Αἰὲν ἀριστεύειν

Τα ελληνικά στην αμερικάνικη αγορά γνώσης

121

Η κατάσταση της ελληνόφωνης βασικής εκπαίδευσης στις ΗΠΑ και συγκεκριμένα στις δυτικές πολιτείες παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αυτά που ονομάζονται «σχολεία» είναι ό,τι εννοούμε στην Ελλάδα σχολές ή φροντιστήρια και οι «δάσκαλοι» είναι συνήθως πρόθυμοι γονείς χωρίς παιδαγωγικές γνώσεις, εκπαιδευτική εμπειρία ή στοιχειώδη επιμόρφωση. Πόσο ανταγωνιστική είναι τελικά η νέα ελληνική γλώσσα και κουλτούρα στο εκπαιδευτικό αλισβερίσι που αναπτύσσεται στις Ηνωμένες Πολιτείες;

Θα ήταν άδικο να συγκριθούν οι δυνατότητες ανάπτυξης των νέων ελληνικών με τις λεγόμενες «ισχυρές» γλώσσες, όπως τα ισπανικά ή τα γαλλικά. Παρ’ όλα αυτά θα μπορούσαμε κάλλιστα να μαθητεύσουμε σε αυτές και να υιοθετήσουμε τα δικά τους επιτυχημένα εγχειρήματα προσαρμοσμένα στις δικές μας ανάγκες και τη δική μας κλίμακα. Η δική τους πορεία εξέλιξης μπορεί να συμβάλει κατ’ αρχάς στην οριοθέτηση συγκεκριμένων στόχων για τα ελληνικά, όπως δημιουργία ανταγωνιστικών πρωινών σχολείων, προγράμματα επιμόρφωσης εκπαιδευτικών, αναβάθμιση εκκλησιαστικών σχολείων, σύνδεση με πανεπιστημιακά προγράμματα για να αναφερθούμε απλώς σε κάποιους στοχειώδεις άξονες σχεδιασμού.

Προς το παρόν και παρ’ ότι η ελληνόφωνη α’θμια και β’θμια εκπαίδευση στηρίζεται κατά βάση από την εκκλησία και κατ’ επέκταση απο την ομογένεια, δεν υπάρχει ενιαία στρατηγική ή έστω σχέδιο δράσης με όραμα. Στις δυτικές πολιτείες των ΗΠΑ, ενδεικτικά στην Καλιφόρνια, το Όρεγκον και την Ουάσιγκτον, δεν υπάρχουν πια πρωινά δίγλωσσα ελληνοαμερικάνικα σχολεία. Η ελληνόφωνη εκπαίδευση διεξάγεται μέσω απογευματινών σχολείων, στη συντριπτική τους πλειοψηφία εκκλησιαστικών. Τα μαθήματα γίνονται μια φορά εβδομαδιαία, συνήθως Σάββατο, ή στην καλύτερη περίπτωση δύο απογεύματα μέσα στην εβδομάδα. Τα σχολεία δίνουν αγώνα να παραμείνει η επιλογή της ελληνικής γλώσσας υψηλά στη λίστα προτεραιοτήτων των μαθητών και των οικογενειών τους. Τα αθλήματα, οι μουσικές σπουδές ή άλλες ξένες γλώσσες δημιουργούν σκληρό ανταγωνισμό.

Τι έχει να προσφέρει η ελληνική γλώσσα σε έναν (Ελληνο)Αμερικάνο μαθητή που επιδιώκει να αριστεύσει στο αμερικάνικο εκπαιδευτικό σύστημα; Πόσο ισχυρό προσόν είναι η γνώση της ελληνικής σε ένα βιογραφικό μαθητή που επιθυμεί να εισέλθει σε κάποιο ανταγωνιστικό πανεπιστήμιο; Αυτά τα ερωτημάτα καλείται συνήθως κάθε ελληνόφωνο σχολείο χωριστά να απαντήσει στην κοινότητά του, χωρίς να έχει να προβάλει μια οργανωμένη πολιτική με όραμα, στόχους και επιτυχημένες πρακτικές.

Αυτή τη στιγμή η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών των ομογενών παρακολουθούν κάποιο ελληνόφωνο απογευματινό σχολείο. Συνήθως για μερικά χρόνια και μετά απορροφούνται από τις άλλες τους αθλητικές ή εν γένει εξωσχολικές δραστηριότητες. Στην καλύτερη –και σπανιότερη- περίπτωση συνεχίζουν τις σπουδές τους μέχρι και τα 12-14 χρόνια τους έχοντας αποκτήσει στο μεταξύ και κάποιο πτυχίο ελληνομάθειας. Εκεί ολοκλήρωνεται ο κύκλος. Η ελληνικής καταγωγής οικογένεια έχει εκπληρώσει το καθήκον της προς τις ρίζες της, ενώ κατά πάσα πιθανότητα τα παιδιά της δεν έχουν ακούσει ποτέ το όνομα του Σεφέρη ή του Ελύτη.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Αρχιεπισκοπής υπάρχουν αυτή τη στιγμή περί τους 1.000 μαθητές στα εκκλησιαστικά ελληνόφωνα σχολεία της Καλιφόρνιας! Τι εφόδια τους δίνονται ώστε οι ελληνικές σπουδές τους να τους φανούν χρήσιμες στην ανταγωνιστική αγορά γνώσης/εργασίας; Για να αναγνωρίζονται οι σπουδές τους θα πρέπει κατ’ αρχάς να έχουν αναγνωριστεί από την πολιτεία τα ίδια τα σχολεία. Πώς όμως να αναγνωριστούν τα προγράμματά τους όταν προσφέρουν ελάχιστες ώρες διδασκαλίας και κυρίως από δασκάλους που δεν διαθέτουν πιστοποίηση από την πολιτεία; Το πλαίσιο υποστήριξης των ελληνικών σπουδών είναι τόσο αδύναμο στις δυτικές πολιτείες που ακόμη και τα διπλώματα ελληνομάθειας που χορηγούνται από το ελληνικό κράτος εξετάζονται κατά περίπτωση από τα κατά τόπους γραφεία εκπαίδευσης χωρίς να έχει εξασφαλιστεί η αναγνώρισή τους και επομένως η βέβαιη απαλλαγή των μαθητών από την υποχρέωση της δεύτερης ξένης γλώσσας.

Το ζήτημα είναι πολύπλευρο, πολυεπίπεδο αλλά όχι λαβυρινθώδες. Η α’θμια-β’θμια εκπαίδευση είναι η βάση της πυραμίδας και διαθέτει άμεση πρόσβαση στην ελληνικής καταγωγής αμερικάνικη οικογένεια. Από εκεί χρειάζεται να ξεκινήσει ο σχεδιασμός μιας κοινής εκπαιδευτικής πολιτικής. Απαιτείται θέληση. Και επένδυση από την ομογένεια συγκεκριμένα για την εκπαίδευση. Και κάτι ακόμα, ιδιαίτερα σημαντικό. Χρειάζεται να δοθούν τα ηνία σχεδιασμού όχι σε εθελοντές αλλά σε ανθρώπους με γνώσεις και εμπειρία. Το αἰὲν ἀριστεύειν με συντονισμένη προσπάθεια θα μπορούσε να βρει τη σύγχρονη ελληνοαμερικάνικη έκφρασή του και στο εγγύς μέλλον να πολλαπλασιάσει τη δύναμη της ομογένειας.

 

Προηγούμενο άρθροΘησέας και Αριάδνη / Θέαμα και (Άν)ουσία
Επόμενο άρθροΟι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις έκαναν ζημιά
Η Ιωάννα Λεκκάκου αρθρογραφεί στην Εφημερίδα ΑΡΙΣΤΕΙΑ και επιμελείται την στήλη "Σπορά και Διασπορά". Είναι Διδάκτωρ Θεατρολογίας του Παν/μίου Αθηνών και ειδικεύεται στην Εισαγωγή των Παραστατικών Τεχνών στην Εκπαίδευση, καθώς και στην Επιμόρφωση Εκπαιδευτικών. Είναι συγγραφέας, μεταφράστρια λογοτεχνίας και εισηγήτρια σε διεθνή συνέδρια γύρω από θέματα λογοτεχνίας και εκπαίδευσης. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ. Είναι ενεργό μέλος της ομογένειας λαμβάνοντας μέρος σε πρωτοποριακές δράσεις για την ενίσχυση και διάδοση του ελληνικού πολιτισμού.