Τρέλα και Φαντασία

406

Για τα δυσδιάκριτα όρια τρέλας και λογικής και τον εκμαυλιστικό ρόλο της φαντασίας, γράφει ο Δημήτρης Ψαλλίδας

Ο Αθήναιος ο Ναυκρατίτης  στο έργο του Δειπνοσοφισταί μας διηγείται την ιστορία μιας απώλειας.  Ο πυθαγόρειος Παρμενίσκος ο Μεταποντίνος χάνει ξαφνικά την ικανότητα να γελά και απευθύνεται για συμβουλή στο μαντείο των Δελφών. Η Πυθία τον προτρέπει να επισκεφθεί το ναό της Λητούς στη Δήλο και να αποτίσει τιμές στο άγαλμα της μητέρας του Απόλλωνα.  Όταν ο Παρμενίσκος φτάνει στο ναό, αντί να βρεί ένα μεγαλοπρεπές άγαλμα, βλέπει εμπρός του ένα απλό κομμάτι ξύλου, γεγονός που του προκαλεί ακατάσχετα γέλια.

Σε ένα κείμενο φέρει το όνομα του Ιπποκράτη αλλά είναι κοινώς αποδεκτό πως δεν ανήκει στο ιπποκρατικό corpus, συναντάμε την ιστορία μιας υπερβολής. Σύμφωνα με την επιστολή που λαμβάνει ο ψευδεπίγραφος Ιπποκράτης από τη βουλή των Αβδηριτών, ο φιλόσοφος Δημόκριτος ο επιφανέστερος πολίτης των Αβδήρων, έχει απομακρυνθεί από τα όρια της πόλης και το μόνο που κάνει μέρα και νύχτα είναι να γελά με όλους και με όλα: « Τόσο σοβαρά έχει αρρωστήσει από την πολλή σοφία που τον κατέχει, ώστε υπάρχει μεγάλος φόβος, αν χάσει ο Δημόκριτος τα λογικά του, να απομείνει όντως έρημη η πόλη των Αβδήρων. Γιατί εκείνος ξεχνώντας τα πάντα και πρώτα από όλα τον εαυτό του, μένει ξάγρυπνος νύχτα και μέρα, γελώντας συνεχώς με όλα, μικρά και μεγάλα και σκεπτόμενος ότι η ζωή ολόκληρη είναι ένα τίποτα » . Οι Αβδηρίτες αδυνατώντας να ακολουθήσουν την προτροπή του Δημοκρίτου, να μη θαμπώνονται ποτέ και από τίποτα και να διατηρούν την αταραξία τους ανεξάρτητα από την έκβαση των πραγμάτων, κλονίζονται όταν αντικρίζουν την άκρως παράδοξη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο φιλόσοφος, κατάσταση την οποία ερμηνεύουν αμέσως ως τρέλα: « Ένας παντρεύεται, άλλος εμπορεύεται, δημηγορεί, ασκεί εξουσία, εκτελεί αποστολή, εκλέγεται ή καθαιρείται, αρρωσταίνει, τραυματίζεται ή πεθαίνει, κι εκείνος γελάει με όλα καθώς βλέπει άλλους θλιμμένους και σκυθρωπούς και άλλους περιχαρείς » . Μόνο ένας τρελός θα μπορούσε να αδιαφορεί για τις έγνοιες και τις ανησυχίες των ανθρώπων, για τις χαρές και τις λύπες της καθημερινότητας. Μόνο κάποιος που έχει διαρρήξει τη σχέση του με τον κόσμο της λογικής και του μέτρου μπορεί να χλευάζει τα ανθρώπινα. Είναι όμως πραγματικά έτσι η κατάσταση; Ποια είναι τα όρια ανάμεσα στην τρέλα και τη λογική και ποιος μπορεί να τα θέσει και να τα κρίνει; Ποια θεώρηση και ποιά ερμηνεία του κόσμου μπορεί να είναι η ενδεδειγμένη και εντός των ορίων ενός λόγου σύμφυτου με την ουσία και το μέτρο των πραγμάτων;

grecobooks-1

Ο Ιπποκράτης πράγματι σπεύδει στα Άβδηρα και συναντά το Δημόκριτο να βρίσκεται: « Καθισμένος κάτω από ένα φουντωτό και χαμηλότατο πλατάνι, ντυμένος με ένα φτωχικό χιτώνα, μόνος, ξυπόλυτος, με μια πέτρα για κάθισμα, κάτωχρος και λιπόσαρκος, με ακούρευτα γένια » . Εξωτερική εμφάνιση και συμπεριφορά που συναντάμε μόνο στους αρνητές του κόσμου, τους αναχωρητές στοχαστές, στους πλάνητες και στους αναζητητές, τους σαλούς. « Κι εκείνος κρατούσε με προσοχή μεγάλη ένα βιβλίο στα γόνατά του. Μερικά άλλα βιβλία ήταν ριγμένα καταγής δεξιά και αριστερά του και ζώα πολλά με τα σώματα ολάνοιχτα ήταν σωριασμένα ολόγυρα. Ο Δημόκριτος πότε έσκυβε για να γράψει με προσοχή μεγάλη και πότε έμενε για ώρα ακίνητος, βυθισμένος σε σκέψεις » . Ο γιατρός αρχίζει να συνδιαλέγεται με τον « ασθενή » αναζητώντας τα σημάδια της νόσου: « Μήπως νομίζεις ότι δεν είναι παράλογο να γελάς με το θάνατο, την αρρώστια, την παραφροσύνη, τη μανία, τη μελαγχολία, τη σφαγή ή με οτιδήποτε άλλο ακόμα χειρότερο; Ή αντίστροφα, με τους γάμους, τις πάνδημες εορτές, την τεκνογονία, τα μυστήρια, τις τιμές και τα αξιώματα και γενικότερα με κάθε άλλο; Μα την αλήθεια, γελάς με όσα πρέπει να λυπάσαι και, όσα πρέπει να δίνουν χαρά, και αυτά τα κοροϊδεύεις, ώστε για σένα δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο καλό και στο κακό » .

Ο Δημόκριτος απαντά στον έκπληκτο Ιπποκράτη πως ακριβώς αυτή την περίοδο συγγράφει ένα έργο περί τρέλας. Όμως οι ισορροπίες αλλάζουν. Τώρα ο παρατηρητής μετατρέπεται σε παρατηρούμενο, ο δάσκαλος σε μαθητή , ο γιατρός σε ασθενή. Είναι η ώρα να μιλήσει η αρχαία σοφία. Η στιγμή να ακουστεί ο λόγος της ουσίας των πραγμάτων, λόγος προερχόμενος από τα βάθη του χρόνου και το καταστάλαγμα της σκέψης: « Ιπποκράτη σωστά είναι αυτά που λες αλλά ακόμα δεν ξέρεις την αιτία του γέλιου μου. Όταν τη μάθεις, είμαι βέβαιος, ότι αντί να πάρεις ότι σου παρήγγειλαν, θα φύγεις συναποκομίζοντας το γέλιο μου – θεραπεία καλύτερη για την πατρίδα και για τον εαυτό σου – και με αυτό θα μπορέσεις να σωφρονίσεις και τους άλλους. Σε αντάλλαγμα ίσως και εσύ με τη σειρά σου θα μου διδάξεις την ιατρική αφού μάθεις πόση σημασία δίνουν οι άνθρωποι στα ασήμαντα, αγωνιζόμενοι για πράγματα που δεν έχουν καμιά αξία και πώς ξοδεύουν τη ζωή τους για κατορθώματα που είναι για γέλια […]. Εσύ πιστεύεις πως οι αιτίες του γέλιου μου είναι δύο, τα καλά και τα κακά. Εμένα όμως ένα με κάνει να γελάω, ο άνθρωπος που είναι γεμάτος ανοησία και άδειος από σωστές ασχολίες, που παιδιαρίζει σε όλους τους σκοπούς του και υποβάλλεται σε ατελείωτους μόχθους χωρίς κανένα όφελος, οδεύοντας ως τα πέρατα της γης και ως τα σκοτεινά βάθη της για να εκπληρώσει άμετρες επιθυμίες, που λιώνει το χρυσάφι και το ασήμι και ποτέ δεν παύει να τα αποθησαυρίζει αγωνιώντας συνεχώς πώς να αποκτήσει περισσότερα μην τυχόν και γίνει φτωχότερος. Και καθόλου δεν ντρέπεται να θεωρεί τον εαυτό του ευτυχισμένο, αυτός που ανοίγει λαγούμια κάτω από τη γη με τα χέρια αλυσοδεμένων ανθρώπων, από τους οποίους άλλοι πεθαίνουν θαμμένοι κάτω από τα χώματα που κατολισθαίνουν και άλλοι, που υποβάλλονται χρόνια πολλά σε αυτή την αγγαρεία, μένουν στην κόλαση σαν σε πατρίδα » .

Οι συσχετισμοί κατά τη διάρκεια της αφήγησης φαίνεται να αλλάζουν. Ο κατηγορούμενος μετατρέπεται σε κατήγορο, ο φερόμενος ως σχιζοφρενής γίνεται δάσκαλος , που φανερώνει την παθογένεια της ανθρώπινης κατάστασης σε όλη της την έκταση: « Άλλοι αγοράζουν σκύλους, άλλοι άλογα και άλλοι περιφράζουν μεγάλες εκτάσεις και τις επιγράφουν ως δικές τους και, ενώ θέλουν να εξουσιάζουν πολλή γη, δεν μπορούν ούτε τον εαυτό τους να εξουσιάσουν. Βιάζονται να παντρευτούν γυναίκες που σε λίγο διώχνουν, ερωτεύονται και ύστερα μισούν, ποθούν να αποκτήσουν παιδιά και, όταν μεγαλώσουν, τα αποκληρώνουν. Τι είναι αυτή η μάταιη και αλόγιστη βιασύνη που καθόλου δεν διαφέρει από την τρέλα; Με τους δικούς τους πολεμούν και ησυχία δεν έχουν […]. Σε πόσες μεταβολές υπόκεινται, σε πόση κακία! Αν δεν έχουν πλούτη, επιθυμούν να αποκτήσουν, αν έχουν τα κρύβουν, τα εξαφανίζουν. Γελάω με τις αποτυχίες τους, σκάω στα γέλια με τις δυστυχίες τους γιατί παραβαίνουν τους θεσμούς της αλήθειας. Συναγωνιζόμενοι μεταξύ τους σε έχθρα, φιλονικούν με τα αδέρφια, με τους γονείς, με τους συμπολίτες τους, κι όλα αυτά για αγαθά που μετά θάνατον κανείς πια δεν κατέχει. Αλληλοσκοτώνονται. Ζώντας μέσα στο άδικο, αδιαφορούν για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι φίλοι και η πατρίδα, αποδίδουν αξία στα ανάξια και στα άψυχα, δίνουν όλη τους την περιουσία για να αγοράσουν αγάλματα με το πρόσχημα ότι μοιάζουν σαν να μιλάνε, αλλά μισούν αυτούς που μιλάνε στ’ αλήθεια […]. Κανείς βέβαια δεν γελάει με τη δική του τρέλα, όλοι γελάνε με τους άλλους: ο ένας γελάει με τους μεθυσμένους όταν ο ίδιος είναι νηφάλιος, άλλος με τους ερωτευμένους κι ας πάσχει κι ο ίδιος από πιο βαριά αρρώστια, άλλος με τους ναυτικούς και άλλος με τους γεωργούς. Ούτε στις τέχνες συμφωνούν οι άνθρωποι, ούτε στα έργα […]. Αλλά αυτοί σαν να ήταν σταθερά τα πράγματα της ζωής, αφήνουν την περηφάνια να τους θολώνει το μυαλό και μέσα στην αστοχασιά τους, τίποτα δεν διδάσκονται από την άτακτη φορά των πραγμάτων […]. Να λοιπόν τι μου φέρνει γέλια: οι άφρονες άνθρωποι που πληρώνουν για την κακία τους, τη φιλαργυρία, την απληστία , το μίσος, τις ενέδρες , τα επίβουλα σχέδια, το φθόνο. Το γέλιο μου κατακρίνει την απρονοησία τους. Όραση δεν έχουν αυτοί ούτε ακοή, εφόσον μόνο μια αίσθηση ρίχνει το φώς της μακριά αποκαλύπτοντας στον άνθρωπο τα τωρινά και τα μελλούμενα: η ορθή σκέψη. Οι άνθρωποι αυτοί είναι δυσαρεστημένοι με όλα αλλά και πάλι ρίχνονται στα ίδια. Αρνούνται τα ταξίδια κι όμως ταξιδεύουν. Απαρνούνται τη γεωργία και πάλι γίνονται γεωργοί, διώχνουν τη γυναίκα τους και ύστερα παίρνουν άλλη. Γεννούν παιδιά και τα ενταφιάζουν και, αφού τα ενταφιάσουν, κάνουν άλλα παιδιά και τα ανατρέφουν. Εύχονται τα γηρατειά και στενάζουν όταν φτάσουν σε αυτά και γενικά σε καμιά κατάσταση δεν έχουν σταθερή γνώμη. Σε τι διαφέρουν από αστόχαστα παιδιά που παίζουν διασκεδάζοντας με ότι κι αν τους τύχει; » . Ο Ιπποκράτης με την επίσκεψή του στα Άβδηρα επιβεβαιώνει αυτό που είχε υποπτευθεί εξ αρχής: « Ο Δημόκριτος δεν έχει παραφρονήσει. Αντίθετα έχει φτάσει σε υψηλότερα επίπεδα καθολικής γνώσης και εμένα οδήγησε στη γνώση και μέσω εμού όλους τους ανθρώπους » .

grecobooks-1

Στον Ηρόδοτο είναι που συναντάμε την εξιστόρηση άλλης  μιας συμπεριφοράς, που ξεπερνά τα συνηθισμένα μέτρα και προσεγγίζει τα όρια της τρέλας, αγγίζει την παραφροσύνη. Την εποχή του Δαρείου η κατακτημένη από τους Πέρσες Βαβυλώνα επαναστατεί και βρίσκεται ξανά υπό την πολιορκία των Περσών, οι οποίοι προσπαθούν χωρίς αποτέλεσμα να την κυριεύσουν. Τον εικοστό μήνα της άκαρπης πολιορκίας ο Ζώπυρος ο γιός του Μεγάβυζου ζητά ακρόαση από το Δαρείο: « Του φάνηκε λοιπόν, ότι η μοίρα το ήθελε να πέσει η πολιτεία και πήγε να παρουσιαστεί στον Δαρείο για να τον ρωτήσει αν έδινε πολύ μεγάλη σημασία στο πάρσιμο της πολιτείας. Ο Δαρείος του το επιβεβαίωσε και τότε άρχισε να σκέπτεται πώς θα μπορούσε αυτός να κυριέψει τη Βαβυλώνα και τούτο να είναι μόνο δικό του κατόρθωμα, γατί στους Πέρσες τα ανδραγαθήματα ανταμείβονται με μεγάλες τιμές. Δεν βρήκε άλλον τρόπο να κυριέψει την πολιτεία παρά να αυτόακρωτηριαστεί και να αυτομολήσει. Αψήφιστα λοιπόν ακρωτηριάστηκε οικτρά. Έκοψε τη μύτη του και τα αυτιά του, ξύρισε το κεφάλι του, έβαλε να τον μαστιγώσουν και εμφανίστηκε στο Δαρείο » . Ο Δαρείος ξαφνιάστηκε τόσο, που σύμφωνα με τη διήγηση αναπήδησε  στο θρόνο του και ρώτησε τον Ζώπυρο ποιος τόλμησε και τον μεταχειρίστηκε με αυτόν τον επαίσχυντο τρόπο. Όταν έλαβε την απάντηση πως ο ίδιος ο Ζώπυρος το προκάλεσε αυτό στον εαυτό του, επειδή δεν άντεχε οι Ασσύριοι να περιγελούν τους Πέρσες, σάστισε: « Δυστυχισμένε, μεταχειρίζεσαι την ωραιότερη λέξη για μια φοβερή πράξη, όταν λες ότι κακομεταχειρίστηκες ανεπανόρθωτα τον εαυτό σου για τους πολιορκημένους. Άμυαλε, επειδή ακρωτηριάστηκες, οι πολιορκημένοι θα παραδοθούν τάχα γρηγορότερα; Δεν σάλεψε ο νους σου, όταν κακοποιούσες έτσι τον εαυτό σου; » . Και ο Ζώπυρος απαντά στο Δαρείο: « Αν σου είχα πει τι είχα σκοπό να κάνω, δεν θα μου το είχες επιτρέψει για αυτό ενήργησα μόνος μου. Τώρα λοιπόν αν δεν μου αρνηθείς ότι σου ζητήσω, θα κυριέψουμε τη Βαβυλώνα. Όπως είμαι θα αυτομολήσω και θα πω στους εχθρούς, ότι εσύ με ακρωτηρίασες. Θαρρώ ότι αν με πιστέψουν θα μου δώσουν στρατιωτική εξουσία » .

 Ο δαιμόνιος Πέρσης εξηγεί στο βασιλιά το σχέδιο του και βαδίζει αποφασιστικά  προς την εκτέλεσή του: « Αφού τα εξήγησε αυτά, προχώρησε προς τις πύλες στρέφοντας κάθε τόσο το κεφάλι, σαν πραγματικός αυτόμολος […]. Στάθηκε μπροστά στους άρχοντες της πολιτείας και έσκουζε λέγοντας ότι ο Δαρείος τον είχε ακρωτηριάσει και ότι τα είχε πάθει αυτά επειδή τον είχε συμβουλεύσει να πάρει το στρατό του και να φύγει, αφού δε φαινόταν να υπάρχει κανείς τρόπος για να παρθεί η πολιτεία. Τώρα όμως, είπε, ήρθα και είναι τούτο για σας, Βαβυλώνιοι, σπουδαίο πράγμα, ενώ είναι μεγάλη συμφορά και για το Δαρείο και για τον στρατό του και για τους Πέρσες. Δεν θα χαρεί πολύ που με ακρωτηρίασε, γιατί ξέρω όλες τις σκέψεις και τα σχέδιά του » . Οι Βαβυλώνιοι πείθονται τόσο από την εικόνα του Ζωπύρου, όσο και από τα λόγια του και του δίνουν στρατό, διαπράττοντας το μοιραίο λάθος. Ο Ζώπυρος ακολουθεί τα συμφωνημένα με το Δαρείο, ανοίγει τις πύλες της Βαβυλώνας και όπως μας εξιστορεί ο Ηρόδοτος: « Έτσι κυριεύτηκε για δεύτερη φορά η Βαβυλώνα ». Αν στην περίπτωση του Δημοκρίτου η τρέλα ταυτίζεται με την απομάκρυνση από την κοινότητα και τη στηλίτευση της ανθρώπινης ζωής στο σύνολό της, από τον σοφό που περιγελά τα πάντα, στην ιστορία του Ζωπύρου η παράλογη, στα όρια της παραφροσύνης συμπεριφορά, προκαλείται από την πολιτική και στρατιωτική σκοπιμότητα και την εκπληκτική θέληση για αποτελεσματικότητα, από κάποιον που δε διστάζει να υπερβεί ακόμη και τα όρια της αυτοσυντήρησης και έχει το σθένος να περιγελάσει πρωτίστως τον εαυτό του, να τον απαξιώσει στο μέγιστο βαθμό, πείθοντας και ξεγελώντας με τον καλύτερο τρόπο τους εχθρούς του. Συμπεριφορές και πρακτικές όπως αυτή του Ζωπύρου φαίνεται να δικαιολογούν τη ρήση του Blaise Pascal: « Όλοι οι άνθρωποι είναι τόσο αναπόφευκτα τρελοί πού, όποιος δεν είναι τρελός, είναι διπλά τρελός » .

Το λιτό ένδυμα του τρελού, του μη κανονικού, αυτού που εγκαταλείπει τις μεγάλες λεωφόρους της κοινής λογικής, για να βαδίσει στα δύσβατα, στενά μονοπάτια του στοχασμού , που οδηγούν στις παρυφές του κόσμου, επιλέγει για τον άνθρωπο και ο Lao Tse: « Παράτησε τη μάθηση και βάλε τέλος στις έγνοιες σου. Σε τι διαφέρει το ναι από το όχι; Σε τι διαφέρει το καλό από το κακό; Γιατί να φοβάμαι , ότι φοβούνται οι άλλοι; Τι ανοησία! Μερικοί βρίσκουν χαρά γιορτάζοντας τη θυσία του βοδιού. Άλλοι, την άνοιξη, πάνε στον κήπο και ανεβαίνουν στις βεράντες. Μόνο εγώ βολοδέρνω μονάχος, μη ξέροντας πού στέκω. Σαν νεογέννητο μωρό προτού μάθει να χαμογελά. Είμαι μόνος χωρίς να έχω πουθενά να πάω. Άλλοι έχουν περισσότερα από όσα χρειάζονται, μόνο εγώ δεν έχω τίποτα. Είμαι λειψός. Α, βέβαια! Τα έχω μπερδέψει. Άλλοι αστράφτουν και είναι σαφείς. Μόνο εγώ είμαι θολός και ανίσχυρος. Άλλοι είναι έξυπνοι, τα καταφέρνουν όλα. Μόνο εγώ είμαι βαρύς και βλάκας. Ω! Σαν τα κύματα του πελάγου παρασέρνομαι. Δίχως κατεύθυνση, σαν ανήσυχος άνεμος. Πολυάσχολοι όλοι οι άλλοι. Μόνο εγώ άσκοπος και καταπτοημένος. Είμαι διαφορετικός. Με τρέφει η μεγάλη μάνα » .

Τρέλα και λογική, απόκλιση και κανονικότητα διεκδικούν η καθεμία με τους δικούς της όρους τη θέση τους σε έναν κόσμο, που μοιάζει χαοτικός μέσα στα δυσδιάκριτα όριά του. Τι μπορεί να προσφέρει από μόνη της η λογική όταν, όπως γράφει ο G. K. Chesterton: « Ο παράφρων δεν είναι αυτός που έχει χάσει τη λογική του. Είναι αυτός που έχει χάσει τα πάντα εκτός από τη λογική του » .  Ποια η βαρύτητα και η εμβέλεια του καθοδηγητικού της ρόλου προς την επίτευξη της ισορροπίας και της ευτυχίας όταν μεγάλοι στοχαστές όπως ο Ηράκλειτος, ο Δημόκριτος ή ο Lao Tse φαίνεται να ακολουθούν ένα διαμετρικά αντίθετο δρόμο από αυτόν που επιβάλει η κοινή λογική; Μήπως πρέπει λοιπόν να διαυγάσουμε τη φερόμενη ως λογική, να προσπαθήσουμε την εξαγνίσουμε από όσα στοιχεία την καθιστούν εξαμβλωματική και παράλογη, να την απαλλάξουμε από τα φαντάσματα που την καταδυναστεύουν;

grecobooks-1

Στην Πραγματεία για τη διόρθωση του νου, έργο που έμεινε ημιτελές, γραμμένο ανάμεσα στο φθινόπωρο του 1661 και το καλοκαίρι του 1662 διαβάζουμε: « Αφότου η εμπειρία με δίδαξε πως όλα όσα συμβαίνουν συνήθως στην καθημερινή ζωή είναι μάταια και μηδαμινά και βλέποντας ότι όλα όσα φοβόμουν ή γίνονταν αφορμή  να δοκιμάζω φόβο δεν είχαν καθεαυτά τίποτε καλό ούτε κακό παρά μόνο στο βαθμό που με αναστάτωναν, αποφάσισα τελικά να αναζητήσω αν υπήρχε κάποιο πράγμα που να αποτελεί αληθινό αγαθό, κοινοποιήσιμο και που να επηρεάζει μόνο αυτό την ψυχή, παραμερίζοντας όλα τα υπόλοιπα. Ακόμα περισσότερο, κάποιο πράγμα που η ανακάλυψη και η απόκτησή του θα μου προσέφεραν αιωνίως την ικανοποίηση μιας υπέρτατης και διαρκούς χαράς » . Για το συγγραφέα του παραπάνω κειμένου αυτό το αγαθό δεν είναι άλλο από τη γνώση ή καλύτερα την αληθινή ιδέα των πραγμάτων.

« Έτσι λοιπόν έχουμε κάνει διάκριση ανάμεσα στην αληθή ιδέα και τις υπόλοιπες αντιλήψεις και έχουμε δείξει ότι οι πλασματικές και οι ψευδείς ιδέες, καθώς και όσες άλλες ιδέες ανήκουν στην ίδια αυτή κατηγορία, έχουν την απαρχή τους στη φαντασία, δηλαδή σε ορισμένες τυχαίες και ( για να το πω έτσι ) μεμονωμένες αισθήσεις, οι οποίες δεν προκύπτουν από την ίδια τη δύναμη του πνεύματος, παρά από εξωτερικές αιτίες, ανάλογα με τις διάφορες κινήσεις όσες δέχεται το σώμα, είτε είναι σε εγρήγορση είτε σε κατάσταση ονείρου. Αν σου αρέσει, μάλιστα, μπορείς να συλλάβεις τη φαντασία όπως θέλεις, αρκεί να πρόκειται για κάτι διαφορετικό από το νου και κάτι από το οποίο η ψυχή αναλαμβάνει παθητικό ρόλο. Πράγματι, είναι το ίδιο όπως και αν την εννοείς, εφόσον γνωρίζουμε ότι είναι κάτι αόριστο, κατά το οποίο η ψυχή είναι παθητική, κι εφόσον γνωρίζουμε ταυτοχρόνως πώς να απελευθερωθούμε από αυτή με τη βοήθεια του νου » . Η φαντασία για το συγγραφέα συνδέεται με τα εξωτερικά  πράγματα και με τα αποτελέσματα που αυτά επιφέρουν στη σκέψη μας και στην ψυχή μας, παράγοντας έτσι το κατώτατο είδος γνώσης. Όπως γράφει ο Etienne Balibar: « Υπάρχουν δύο μεγάλα είδη γνώσης, τα οποία ο Spinoza αποκαλεί φαντασία και λόγο και τα οποία αντιτίθενται μεταξύ τους, όπως η παθητικότητα και η ενεργητικότητα […] . Στην πραγματικότητα όλοι οι άνθρωποι ζουν συγχρόνως μέσα στη φαντασία και μέσα στο λόγο » .

Από τη φαντασία λοιπόν πηγάζουν όλες οι ατελείς ιδέες του ανθρώπου και όλα τα παθητικά του συναισθήματα. Είναι μέσα από τη θεωρία των κοινών εννοιών , που ο φιλόσοφος θα προσπαθήσει να εναρμονίσει τη φαντασία με το λόγο. Ο άνθρωπος ως ένα όν το οποίο « σκέφτεται πάντοτε αλλά όχι πάντοτε εντελώς » , οφείλει να στοχεύει πάντα στο να αποκτήσει σαφείς και ευκρινείς ιδέες για τα πράγματα καθώς: « Δεν υπάρχει καμία διάθεση του σώματος για την οποία να μην μπορούμε να σχηματίσουμε κάποια σαφή και ευκρινή έννοια » . Μόνο ένα πνεύμα που σχηματίζει εντελείς ιδέες μπορεί να είναι ενεργητικό και να μετασχηματίζει τα συναισθήματα από πάθη σε ενεργήματα , εφόσον: « Ένα συναίσθημα που είναι πάθος, παύει να είναι ένα πάθος από τη στιγμή που σχηματίζουμε για αυτό μια σαφή και ευκρινή ( εντελή ) ιδέα » . Από μόνη της η φαντασία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελέσει πηγή γνώσης καθώς εμποδίζει τον άνθρωπο ακόμα και να διακρίνει το αληθές από το ψευδές. « Η προσπάθεια ή η επιθυμία να γνωρίσουμε τα πράγματα μέσω του τρίτου είδους γνώσης, δεν μπορεί να γεννηθεί από το πρώτο ( φαντασία, εξωγενείς καθορισμοί ) αλλά σαφώς από το δεύτερο είδος γνώσης » .

 

Σκέψεις, πάθη, συναισθήματα, σώματα. Ορθός λόγος και παραφροσύνη. Τρέλα και ιδιοφυία. Κανονικότητα και αποκλίνουσα συμπεριφορά. Δεν είναι άραγε όλα αυτά υπαρκτοί τρόποι μέσω των οποίων ο άνθρωπος προσπαθεί να ορίσει όλα όσα φλέγονται εντός του και τα συναρμόσει με τον παγωμένο κόσμο του αγνώστου, που τον περιβάλλει; Κάθε στιγμή φαίνεται να τα καταφέρνει. Κάθε στιγμή βεβαιώνεται πως αποτυγχάνει. Ποιος τραβά τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στον παρατηρητή και το παρατηρούμενο; Ποιος άραγε μπορεί να μιλήσει με ακρίβεια για την αποτελεσματικότητα των νοητικών εργαλείων του ανθρώπου και το πώς αυτά εξασφαλίζουν την κατανόησή του και διασφαλίζουν την πορεία του μέσα  σε ένα ακαθόριστο σύμπαν; « Πού είναι τώρα η δόξα της Βαβυλώνας; Πού είναι τα αλλοτινά χιόνια; Η γη χορεύει τον μακάβριο χορό, μερικές φορές μου φαίνεται ότι στον Δούναβη πλέουν πλοία γεμάτα τρελούς που πηγαίνουν σε κάποιον τόπο σκοτεινό » .

 

 

Το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.