Αυτογνωσία και Ελευθερία

114

Για την ελευθερία ως βίωμα, που περνά μέσα από το μονοπάτι της αυτογνωσίας, γράφει ο Δημήτρης Ψαλλίδας 

« Ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος αλλά παντού βρίσκεται αλυσοδεμένος. Ακόμη και αυτός που πιστεύει ότι είναι αφέντης των άλλων, δεν παύει να είναι πιο σκλάβος από αυτούς τους άλλους». Ο άνθρωπος βρίσκεται παντού δέσμιος του σώματός του, δέσμιος της σκέψης του, δέσμιος των συναισθημάτων του, δέσμιος των παθών του, δέσμιος του θανάτου. Ο άνθρωπος ως δεσμώτης του κόσμου, δε σταματά παρόλα αυτά ποτέ, να επικαλείται και να αναζητά την πολυπόθητη ελευθερία του.

Τι είναι όμως η ελευθερία; Μία αίσθηση; Μία λέξη; Μήπως μία ιδέα; Μία χίμαιρα ή μία αναζήτηση που εφορμάται από την έλλειψή της και τη βίωση μόνο του αντιθέτου της; Πώς μπορεί να την προσεγγίσει ή ακόμα και να την επιτύχει ο άνθρωπος, όταν φαίνεται να είναι υποχείριο ακόμα και του τρόπου που βιώνει στην πραγματικότητα το χρόνο του; « Ουδέποτε μένουμε στην παρούσα στιγμή. Προτρέχουμε στο επερχόμενο σαν κάτι αργοκίνητα ερχόμενο, σάμπως για να επισπεύσουμε τη ροή του. Ή αναπολούμε το παρελθόν, για να το ακινητοποιήσουμε σαν κάτι υπερβολικά φευγαλέο: πόσο άφρονες είμαστε, να αρμενίζουμε σε χρονικές διαστάσεις οι οποίες δε μας ανήκουν και να μη σκεφτόμαστε τη μόνη που είναι δική μας. Και πόσο ματαιόδοξοι να αναλογιζόμαστε όλα αυτά τα τιποτένια και να παρατρέχουμε αστόχαστα το μόνο που υπάρχει! Το παρόν συνήθως μας πληγώνει. Το διώχνουμε από μπρός μας, εφόσον μας θλίβει. Και αν είναι ευχάριστο, λυπόμαστε που το βλέπουμε να χάνεται. Πασχίζουμε να το συγκρατήσουμε δια του μέλλοντος και σκεφτόμαστε να διαχειριστούμε τα πράγματα που δεν ανήκουν στη δικαιοδοσία μας, για ένα χρονικό όριο που δεν είμαστε βέβαιοι ότι θα φτάσουμε. Αν καθένας εξετάσει τις σκέψεις του, θα δει ότι όλες ασχολούνται με το παρελθόν ή με το μέλλον. Σχεδόν ουδέποτε σκεφτόμαστε το παρόν. Και, αν το σκεφτούμε, σκοπός μας είναι να δανειστούμε το φώς του για να προσπελάσουμε το μέλλον. Το παρόν δεν αποτελεί ποτέ σκοπό μας: το παρελθόν και το παρόν είναι τα μέσα μας. Μόνο το μέλλον αποτελεί σκοπό μας. Ως εκ τούτου, δε ζούμε ποτέ αλλά ελπίζουμε να ζήσουμε και προδιατεθειμένοι μονίμως να ευτυχήσουμε, είναι μοιραίο, να μην το επιτυγχάνουμε ποτέ», διαβάζουμε στις Σκέψεις του Blaise Pascal.

Ποιος κρίνεται ιδανικότερος να αναζητήσει τη φύση και τη δυνατότητα ύπαρξης της ελευθερίας, από έναν άνθρωπο, που γεννήθηκε από δούλους γονείς και υπήρξε και ο ίδιος δούλος όπως ο στωικός φιλόσοφος Επίκτητος; «Ελεύθερος είναι εκείνος που ζει όπως θέλει, που κανένας δεν μπορεί να τον εξαναγκάσει να κάνει οτιδήποτε, που τίποτα δεν μπορεί να του σταθεί εμπόδιο, που τίποτα δεν μπορεί να του επιβληθεί με το ζόρι. Εκείνος που όταν κάτι το επιλέγει δεν συναντά αντίσταση, που όταν κάτι το επιθυμεί το έχει, που ποτέ δεν του συμβαίνει κάτι που να μη θέλει να του συμβεί. Υπάρχει κανείς που θέλει να ζήσει δίχως να ξέρει πώς θα το καταφέρει αυτό; Ποιος είναι αυτός που θέλει να ζήσει εξαπατημένος, παρασυρμένος, που θέλει να είναι άδικος, αχαλίνωτος, κλαψιάρης, κακομοίρης; Κανένας τέτοιος άνθρωπος δεν υπάρχει». Ο καθένας φαντάζεται τον εαυτό του αυτόνομο και ελεύθερο και επιθυμεί να επιβάλλεται τόσο στον ίδιο του τον εαυτό όσο και στους άλλους, επιθυμεί περισσότερο να εξουσιάζει παρά να εξουσιάζεται.

«Τι ζητάει ο κάθε άνθρωπος; Να σταθεί καλά στα πόδια του, να ευτυχήσει, να κάνει τα πράγματα όπως θέλει να τα κάνει, να μη συναντά εμπόδια, να μην καταπιέζεται […]. Πώς όμως ένας άνθρωπος που δεν έμαθε να απαλλάσσεται από τον πόθο και από τον φόβο, πώς μπορεί να έχει ποτέ του ελευθερία;» , αναρωτιέται ο Επίκτητος. Οι εξωτερικές παράμετροι που αποτελούν αιτίες ανελευθερίας του ανθρώπου είναι πολλές, σχεδόν όσες και τα πράγματα, όσες και οι επιθυμίες, οι φόβοι και οι επιδιώξεις του: «Είναι επομένως οι αφέντες μας πολλοί; Πολλοί. Και πριν από τους ανθρώπους έχουμε για αφέντες τα πράγματα. Και τα πράγματα είναι πολλά. Για αυτό και οι άνθρωποι που έχουν υπό την εξουσία τους τα πράγματα τούτα είναι οι δικοί μας αφέντες. Διότι κανείς δεν φοβάται τον ίδιο τον Καίσαρα, αλλά τον θάνατο, την εξορία, την απώλεια της περιουσίας, τη φυλακή, τη χλεύη. Ούτε κανείς αγαπά τον Καίσαρα τον ίδιο, εκτός αν τύχει να είναι άνθρωπος αξιόλογος. Τον πλούτο αγαπάμε, το να αναλάβουμε δήμαρχοι, στρατηγοί, ύπατοι. Όταν αυτά αγαπάμε και μισούμε και φοβόμαστε, τότε αναγκαστικά οι άνθρωποι που τα έχουν υπό την εξουσία τους είναι οι αφέντες μας. Για αυτό και τους προσκυνάμε σα να ήταν θεοί. Γιατί θεωρούμε πως το όν που έχει υπό την εξουσία του το πράγμα εκείνο που αποτελεί για εμάς τη μέγιστη ωφέλεια, αυτό το όν είναι θεϊκό», διαβάζουμε στις Διατριβές του.

grecobooks 2

Για τον Επίκτητο η ελευθερία δεν εδράζεται στην παραβίαση των φυσικών νόμων, κάτι που είναι αδύνατον να συμβεί και αντιβαίνει τόσο τη φύση όσο και τη λογική, αλλά ακριβώς στην αναγνώριση από μέρους του ανθρώπου μιας φυσικής νομοτέλειας και αναγκαιότητας. Υπάρχουν γεγονότα που υπερβαίνουν τον άνθρωπο, όπως η εναλλαγή της μέρας και της νύχτας ή η ύπαρξη της βαρύτητας. Αυτά βρίσκονται έξω από τη σφαίρα της ανθρώπινης επιρροής και θα πρέπει να γίνονται αποδεκτά ως έχουν: «Γιατί εκείνο που δεν είναι στον έλεγχό σου αν θα το αποκτήσεις ή αν θα το κρατήσεις όποτε το θελήσεις, αυτό δεν είναι δικό σου αλλά κάτι ξένο. Και κράτα μακριά από αυτό όχι μονάχα τα χέρια σου, αλλά πολύ βασικότερα την επιθυμία σου […].  Διότι αυτή είναι η αιτία όλων των δεινών των ανθρώπων: το ότι δεν είναι σε θέση να εφαρμόσουν σωστά τις γενικές έννοιες πάνω στα συγκεκριμένα πράγματα […]. Οι έννοιες δεν συγκρούονται μεταξύ τους. Η σύγκρουση προκύπτει την ώρα που εφαρμόζουμε τις έννοιες».

Στο δρόμο για την κατάκτηση της ελευθερίας ο άνθρωπος οφείλει σύμφωνα με τον Επίκτητο να αρχίσει να απαλλάσσεται από κάθε περιττή και άσκοπη σκέψη και πράξη, να ζει βίο φιλόσοφο με ροπή προς τη γνώση της φύσης και την αυτογνωσία και να μην ταυτίζεται, ούτε να δένεται με τα πράγματα: «Καθάρισε τις ιδέες σου, ώστε να μη δεθεί πάνω σου κάτι που δεν είναι δικό σου, να μην αναπτυχθεί μαζί σου κάτι ξένο, και να μη λυπηθείς αν φύγει από σένα. Και λέγε εξασκούμενος καθημερινά, όπως εξασκείσαι στο γυμναστήριο, όχι ότι κάνεις φιλοσοφία (αυτή είναι άκομψη κουβέντα) αλλά ότι προσπαθείς να κερδίσεις την ελευθερία. Γιατί αυτή είναι η πραγματική ελευθερία […]. Ποιος δε βρίσκει αντίσταση; Αυτός που δεν επιθυμεί τίποτα που να μην είναι δικό του, τίποτα που να του είναι ξένο. Ποια πράγματα μας είναι ξένα; Εκείνα που δεν είναι υπό τον έλεγχό μας αν θα τα έχουμε ή δεν θα τα έχουμε, ή σε ποια μορφή θα είναι ή πως θα είναι […]. Την ελευθερία δεν την προσφέρει η πραγματοποίηση των όσων λαχταράς, αλλά η ακύρωσή τους».   

Στην Ιστορία του Θουκυδίδη, όταν με το πέρας του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού πολέμου, ο Περικλής εκφωνεί τον Επιτάφιο λόγο του προς τιμή των πρώτων νεκρών στρατιωτών,  συναντάμε την περιγραφή ενός άλλου είδους ελευθερίας, που διαφεύγει από τα όρια της ατομικότητας και τείνει να αποτελέσει το χαρακτηριστικό μιας ολόκληρης κοινότητας. Οι συνθήκες ζωής που προσφέρουν η δημοκρατία και η ευνομία, η δυνατότητα που παρέχεται σε κάθε Αθηναίο πολίτη, να εκφράζεται ελεύθερα και με παρρησία και να ακολουθεί τις κλίσεις του και όσα του είναι ευχάριστα, φροντίζοντας για το ιδιωτικό του συμφέρον χωρίς αυτό να έρχεται σε σύγκρουση με το συμφέρον του κράτους, οδηγούν στη σύσταση μιας κοινότητας που συντίθεται και απαρτίζεται από υπεύθυνους και ελεύθερους ανθρώπους. Εδώ η ελευθερία εμφανίζεται ως αποτέλεσμα μιας εκπαιδευτικής διαδικασίας εκ μέρους της πολιτείας, όπου ο πολίτης πράττει το δέον όχι επειδή εξαναγκάζεται αλλά από δική του επιλογή και με ελευθερία ψυχής, που τον οδηγεί στην επίτευξη της ευτυχίας καθώς σύμφωνα με τον Περικλή: «Ευτυχία είναι η ελευθερία και ελευθερία η δυνατή ψυχή». Σπάνια περίπτωση στην ιστορία  που το κρατικό μόρφωμα, που συνήθως εμφανίζεται ως φορέας καταπίεσης και καταστολής, ωθεί μέσω του θεσμικού του πλαισίου του πολίτες του στην ελευθερία. Εδώ ο άνθρωπος διδάσκεται και μαθαίνει, πώς να είναι πολίτης, οδηγούμενος τρόπον τινά σε μια πολιτική αυτογνωσία καθώς: «Οι άνθρωποι δε γεννιούνται πολίτες αλλά γίνονται».  

Πώς εντάσσεται όμως το ανθρώπινο όν στο περιβάλλον του; Ποια η θέση του στον κόσμο; Πόση ελευθερία του εξασφαλίζει από μόνο του το γεγονός ότι υπάρχει; Για το συγγραφέα του Tractatus Politicus : «Η δύναμη των φυσικών πραγμάτων, χάρη στην οποία υπάρχουν και, κατά συνέπεια ενεργούν, δεν μπορεί να είναι άλλη από την ίδια την αιώνια δύναμη του Θεού […]. Αφού το δίκαιο του Θεού απλώνεται σε όλα τα πράγματα και το δίκαιο του Θεού δεν είναι τίποτα άλλο από την ίδια τη δύναμη του Θεού, στο μέτρο που αυτή θεωρείται απολύτως ελεύθερη, προκύπτει ότι κάθε φυσικό πράγμα έχει εκ φύσεως τόσο δίκαιο όση έχει και δύναμη για να υπάρχει και να ενεργεί. Διότι η δύναμη κάθε φυσικού πράγματος, χάρη στην οποία αυτό υπάρχει και ενεργεί, δεν είναι τίποτα άλλο από την ίδια τη δύναμη του Θεού, η οποία είναι απολύτως ελεύθερη […]. Κατά συνέπεια, οτιδήποτε κάνει ένας άνθρωπος χάρη στους νόμους της φύσης του, το κάνει δυνάμει του υπέρτατου δικαίου της φύσης και έχει μέσα στην φύση τόσο δίκαιο όση έχει και δύναμη».

Ο άνθρωπος εντασσόμενος στο πλαίσιο του κόσμου έχει τόση δύναμη, τόση ελευθερία όση και ικανότητα δράσης, η οποία του προσφέρεται από τα ίδια τα πράγματα. Η ίδια η ανθρώπινη φύση συσχετιζόμενη με την περιβάλλουσα φύση, με τον κόσμο, περιχαράσσει τα όρια τόσο της δύναμης, όσο και της ελευθερίας των ανθρώπων καθώς και της εξουσίας τους πάνω στον κόσμο και σε όσα αυτός περιέχει: «Όταν λέμε πως καθένας μπορεί να κάνει ότι θέλει ένα πράγμα που υπάγεται στο δίκαιό του, αυτή η εξουσία πρέπει να ορίζεται όχι μόνον από τη δύναμη του ενεργούντος αλλά και από το τι μπορεί ο πάσχων. Εάν για παράδειγμα πω ότι μπορώ, σύμφωνα με το δίκαιο, να κάνω ότι θέλω αυτό το τραπέζι, προφανώς δεν εννοώ ότι μπορώ, δηλαδή δικαιούμαι, να το κάνω να φάει χόρτο […]. Ούτε βέβαια ότι το πολιτικό σώμα δικαιούται να κάνει τους ανθρώπους να πετούν ή – πράγμα εξίσου αδύνατο – να αντιμετωπίζουν με σεβασμό ότι προκαλεί τη θυμηδία ή την αηδία».

grecobooks 4

Ο άνθρωπος σύμφωνα με το συγγραφέα του Tractatus όχι μόνο δε γεννιέται απόλυτα ελεύθερος, αφού εντάσσεται στην αναγκαιότητα του φυσικού πλαισίου, αλλά κάνει τα πάντα για να είναι σκλάβος καθώς οι άνθρωποι μάχονται για τη σκλαβιά τους σαν να ήταν η ελευθερία τους. «Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί το γεγονός ότι ο άνθρωπος, όπως και τα υπόλοιπα όντα, προσπαθεί όσο εξαρτάται από τον ίδιο να διατηρήσει το είναι του. Αν μπορούσε να γίνει αντιληπτή εδώ κάποια διαφορά, αυτή θα έπρεπε να προέρχεται από το ότι ο άνθρωπος έχει δήθεν ελεύθερη βούληση […]. Πράγματι η ελευθερία αποτελεί αρετή ή τελειότητα. Συνεπώς οτιδήποτε δηλώνει την αδυναμία του ανθρώπου δεν μπορεί να συσχετίζεται με την ελευθερία του. Αν λοιπόν ο άνθρωπος μπορεί να ονομαστεί ελεύθερος, δεν είναι επειδή μπορεί να μην υπάρχει ή επειδή μπορεί να μην κάνει χρήση του λόγου, αλλά μόνο στον βαθμό που έχει την εξουσία να υπάρχει και να ενεργεί σύμφωνα με τους νόμους της ανθρώπινης φύσης […]. Κατά συνέπεια, η ψυχή υπόκειται στο δικό της δίκαιο εφόσον μπορεί να χρησιμοποιεί ορθώς το λόγο. Και μάλιστα, καθώς η δύναμη του ανθρώπου πρέπει να εκτιμάται όχι τόσο από τη σωματική ρώμη, όσο από το ψυχικό σθένος, έπεται πως υπόκεινται περισσότερο στο δικό τους δίκαιο εκείνοι που διακρίνονται περισσότερο για το λογικό τους και καθοδηγούνται περισσότερο από τον λόγο. Για αυτό λοιπόν, αποκαλώ απολύτως ελεύθερο έναν άνθρωπο στο μέτρο που καθοδηγείται από τον λόγο, επειδή τότε η δράση του καθορίζεται από αιτίες που μπορούν να κατανοηθούν πλήρως από τη φύση του και μόνο, όσο κι αν οι αιτίες αυτές καθορίζουν τη δράση του κατά τρόπο αναγκαίο. Πράγματι η ελευθερία δεν αίρει αλλά, αντιθέτως, θέτει την αναγκαιότητα της δράσης».

Ενεργήματα και όχι πάθη, γνώση της νομοτέλειας της φύσης και όχι άγνοια, αυτογνωσία και όχι εγκατάλειψη σε μια φαινομενική τυχαιότητα, συνθέτουν τα χαρακτηριστικά ενός βίου που οδηγεί τον άνθρωπο προς το δρόμο της ελευθερίας. Μιας ελευθερίας που εμφανίζεται πάντα υπό προϋποθέσεις καθώς όπως διαβάζουμε στην Ethica: «Οι άνθρωποι νομίζουν πως είναι ελεύθεροι, γιατί έχουν συνείδηση των επιθυμιών τους και της όρεξής τους και ούτε σκέπτονται, ακόμα και στον ύπνο τους, τις αιτίες που τους κάνουν να ορέγονται και να επιθυμούν, γιατί δεν έχουν καμία γνώση για αυτές […]. Έτσι το νήπιο νομίζει πως ορέγεται ελεύθερα το γάλα, το θυμωμένο αγόρι πως θέλει την εκδίκηση, ο δειλός τη φυγή. Και ο μεθυσμένος πιστεύει πως λέει με ελεύθερη επιταγή της ψυχής του πράγματα που, νηφάλιος πια, θα προτιμούσε να τα είχε αποσιωπήσει». Ελεύθερος γίνεται λοιπόν ο άνθρωπος, όταν καθοδηγείται από το Λόγο και έχει αυτοτελείς ιδέες για τον εαυτό του και τον κόσμο, τείνει προς τη χαρά, δεν ενεργεί ποτέ με δόλο και φροντίζει τόσο για το ατομικό του συμφέρον όσο και για το κοινό καλό χωρίς να αποζητά ανταμοιβές και ανταλλάγματα από τη στιγμή που αναγνωρίζει πως : «Η ευδαιμονία δεν είναι βραβείο της αρετής αλλά η ίδια η αρετή».

Η αρχαία σκέψη συνήθως εκφράζεται μέσα από μύθους και παραβολές και έτσι διατηρεί τον αφαιρετικό χαρακτήρα της και διασφαλίζει την πρόσβαση στους πολλούς. Σε έναν τέτοιο ινδικό μύθο παρακολουθούμε τον αρχαίο βασιλιά, να συνδιαλέγεται με τον περιπλανώμενο σοφό και να του ζητά να του φανερώσει το μονοπάτι της σοφίας και της αταραξίας και την οδό της απελευθέρωσης. Η απάντηση στο ερώτημα περνά και εδώ μέσα από τη γνώση του εαυτού, τη μη προσκόλληση στα πράγματα και την αποδοχή των απαρέγκλιτων κανόνων της φύσης, κανόνων στους οποίους υπόκειται πρώτος και πάνω από όλα ο άνθρωπος. Ο σοφός απελευθερωμένος από πάθη και επιθυμίες δεν παρασύρεται από το χείμαρρο της αλλαγής. «Αυτοί που συμπεριφέρονται παρόμοια σε αυτούς που τους επαινούν και σε εκείνους που τους κατηγορούν, που κρύβουν τη σοφία τους και τις καλές πράξεις τους, που δεν παρασύρονται ποτέ σε επίκριση, που όχι μόνο δε φλυαρούν αλλά δεν λένε ούτε καν αυτά που οι άλλοι θεωρούν απαραίτητα, που δεν ανταποδίδουν το κακό με κακό, αυτοί λέγεται ότι διαθέτουν σοφία. Γιατί ποτέ δε θλίβονται για αυτό που δεν έχει έλθει ακόμα, αλλά ασχολούνται μόνο με ότι βρίσκεται μπροστά τους και κάνουν αυτό που πρέπει. Ποτέ δεν παρασύρονται σε θλίψη για εκείνο που έχει περάσει, ούτε το σκέφτονται ποτέ. Διαθέτοντας δύναμη και ήρεμο νου, κάνουν ότι θέλουν, σύμφωνα με το σωστό τρόπο. Έχοντας ώριμη γνώση, μεγάλη σοφία, ελέγχοντας πλήρως την οργή και κατανικώντας τα πάθη τους δεν προκαλούν κακό σε κανέναν, με σκέψη λόγο ή πράξη. Επειδή δε νιώθουν φθόνο, ποτέ δε βλάπτουν τους άλλους. Επειδή έχουν αυτοέλεγχο, ποτέ δε ζηλεύουν βλέποντας την ευημερία των άλλων […]. Είναι γαλήνιοι και προσπαθούν πάντα να κάνουν ότι μπορούν για το καλό όλων των όντων. Ποτέ δεν παρασύρονται από λύπη, ούτε από παραλήρημα χαράς. Έχοντας λύσει όλους τους κόμπους της καρδιάς τους, περνούν πολύ ευτυχισμένα».

grecobooks 6
www.grecobooks.com

 Ο σοφός εγκαταλείπει τον εγωισμό του και έτσι απαλλάσσεται από τα δεσμά του και καταφέρνει να μεγεθύνει τον εαυτό του ,εξισώνοντάς τον με τον κόσμο: «Κατανοώντας με τη βοήθεια της γνώσης ότι η ευτυχία και η δυστυχία, η απώλεια και το κέρδος, η προσκόλληση και η απάρνηση, ο θάνατος και η ζωή καθορίζονται όλα από το πεπρωμένο, ακολουθώ αυτόν τον τρόπο ζωής. Απαλλαγμένος από το φόβο και την προσκόλληση, από τα λάθη της κρίσης και την αλαζονεία, προικισμένος με γνώση, νοημοσύνη και κατανόηση, και ξέροντας ότι τα μεγάλα φίδια δίχως να κινηθούν απολαμβάνουν τον καρπό που έρχεται σε αυτά από μόνος του, ακολουθώ κι εγώ αυτή την ατραπό. Χωρίς να δίνω καμιά σημασία στα ενδιαφέροντα στα οποία θα μπορούσε να με οδηγήσει η καρδιά, ο νους και τα λόγια και ξέροντας ότι η ευτυχία που σχετίζεται με αυτά είναι ταυτόχρονα απατηλή και παροδική […]. Έτσι λοιπόν, το άτομο που έχει απαλλαγεί από τις προσκολλήσεις και έχει ελευθερωθεί από το φόβο, τη φιληδονία, την ανοησία και την οργή, ακολουθεί την ατραπό της αλήθειας και καταφέρνει να περάσει τις μέρες του με ικανοποίηση .

Αυτογνωσία, ισορροπία, αλήθεια, κατανόηση του κόσμου, απελευθέρωση, ευτυχία. Όταν ο Ηράκλειτος μας καλεί να αναζητήσουμε τον εαυτό μας, μας προτρέπει στην  ουσία να αναζητήσουμε τον κόσμο, να γνωρίσουμε τους νόμους της εναλλαγής και να τοποθετηθούμε ενεργητικά και θετικά στο κέντρο των πραγμάτων χωρίς να λησμονούμε πως δεν είμαστε το κέντρο, καθώς δεν υπάρχει κέντρο αν δεν το δημιουργήσουμε, αν δεν υπάρχουν τα πράγματα για να το περιβάλλουν. Στο δρόμο προς την ελευθερία και την αυτογνωσία ο άνθρωπος οφείλει να βρίσκεται πάντα σε επαγρύπνηση, πάντοτε σε εγρήγορση. Η ελευθερία δεν κατακτάται ποτέ ολοκληρωτικά, κερδίζεται ή χάνεται καθημερινά. Κερδίζεται όταν ο άνθρωπος ανοίγεται στον κόσμο και του επιτρέπει να τον εκπλήσσει. Χάνεται ακόμα και όταν η ελευθερία γίνεται συνήθεια, καθώς τη στιγμή εκείνη μπαίνουν οι βάσεις για να δημιουργηθούν οι συνθήκες ανελευθερίας. Ο Οδυσσέας θα επιστρέφει πάντα στην Ιθάκη αλλά στην επίσκεψή του στον Κάτω Κόσμο, του προφητεύονται από τον Τειρεσία νέα ταξίδια: « Να πάρεις τότε ένα βολικό στα χέρια σου κουπί και να βαδίζεις, ώσπου να φτάσεις σε εκείνους τους ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τη θάλασσα κι ούτε στο φαγητό που τρώνε,  βάζουν αλάτι. Ούτε ξέρουν τα πλοία με τις κόκκινες πλώρες, ούτε τα βολικά στα χέρια κουπιά, που είναι σα φτερά στα καράβια».

Η αναζήτηση δε σταματά ποτέ, ο δρόμος της αυτογνωσίας είναι ο δρόμος της αέναης κίνησης, ο δρόμος μακριά από τα δεσμά που επιβάλει η στασιμότητα και η παραίτηση. Είναι ο δρόμος της συνέπειας αλλά και της δύναμης να βαδίσει κανείς ενάντια στα πράγματα χωρίς να σταματά να εναρμονίζεται με αυτά. Είναι ο ανθρώπινος δρόμος που μας δείχνει ο Samuel Beckett: «Τότε μετάνιωσε που δεν είχε θελήσει να μάθει την τέχνη της σκέψης, αρχίζοντας από το πώς να λυγίζει το δεύτερο και το τρίτο δάχτυλο, έτσι ώστε να βάζει καλύτερα τον δείχτη στο υποκείμενο και το μικρό δαχτυλάκι στο ρήμα, όπως το ήθελε ο καθηγητής του των λατινικών, και που δεν καταλάβαινε τίποτα, ή τόσο ελάχιστα, από όλη εκείνη τη χάβρα από αμφιβολίες, επιθυμίες, φόβους και φαντασίες που βούιζαν μέσα στο κεφάλι του, Κι αν είχε λιγότερη δύναμη και θάρρος, θα τα παράταγε κι αυτός, και θα είχε παραιτηθεί από το να μάθει πώς ήταν φτιαγμένος και πώς θα μπορούσε να ζήσει, και θα ζούσε νικημένος στα τυφλά, σε έναν κόσμο τρελό ανάμεσα σε ξένους».