Οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις έκαναν ζημιά

120

Τα λεφτά της Ευρώπης πήγαν στράφι. Η αποτυχία του ευρωπαϊκού χρηματοδοτικού πλαισίου στην περίπτωση της Ελλάδος είναι στοιχειακή. Η χώρα κατέληξε να αντιμετωπίζει ανθρωπιστική κρίση και γενικευμένες προκλήσεις για την αξιοπρεπή διαβίωση ακόμα και των οικονομικά ενεργών κατοίκων της, ενόσω δεκάδες δισεκατομμυρίων ευρώ γίνονται διαθέσιμα για δράσεις ανάπτυξης.

Πολλοί ελπίζουν πως το ανθρωπιστικό σοκ, που έκανε την εμφάνισή του με το Μνημόνιο και επεβλήθη ως σιδερένιος νόμος με την κυβέρνηση του κυρίου Αλέξη Τσίπρα, του Συναπισπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και των Ανεξάρτητων Ελλήνων θα ηχήσει συναγερμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει να επανακαθορίσει την πολιτική της στον τομέα της αξιολόγησης και της εποπτείας επί τον εθνικών πολιτικών χρηματοδότησης των έργων κοινωνικής ανάπτυξης, που είναι και τα πιο δύσκολο να αξιολογηθούν και να παρακαλουθηθούν. Η ιδιαιτερότητα των πολιτικών συνοχής και κοινωνικής ανάπτυξης έγκειται στο ότι οι στόχοι τους είναι κοινωνικοί, ηθικοί και αισθητικοί, δηλαδή ζητήματα νοοτροπίας. Μέχρι πρότινος η παρακολούθηση και η αξιολόγηση της σκοπιμότητας, της αποτελεσματικότητας και της βιωσιμότητας των δράσεων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης αποδείχθηκαν ελλειμματικές ή αφελείς, αφού κρυφές ατζέντες συνδυάζονταν σε ένα εκρηκτικό μείγμα με την εμφανή έλλειψη σε διοικητικές δομές τόσο στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και εθνικά.

Σε αρκετές εθνικές περιπτώσεις, αλλά ανησυχητικά στην ελληνική, η χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διοχετεύτηκε στην κοινωνία και στους πολιτικά και ηθικά νόμιμους δικαιούχους. Διασπαθίστηκαν οι πόροι και αναπτύχθηκαν καταχρηστικές «αγορές», που πληθωρίστηκαν με τα ευρωπαϊκά κονδύλια και με τη σειρά τους δηλητηρίασαν το πεδίο δράσης της κοινωνίας των πολιτών, των εθελοντών και των συνεταιριστών. Εκπαιδεύτηκαν εγκληματίες «μεσάζοντες» και «ειδικοί» που με τη σειρά τους απέκλεισαν τους νέους και τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, που είχαν περισσότερη ανάγκη από τη χρηματοδοτική στήριξη και την πολιτική έγνοια.

Η Ελλάδα ατύχησε: την έβαλε στην Ευρώπη ο Καραμανλής – αλλά εγκαινίασε την διαχείριση των ευρωπαϊκών χρημάτων ο Παπανδρέου. Τα κονδύλια που όφειλαν να επενδυθούν καταναλώθηκαν. Οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις μετατράπηκαν σε προσωπικά εισοδήματα και διοχετεύθηκαν κυρίως στην μη-παραγωγική και συχνά στην αντι-παραγωγική κατανάλωση. Το σύστημα παραγωγής κοινωνικής υπεραξίας διαλύθηκε και φυσικό επακόλουθό του ήταν και η αποδιάρθρωση της παραγωγικής δομής της χώρας. Αυτό αποτέλεσε πεδίον δόξης λαμπρόν για τους αλήστου μνήμης ΠΑΣΟΚ-ανθρώπους (επιλεγμένους αυστηρά από τους χειρότερους ανάμεσά μας) αλλά δεν έλαβε χώρα απουσία της κοινωνίας και των Ελλήνων πολιτών. Ολόκληρες γενιές μεγάλωσαν μέσα σε ένα περιβάλλον επιβράβευσης της απάτης, του ψέματος και της λογικής της υποκλοπής. Η πιο δύσκολα αναστρέψιμη αρνητική επίδραση αυτής της παράλληλης και βρώμικης πολιτικής διάταξης είναι η δυσφήμιση και κατασυκοφάντηση του κοινωνικού τομέα, του εθελοντισμού, των μη κυβερνητικών οργανώσεων και πρωτοβουλιών, του συνεταιριστικού κινήματος και της κοινωνικής πολιτικής που ταυτίστηκε με εικονικότητα, μεταβιβάσεις, πολιτικά δώρα, πελατειακά δίκτυα και πατρωνείες κάθε είδους.

Όμως, σε ένα περιβάλλον όπως αυτό που έχει ήδη ανατείλει, όπου οι υλικοί πόροι για την κοινωνική αναπαραγωγή και την ανάπτυξη είναι λιγοστοί, το έλλειμμα στο ανθρώπινο και το κοινωνικό κεφάλαιο θα γίνει τραγικά αισθητό: η γενικευμένη αγραμματοσύνη και τσιμεντωμένη καχυποψία θα μας αφήσουν μή-διασώσιμους. Οι κακομαθημένες γενιές θα το βρουν πολύ δύσκολο να προσαρμοστούν, να απογαλακτιστούν από το κράτος και τους ανήθικους παράλληλους μηχανισμούς που το συνοδεύουν, καθώς και από το για δεκαετίες κυρίαρχο σύστημα αναδιανομής ενός πλούτου που δεν είχε παραχθεί και δεν είχε κερδηθεί με την εργασία, τον πειραματισμό και την επιτυχία.

Η εγγενής ποικιλομορφία, ασάφεια και αστάθεια των κοινωνικών, περιβαλλοντικών και πολιτικών ζητημάτων που σκόπευε να αντιμετωπίσει η χρηματοδοτική στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όφειλε να κινητοποιήσει τα καλύτερα στοιχεία της διοίκησης και του ερευνητικού δυναμικού της χώρας. Όμως, τα εργαλεία αξιολόγησης της σκοπιμότητας, της αποτελεσματικότητας και της βιωσιμότητας των επενδύσεων και των μεταβιβαστικών πληρωμών δεν υπήρξαν ποτέ ιδιαίτερα ανεπτυγμένα και κανείς από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης δε θα μπορούσε να καλύψει ποτέ αυτό το κενό. Η ευθύνη της κοινωνικής ανάπτυξης πάντοτε παραμένει εθνική υπόθεση.