Μενού Κλείσιμο

Πουλώντας «ρατσισμό» και «αντιρατσισμό»

Μετά την πρόσφατη δήλωση στελέχους του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης περί απαγόρευσής του στους Ρομά να τον ψηφίζουν, ανοίγει για πολλοστή φορά το ζήτημα της ψηφοθηρίας μέσα από ακραίες ρητορικές. Το γεγονός πως κάτι τέτοιο είναι αποδοτικό εκλογικά δείχνει μία στρέβλωση της λογικής που καλλιεργείται και είναι χαρακτηριστικό των κοινωνιών που στερούνται παιδείας και αντίληψης της πραγματικότητας. Ο ρατσισμός πουλάει τόσο όσο και ο αντιρατσισμός και έτσι συχνά πυκνά τα κόμματα αναζητούν πρόθυμο ακροατήριο για να βελτιώσουν την εκλογική τους εικόνα.

Ο ρατσισμός δεν χρειάζεται συστάσεις, είναι κοινωνική ασθένεια βαριά και πικρή και δυστυχώς αποδίδει ακόμη και σήμερα εκλογικούς καρπούς. Ο αντιρατσισμός όμως χρειάζεται κάποιες νέες συστάσεις. Πλέον δεν είναι απλώς η μάχη ενάντια στο ρατσισμό. Έχει πάρει και αυτός «ρατσιστικές» διαστάσεις. Οι φορείς αυτού του ιδιότυπου ρατσισμού που συνήθως είναι κομματικοί αποδίδουν εύκολα το χαρακτηρισμό του ρατσιστή σε όσους διατυπώνουν μία διαφορετική άποψη, ακόμη κι αν αυτή δεν έχει απολύτως καμία σχέση με το ρατσισμό, κι αυτό είναι από μόνο του ρατσιστικό.

Χαμένοι κάπου στη μετάφραση και στη χρήση των όρων οι σκεπτόμενοι πολίτες παρακολουθούν αποσβολωμένοι την αποδόμηση του αυτονόητου. Δεν είναι όλοι οι Δεξιοί ρατσιστές, ούτε όλοι οι Αριστεροί αντιρατσιστές. Δυστυχώς όμως το παιχνίδι αυτό κρατάει καλά και θα συνεχίσει όσο οι πολίτες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως οπαδό ενός κόμματος κι όχι ως ένα σκεπτόμενο μέλος της κοινωνίας. Είναι επιτακτική ανάγκη οι Δεξιοί να απομονώσουν τους επαγγελματίες ρατσιστές και οι Αριστεροί τους επαγγελματίες αντιρατσιστές. Είναι το ίδιο βλαπτικοί και οι δύο.