Pierre Bourdie: η οικονομία ως κοινωνική συνθήκη

Το έργο του Pierre Bourdieu, εντάσσεται στην ευρύτερη θεωρητική παράδοση, που στέκεται κριτικά απέναντι στη συμβατική οικονομική θεωρία: αμφισβητεί τη λογική του homo oecomicus και ανάγει τις οικονομικές πρακτικές σε ένα κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο. Η βασική της θέση είναι πως οι πρακτικές, που ονομάζουμε «οικονομικές», έχουν κοινωνική καταγωγή. Ο Bourdieu, στο The Social Structures of Economy, γράφει: «Η επιστήμη που ονομάζουμε ‘οικονομικά’ βασίζεται σε μια αρχική πράξη αφαίρεσης, που συνίσταται στο διαχωρισμό μιας συγκεκριμένης κατηγορίας πρακτικών, ή μιας συγκεκριμένης διάστασης που υπάρχει σε όλες τις πρακτικές, από την κοινωνική τάξη στην οποία όλες οι ανθρώπινες πρακτικές είναι εμβαπτισμένες». Στην αστοχία να κατανοήσει πως «ο κοινωνικός κόσμος είναι παρών στην ολότητά του σε κάθε ‘οικονομική’ πράξη», οφείλεται η αδυναμία της συμβατικής οικονομικής επιστήμης να διακρίνει τις πραγματικές δομές των παραγόντων, που επηρεάζουν αποφάσεις με οικονομική σημασία.

Η οικονομική λογική του κέρδους και του υπολογισμού, οι συμπεριφορές που βασίζονται σ’ αυτήν και η επιστήμη που τις μελετά θεωρούνται προϊόντα μια ιστορικής και κοινωνικής συγκυρίας, χωρίς καθολική και διαχρονική ισχύ. Στη Διαμόρφωση του οικονομικού habitus, ο Bourdieu γράφει: «…η πρόσβαση στις πιο στοιχειώδεις οικονομικές συμπεριφορές (έμμισθη εργασία, αποταμίευση, πίστωση, έλεγχος των γεννήσεων κ.α.) δεν είναι κατά κανένα τρόπο αξιωματική και ο λεγόμενος ‘ορθολογικός’ οικονομικός παράγοντας είναι προϊόν μάλλον ειδικών ιστορικών συνθηκών. Αυτό ακριβώς αγνοεί η οικονομική θεωρία, που καταγράφει μια ειδική, ιστορικά εντοπισμένη, περίπτωση του οικονομικού habitus, με το όνομα ‘θεωρία της ορθολογικής δράσης’, χωρίς κανένα ενδιαφέρον για τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που το καθιστούν εφικτό, επειδή το έχει για δεδομένο. Ομοίως και η ‘νέα οικονομική κοινωνιολογία’ που, υπολειπόμενη μιας γνήσιας θεωρίας για τους οικονομικούς παράγοντες, υιοθετεί τη ‘θεωρία της ορθολογικής δράσης’ ως δεδομένη και αποτυγχάνει να ιστορικοποιήσει τις οικονομικές συμπεριφορές, που, όμοια με το οικονομικό πεδίο, έχουν μια κοινωνική καταγωγή».

Η σύγχρονη οικονομική επιστήμη αφενός, αντιμετωπίζει την οικονομία ως ένα διακριτό πεδίο, που ορίζεται από φυσικούς και γενικούς νόμους, έξω από ιστορικά και κοινωνικά πλαίσια. Αφετέρου, διακρίνει στην αγορά το βέλτιστο μέσον για την οργάνωση της παραγωγής και του εμπορίου αποτελεσματικά, παραγνωρίζοντας οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο συναλλαγής. Έτσι, η θέση του Bourdieu στέκει ως ένα μέρος ενός διακριτού επιστημονικού παραδείγματος, «μια εναλλακτική θεωρία για την κατανόηση των οικονομικών πράξεων».

Δεν είναι δόκιμο να διακρίνουμε μεταξύ οικονομικών και μη οικονομικών πρακτικών. Οι ανθρώπινες πρακτικές έχουν έναν ενιαίο χαρακτήρα. Δεν υπάρχει μια αυτόνομη οικονομική λογική. Οι συμπεριφορές με οικονομική σημασία εκφράζουν μια κοινωνική πραγματικότητα. «…συμπεριφορές που θεωρούμε ως οικονομικές δεν είναι αυτόνομες και δε συγκροτούνται ως τέτοιες, δηλαδή ως ανήκουσες σε μια ειδική τάξη, με νόμους μη αναγώγιμους σ’ αυτούς που ορίζουν τις καθημερινές κοινωνικές σχέσεις, ιδιαίτερα μεταξύ του σογιού». Έτσι, είναι προτιμότερο να μιλάμε για μια οικονομία των πρακτικών και όχι για οικονομικές πρακτικές. Η έκφραση «οικονομικές πρακτικές» περιορίζει το περιεχόμενο των συμπεριφορών και συσκοτίζει την πραγματική τους λειτουργία. Είναι προτιμότερο να διακρίνουμε εμπειρικά τις πρακτικές και μόνον κατόπιν τούτου να ερευνούμε τη λειτουργία τους στην οικονομία. Και αυτές οι πρακτικές, μέσα στην πολυπλοκότητα των κινήτρων στα οποία και οφείλονται, εμφανίζονται ιστορικά συγκεκριμένες στο «habitus»: τον τρόπο και το ήθος και το ευρύτερο πλαίσιο, στο οποίο και οφείλονται.

Το ευρύτερο πλαίσιο αυτής της θεωρίας του Bourdieu βασίστηκε σε επιτόπια ανθρωπολογική του έρευνα στην Kabylia της Αλγερίας, την ταραγμένη δεκαετία του ’60. Εκεί, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα των Αλγερινών ενάντια στους Γάλλους, γινόταν ορατή μια σε πραγματικό χρόνο μετάβαση των αγροτικών κοινοτήτων από τον παραδοσιακό στον καπιταλιστικό τρόπο ζωής. Μπορούσε εύκολα να στοιχειοθετηθεί η αντιπαραβολή ανάμεσα στους υλικούς και τους συμβολικούς παράγοντες των καθημερινών συναλλαγών. Προϊόν αυτής της έρευνας ήταν το έργο Outline of a Theory of Practice, που πρωτοεκδόθηκε το 1972.

Στο Outline of a Theory of Practice, ο Bourdieu παραθέτει ένα πλούτο εμπειρικών παρατηρήσεων σχετικά με την καθημερινή ζωή των αλγερινών χωρικών, τις αξίες και τις συμπεριφορές τους. Απέναντι στον οικονομικό ορθολογισμό, αντιπαραθέτει μια καταγεγραμμένη εμπειρική πραγματικότητα, όπου τα σύμβολα και οι αξίες έχουν εξίσου κεντρικό ρόλο. Στον καθημερινό βίο, δεν κυριαρχεί η επιδίωξη του καλά ορισμένου οικονομικού οφέλους. Σε πολλές περιπτώσεις, η επιδίωξη του οικονομικού οφέλους μετριάζεται ή απωθείται. Έμφαση δίνεται στην αποκόμιση κοινωνικής αξίας και μάλιστα συχνά εις βάρος της οικονομικής ωφέλειας.

Το ήθος που ορίζει τις καθημερινές δοσοληψίες δεν είναι προσανατολισμένο στην αποκόμιση του μέγιστου οικονομικού οφέλους: «Ο άνθρωπος πρέπει να βαδίζει με ‘’μετρημένο βήμα’’ (ikthal uqudmis), χωρίς να μένει πίσω ή να προτρέχει ‘’σα χορευτής’’, με τρόπο ρηχό, ανάξιο ενός έντιμου ανθρώπου. Έτσι, ανυποληψία περιμένει επίσης τον άνθρωπο που βιάζεται χωρίς να σκεφτεί, που τρέχει να προλάβει κάποιον άλλον, που εργάζεται τόσο επίμονα ώστε να ‘’κακομεταχειρίζεται τη γη’’, που ξεχνά τα σοφά λόγια:

«Είναι ανώφελο να επιδιώκεις τα του κόσμου
Κανείς ποτέ δε θα τον κατακτήσει
Εσύ που τρέχεις
Στάσου και μετανόησε
Ο άρτος ο επιούσιος έρχεται απ το Θεό
Δε σου πρέπει να ανησυχείς»

Στο Outline of a Theory of Practice παρουσιάζεται η φύση αυτής της εργασίας με την αντιπαραβολή της ελληνικής λέξης «έργον» στη λέξη «πόνος». Το πεδίο δραστηριοποίησης – η γη, ή οι κοινωνικές σχέσεις – δεν είναι ξένο στον άνθρωπο, δεν αποτελεί ένα περιβάλλον εργασίας. Ανήκει σ αυτό και πασχίζει γι αυτό. Δεν εκμεταλλεύεται τη γη γιατί θα τον εκδικηθεί. Δεν εκμεταλλεύεται τις κοινωνικές σχέσεις γιατί θα σκανδαλίσει και θα απομονωθεί.

Στις καθημερινές συναλλαγές κυριαρχεί το δώρο και το αντίδωρο. Ισχύουν «αυστηροί κανόνες αμοιβαιότητας και μη πληρωμής (gratuité)». Όσο πιο απόμακροι είναι οι άνθρωποι, τόσο απομειώνεται η γενναιοδωρία και το αίσθημα της ισότητας στις συναλλαγές τους. Γι αυτό και «σχέσεις που περιορίζονται στην απλή οικονομική τους διάσταση, νοούνται ως σχέσεις πολέμου». Τέτοιες σχέσεις είναι ανεπιθύμητες. Οι σχέσεις συναλλαγής υλοποιούν «στρατηγικές τιμής». Ενώ, «η λογική της αγοράς, δηλαδή του πολέμου, ποτέ δε γίνεται πραγματικά αποδεκτή και όσοι τη χρησιμοποιούν – ο έμπορος, οι άνθρωποι της αγοράς- είναι απορριπτέοι».

Οι στρατηγικές της τιμής, που κυριαρχούν στην καθημερινή ζωή, μπορούν να υφίστανται μόνον επειδή δεν ηγεμονεύει ο υπολογισμός (calculation). Όταν επικρατεί ο υπολογισμός – ο στενός οικονομικός υπολογισμός – κλονίζεται η ίδια η κοινωνία. Διαλύεται η βάση της, που είναι η φιλία, η καλή πίστη και η ισότητα. Οι συναλλαγές με τους οικείους υπακούουν στην απάρνηση του υπολογισμού. Το πνεύμα της εξοικονόμησης και της ελαχιστοποίησης των εξόδων δεν προσιδιάζει σε έντιμους ανθρώπους.

*Απόσπασμα από το έργο: «Η Κοινωνική Οικονομία της Ελλάδος και το Κοινωνικό της Κεφάλαιο – Μια συνολική, θεσμική και εθνικολογιστική αναγνώριση», του Ιωάννη ΝΑΣΙΟΥΛΑ, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις του Ινστιτούτου Κοινωνικής Οικονομιας. Αποκλειστικά διαθέσιμο στο www.grecobooks.com