάτων. Κινείται και είναι ακίνητος. Είναι μακριά και είναι κοντά. Είναι μέσα σε όλα αυτά και είναι επίσης έξω από όλα αυτά[…]. Παρ’ ότι κάθεται ακίνητος, Αυτός περιηγείται. Παρ’ ότι είναι πλαγιασμένος πηγαίνει παντού. Ποιος άλλος εκτός από εμένα είναι ικανός να γνωρίζει εκείνο το λαμπερό όν που χαίρεται και δε χαίρεται; Φωτεινό, λεπτότερο και από τα άτομα ακόμα, εκείνο τα άφθαρτο Brahman είναι η στέγη του κόσμου και όλων των κατοίκων του. Αυτός είναι ζωή, λόγος, νους, οντότητα, αθανασία. Αυτός είναι ο στόχος στον οποίο πρέπει να διεισδύσει ο νους», διαβάζουμε στις Upanisads.

Η φύση του Θεού σύμφωνα με την ανατολική προσέγγιση βρίσκεται πέρα από το δυισμό που συνήθως συναντάται στη φύση. Όλα συγχωνεύονται μέσα στο μορφοποιημένο κενό του Ενός. Όπως περιγράφεται σε μια από τις σούτρες του Buddha: «Η κενότητα δεν έχει μορφή, αντίληψη, αίσθημα, παρόρμηση και συνείδηση. Ούτε μάτια, αυτιά, μύτη, γλώσσα, σώμα και νου, ούτε μορφές, ήχους, οσμές, γεύσεις ή αντικείμενα αφής. Στην κενότητα δεν υπάρχει άγνοια, ούτε εξάλειψη της άγνοιας. Δεν υπάρχει συνείδηση και εξάλειψη της συνείδησης. Δεν υπάρχει όνομα και μορφή, ούτε ην εξάλειψή τους. Δεν υπάρχει επιθυμία, ούτε εξάλειψη της επιθυμία. Δεν υπάρχει προσκόλληση, ούτε εξάλειψη της προσκόλλησης. Δεν υπάρχει γίγνεσθαι, ούτε εξάλειψη του γίγνεσθαι. Δεν υπάρχει φθορά και θάνατος, ούτε εξάλειψη της φθοράς και του θανάτου. Δεν υπάρχει πόνος, ούτε καταγωγή, ούτε σταμάτημα του πόνου, ούτε ατραπός που οδηγεί σε αυτό. Δεν υπάρχει γνώση, ούτε επίτευξη ή μη επίτευξη».

Η κατάχρηση της γλώσσας και το στοιχείο της υπερβολής  το οποίο συναντάται συνήθως στην ανθρώπινη προσπάθεια για επικοινωνία, δίνουν τη θέση τους στον λιτό αλλά συμπαγή  και αινιγματικό λόγο, όταν διαβάζουμε για τη θεϊκή υπόσταση στο Tao Te King: «Κοίτα δεν μπορεί να φανεί – είναι πέρα από σχήμα. Αφουγκράσου, δεν μπορεί να ακουστεί  – είναι πέρα από ήχο. Πιάσε, δεν μπορεί να κρατηθεί – είναι άπιαστο. Ακαθόριστα είναι τα τρία τούτα. Για αυτό ενώνονται σε ένα. Από πάνω δεν είναι φωτεινό. Από κάτω δεν είναι σκοτεινό. Απερίγραπτο, αδιάκοπο νήμα. Επιστρέφει στη μηδαμινότητα. Μορφή του άμορφου. Εικόνα του μη εικονικού. Ονομάζεται ακαθόριστο και αφάνταστο. Στάσου μπροστά του, αρχή δεν υπάρχει. Ακολούθα το, τέλος δεν υπάρχει. Μείνε με το αρχαίο Ταό για να κινείσαι στο παρόν. Ουσία του Ταό είναι να γνωρίζεις το πανάρχαιο ξεκίνημα[…]. Κάτι που σχηματίστηκε αινιγματικά, γεννημένο πριν από τον ουρανό και τη γη. Στη σιγαλιά και στο κενό. Μόνο του στέκει ανάλλαχτο, πάντα κινούμενο εδώ. Ίσως να είναι η μάνα των μύριων πραγμάτων. Άγνωστο μου είναι το όνομά του. Μη βρίσκοντας καλύτερο χαρακτηρισμό θα το λέω μεγάλο. Όντας μεγάλο, κυλά. Κυλά πέρα μακριά. Ξεμακραίνει, ξαναγυρνά».  

Ο άνθρωπος για να μπορέσει προσεγγίσει το Θείο, πρέπει να το αναζητήσει μόνο μέσα του,  οφείλει να εξαγνίσει την καρδιά του, να ενεργοποιήσει τις λεπτότερες πτυχές του Είναι του μακριά από τελετουργικά και εντολές. Ο αναζητητής του Θεού μετατρέπεται σε μύστη. Μετατρέπεται σε αυτόν που απομακρύνεται από την  ‘’κανονικότητα’’ και γίνεται τρελός, δια Χριστόν σαλός. Φλέγεται να ενωθεί με το Υπέρτατο Ένα και να συμμετάσχει στην υπερβατική ουσία των πραγμάτων. Είναι ο ασκητής, ο φορέας της αγάπης, της σιωπής , της ακτημοσύνης και της ταπεινότητας. «Γιατί τι άλλο είναι η προσευχή εκτός από επέκταση του εαυτού σας στο ζωντανό αιθέρα; Κι αν σας φέρνει παρηγοριά να ξεχύνετε το σκοτάδι σας στο διάστημα, θα σας έφερνε επίσης χαρά αν ξεχύνατε στο διάστημα το γλυκοχάραμα της καρδιάς σας[…]. Δεν μπορώ να σας διδάξω πώς να προσεύχεστε με λόγια. Ο Θεός δεν ακούει τα λόγια σας εκτός εάν αυτός ο ίδιος εκφράζεται με τα χείλη σας. Και δεν μπορώ να σας διδάξω την προσευχή των θαλασσών και των δασών και των βουνών. Αλλά εσείς που είστε γεννημένοι από τα βουνά και τα δάση και τις θάλασσες, μπορείτε να βρείτε την προσευχή σας στην καρδιά σας. Και αν μόνο τα αφουγκραστείτε μέσα στην ησυχία της νύχτας θα τα ακούσετε να λένε με τη σιωπή τους: Θεέ μας, που είσαι ο φτερωτός εαυτός μας, είναι η θέλησή σου μέσα μας που θέλει. Είναι ο πόθος σου μέσα μας που ποθεί. Είναι η ορμή σου μέσα μας που μετατρέπει τις νύχτες μας, που είναι δικές σου, σε μέρες, που είναι και αυτές δικές σου». 

«Γνωρίζω – και αυτή η γνώση χαρίζει στο νου μου τη μεγαλύτερη ικανοποίηση και γαλήνη – ότι όλα συμβαίνουν με τη δύναμη και την αμετάβλητη εντολή ενός απόλυτα τέλειου όντος», γράφει σε μια από τις επιστολές του ένας στοχαστής που στην εποχή του κατηγορήθηκε για αθεΐα. Σύμφωνα με τη σκέψη του ίδιου στοχαστή οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον κόσμο ως μια απλή διαδοχή συμβάντων, επειδή δεν έχουν προσεγγίσει ακόμα τις αιώνιες αλήθειες, που φανερώνουν την πραγματική αμετάβλητη τάξη της φύσης. Θεός και Φύση εξισώνονται και αποτυπώνονται ως γνώση στον ανθρώπινο νου για να οδηγήσουν στη μακαριότητα.«Η διανοητική αγάπη της ψυχής για το Θεό είναι η αγάπη με την οποία ο Θεός αγαπάει τον ίδιο τον εαυτό του, όχι καθόσον είναι αιώνιος αλλά καθόσον μπορεί να εξηγηθεί με την ουσία της ανθρώπινης ψυχής θεωρούμενης από την άποψη της αιωνιότητας. Δηλαδή η διανοητική αγάπη της ψυχής για το Θεό είναι τμήμα της άπειρης αγάπης με την οποία ο Θεός αυταγαπάται». Ο άνθρωπος αγαπώντας το Θεό, αγαπά τον εαυτό του και το αντίστροφο, διευρύνοντας έτσι την έννοια του κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν. Μαθαίνει να προσεγγίζει και να αγαπά ένα Θεό τόσο προσιτό που μπορεί να τον ανακαλύψει εντός του χωρίς τη βοή και το θόρυβο των εντολών εγκάθετων ‘’ καθοδηγητών ‘’ . Ένα Θεό που μπορεί να τον περιγράψει η ποίηση στις υψηλότερες στιγμές της: « Purifiez nos coeurs\ O God of the silence \ Purifiez nos coeurs \ O God of waters».

 

 

 

 

Το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.