Αναζητώντας πολιτικό αντίβαρο στο σημερινό πολίτευμα της Ελλάδας

94

Ο άθλιος τρόπος με τον οποίο χειρίζεται η σημερινή ελληνική συγκυβέρνηση, βασισμένη στην ισχνή πλειοψηφία ενός «ετερόκλητου όχλου» βουλευτών, τα μείζονα θέματα της πολιτικής ατζέντας, αποτελεί ατράνταχτο επιχείρημα υπέρ της αδήριτης ανάγκης της σύγκλησης συνταγματικής συνέλευσης. Ειδικά οι χειρισμοί οι οποίοι αφορούν στο Σκοπιανό ζήτημα, με την απροκάλυπτη απαξίωση της κοινής γνώμης και ηχηρής παρέμβασης εκατομμυρίων πολιτών, αλλά και η διεξαγωγή μυστικών συνομιλιών, ερήμην των υπολοίπων κομμάτων και με την κοινωνία απομονωμένη και παραγκωνισμένη, αποτελεί το αποκορύφωμα της κυβερνητικής θρασύτητος και του πολιτικού καιροσκοπισμού. Κατήντησαν οι πολίτες να ενημερώνονται για τις εξελίξεις από διαρροές Σκοπιανών κυβερνητικών στελεχών και μέσων ενημέρωσης. Υπάρχει, βέβαια, και ο ανεκδιήγητος κ. Νίμιτς, ο οποίος ανακυκλώνει τις ίδιες μη αποδεκτές (;) προτάσεις εδώ και σχεδόν 25 χρόνια, αποδεικνύοντας εμπράκτως, ελέω ανοχής και αβελτηρίας των ελλαδικών κομμάτων, ότι η επανάληψη είναι όντως «μήτηρ πάσης μαθήσεως».

Φυσικά, οι όποιες πολιτικές εγκλήσεις που βαραίνουν την συγκυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου ισχύουν και για δυνάμεις της αντιπολίτευσης, οι οποίες, είτε σιγοντάρουν τους κυβερνητικούς χειρισμούς, είτε τηρούν μιαν επαμφοτερίζουσα στάση, διαμαρτυρόμενοι μόνο χάριν ψηφοθηρίας. Διαφορετικά, θα φρόντιζαν να προβούν σε πανελλήνια εκστρατεία, καταγγέλλοντας την κυβέρνηση για αυταρχισμό και απαιτώντας την άμεση συγκρότηση συμβουλίου εθνικής ασφάλειας. Θα απαιτούσαν την διεξαγωγή δημοψηφίσματος για οποιαδήποτε λύση διαπραγματεύεται το υπουργείο εξωτερικών, ώστε εν τέλει να αποφανθεί ο λαός. Θα έθεταν τα αιτήματα αυτά στον πρόεδρο της Δημοκρατίας, ξεκαθαρίζοντας ότι εάν δεν ενεργήσει ώστε να υπάρξει ξεκάθαρη σύμπλευση των ενεργειών της κυβέρνησης με την λαϊκή βούληση, θα παραιτηθούν μαζικά όλοι οι βουλευτές τους, καταδεικνύοντας διεθνώς την αντιδημοκρατική συμπεριφορά της κυβέρνησης. Στην συνέχεια, θα καθιστούσαν τον πρόεδρο της Δημοκρατίας και τα μέλη της κυβέρνησης υπεύθυνους για την προκύψασα πολιτική ανωμαλία, υποσχόμενοι να καταγγείλουν την όποια συμφωνία υπογραφεί μεταξύ Αθήνας και Σκοπίων ως εξ υπαρχής μη γενόμενη. Επίσης, πέραν της ηθικής καταβαράθρωσης την οποία θα υφίσταντο όσοι τολμήσουν να επικυρώσουν μια τέτοια συμφωνία χωρίς την ρητή συναίνεση των πολιτών, θα πρέπει να τονιστεί ότι θα υποστούν και τις όποιες νομικές συνέπειες συνεπάγονται της δημιουργίας μια τέτοιας ανωμαλίας.

Έτσι θα έπραττε μιαν αντιπολίτευση οι οποία θα έθετε το εθνικό συμφέρον υπεράνω του κομματικού. Επειδή, όμως, τα περισσότερα ελλαδικά κόμματα θεωρούν ότι το έθνος και οι πολίτες υπάρχουν για να υπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα, η δικλείδα ασφαλείας και προστασίας της συνταγματικής τάξης που αναφέρθηκε παραπάνω φαντάζει εξωπραγματική. Τίποτα από τα μέχρι τώρα δεδομένα στην πολιτική ζωή του ελλαδικού κράτους δεν αφήνει την παραμικρή υποψία για την ύπαρξη τέτοιας σοβαρότητάς και συγκρότησης εκ μέρους των κομμάτων και πολιτευτών. Αρχής γενομένης από την κυβέρνηση, η υπ’ αριθμόν ένα φιλοδοξία φαίνεται να είναι η παραμονή στην εξουσία έναντι οποιουδήποτε τιμήματος.

Άρα, εάν πρόκειται ποτέ να δημιουργηθεί κάποιο ισχυρό αντίβαρο κατά της κοινοβουλευτικής δικτατορίας που χαρακτηρίζει το πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα, αυτό θα πρέπει να προέλθει από παλλαϊκή απαίτηση. Και επειδή η μνήμη των εκάστοτε κυβερνόντων είναι κοντή, με αποτέλεσμα να ξεχνούν πλείστες όσες προεκλογικές δεσμεύσεις ή να επιδίδονται σε κυβιστήσεις (κοινώς κωλοτούμπες), ο μόνος τρόπος να εγγυηθεί η λειτουργική εφαρμογή του αντίβαρου αυτού είναι θεσμικός και συνταγματικός.

Ανάγκη για διάκριση εξουσιών στην Ελλάδα

Η διάκριση των εξουσιών αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εξυγίανση του πολιτικού συστήματος. Η θέσπιση ασυμβίβαστου βουλευτικού και υπουργικού αξιώματος θα εξασφάλιζε κάποιον βαθμό ελευθερίας στους βουλευτές, οι οποίοι ενδεχομένως να επαναξιολογούσαν τις προτεραιότητές τους. Αντί να πράττουν με γνώμονα την μελλοντική υπουργοποίησή τους, θα έθεταν ως πρώτο στόχο την εκπροσώπηση των ψηφοφόρων τους. Αν τους ενδιέφερε να επανεκλεγούν, θα ασκούσαν κοινοβουλευτικό έλεγχο και δεν θα ψήφιζαν «στο ντούκου» νομοθετήματα αντικοινωνικά ή εκτρωματικούς νόμους όπως τον περιβόητο νόμο «περί ευθύνης υπουργών». Παράλληλα, οι υπουργοί, απελευθερωμένοι από το άγχος της επανεκλογής τους στα βουλευτικά έδρανα, θα μπορούσαν να επικεντρωθούν στο κυβερνητικό έργο τους, τολμώντας μεταρρυθμίσεις και τομές αντί να προάγουν τις πελατειακές σχέσεις.

Υπάρχει και το μείζον θέμα του διορισμού ανώτατων δικαστικών από την εκάστοτε κυβέρνηση, το οποίο γεννά ακόμη περισσότερα προβλήματα. Ο διορισμός προέδρων ανωτάτων δικαστηρίων κατά παράβαση της αρχαιότητας ή η μεταπήδηση τους σε ενεργό ρόλο στο Μέγαρο Μαξίμου δεν μπορεί παρά να μειώνει το κύρος της ελληνικής δικαιοσύνης και να δημιουργεί καυτά ερωτήματα για την ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος.

Όμως, το κυριότερο πρόβλημα παραμένει η παντοδυναμία του πρωθυπουργού, ο οποίος δύναται, σχεδόν χωρίς κανένα θεσμικό φραγμό, να σύρει την χώρα στις πλέον επικίνδυνες ατραπούς. Το είδαμε στην περίπτωση της υπαγωγής της Ελλάδας στο καθεστώς των μνημονίων, το ζήσαμε με την δικτατορικώ τω τρόπω ανατροπή της εκπεφρασμένης γνώμης των πολιτών μετά το δημοψήφισμα του 2015, το βιώνουμε τώρα με την προκλητικότατη αδιαφορία του κ. Τσίπρα για την λαϊκή βούληση σχετικά με τις διαπραγματεύσεις για το Σκοπιανό. Επειδή κανείς Έλληνας πρωθυπουργός δεν εισέπραξε τα επίχειρα των αμφιλεγόμενων πολιτικών πράξεών του, η όρεξη για υπέρβαση των εσκαμμένων και συγκέντρωση όλο και πιο απόλυτης εξουσίας έχει αυξηθεί σε επίπεδο βουλιμίας. Ποιος θα φυλάξει τον Έλληνα πολίτη από τους πρωθυπουργούς του;

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και οι χαμένες εξουσίες του

Το λογική αντίβαρο στην πρωθυπουργική αυθαιρεσία θα μπορούσε να προέλθει από τον θεσμό του προέδρου, πλην όμως, μετά την κοπτορραπτική που υπέστη το Σύνταμγα το 1986 και την κατάργηση των λεγομένων «υπερεξουσιών» του προέδρου, το πολίτευμα κατέστη εντελώς πρωθυπουργοκεντρικό.

Συγκεκριμένα, αφαιρέθηκαν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, οι εξής αρμοδιότητες: α) η αρμοδιότητα διάλυσης της Βουλής, η οποία πέρασε στην διακριτική ευχέρεια του Πρωθυπουργού, β) η δυνατότητα να μπορεί, σε περίπτωση που δεν υπήρχε αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, να δίνει εντολή σχηματισμού Κυβέρνησης σε οποιοδήποτε πρόσωπο, ακόμα και εκτός Βουλής, γ) η δυνατότητα να απευθύνει μόνος του διαγγέλματα προς τον ελληνικό λαό, δ) η δυνατότητα να εκδίδει μόνος του (χωρίς την προσυπογραφή μέλους της Κυβέρνησης) οργανωτικά διατάγματα για την διάρθρωση των δημοσίων υπηρεσιών, ε) η δυνατότητα να προκηρύσσει μόνος του δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα.

Εννοείται πώς η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ του κυβερνώντος κόμματος και των υπολοίπων εκλεγμένων εκπροσώπων του λαού, αλλά και ο περιορισμός της κατάχρησης της πολιτικής δύναμης η οποία έχει συγκεντρωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά στο πρόσωπο του πρωθυπουργού απαιτεί την αποκατάσταση των εξουσιών του προέδρου και την ανάδειξή του από την λαϊκή βάση.

Ο ρόλος των αποδήμων υπέρ της συγκρότησης συνταγματικής συνέλευσης

Τέλος, η αναγνώριση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στους Έλληνες του εξωτερικού θα βοηθήσει στην εξάλειψη των πελατειακών σχέσεων και θα διευρύνει τους ορίζοντες του ελλαδικού πολιτικού συστήματος, το οποίο χαρακτηρίζεται από επικίνδυνη εσωστρέφεια. Τα οργανωτικά προβλήματα που ταλαιπωρούν τις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού δικαιολογούν κάποιες ανησυχίες σχετικά με το εγχείρημα, αλλά, εν τέλει, το μέτρο θεωρείται αυτονόητο στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου και ενδεχομένως θα βοηθήσει στην «πολιτική ενηλικίωση» της διασποράς, η οποία αποτελούσε κάποτε το δυναμικότερο κομμάτι του ελληνισμού.

Η δυναμική συμμετοχή των ομογενών στον αγώνα για την υπεράσπιση της ελληνικότητας της Μακεδονίας υπήρξε ελπιδοφόρα και κατέστησε τους ομογενείς ανάμεσα στους πρωτοπόρους του παλλαϊκού συλλαλητηρίου. Ήδη, στην Νέα Υόρκη, διοργανώνεται νέο συλλαλητήριο έξω από τον ΟΗΕ υπέρ του ελληνικού χαρακτήρα της Μακεδονίας. Αν συνεχίσει η κυβέρνηση να παραγκωνίζει την λαϊκή βούληση, το σάλπισμα για συνταγματική συνέλευση – με απαραίτητη εκπροσώπηση της ελληνικής διασποράς – οφείλει να γίνει το μόνιμο ζητούμενο των ομογενών. Αποτελεί μια πρόταση που ενδέχεται να βρει ευρεία απήχηση και να ξεδιαλύνει τον πολιτικό βούρκο στον οποίο βουλιάζει η σημερινή Ελλάδα.

 

Προηγούμενο άρθροΚαλή η παγκοσμιοποίηση – Αλλά αυτά τα ελλείμματα
Επόμενο άρθροΤα Ίμια δεν είναι μόνον ελληνικά
Ο Χριστόφορος ΤΡΙΠΟΥΛΑΣ αρθρογραφεί στην Εφημερίδα ΑΡΙΣΤΕΙΑ. Γεννήθηκε στη Νέα Ὑόρκη και εργάζεται στον πανεπιστημιακό χώρο παραδίδοντας μαθήματα Ρητορικής και Διαπροσωπικής Επικοινωνίας στα Πανεπιστήμια St. John's University και City University of New York–LaGuardia Community College. Παράλληλα, έχει εργασθεί από το 2006 ως δημοσιογράφος σε ομογενειακά ΜΜΕ, ενώ ασχολείται με την αρθρογραφία και την μετάφραση. Ως συγγραφέας, έχει κυκλοφορήσει δύο βιβλία, ένα πολιτικό-πολιτιστικό δοκίμιο για την ιδιαίτερη πατρίδα του Ικαρία και ένα εγχειρίδιο αλληλογραφίας για ΜΚΟ. Επίσης, αναπτύσσει δραστηριότητα ως μεταφραστής και διερμηνέας, έχοντας ασχοληθεί επί σειρά ετών με μεταφράσεις συγγραμμάτων, περιοδικών, επιστημονικών και δημοσιογραφικών άρθρων, καθώς και άλλων έγγραφων.