Κατά των επιθέτων

272

Υπάρχει ένα μάντρα που λέει: “ποτέ μην εμπιστεύεσαι τον συντάκτη που εκφράζεται σωρηδόν με εκθειαστικούς, επιθετικούς προσδιορισμούς για έναν συγγραφέα”. Με άλλα λόγια αν κάποιος ισχυρίζεται ότι ο τάδε ή ο δείνα συγγραφέας είναι “μέγιστος”, “ανυπέρβλητος”, “τεράστιος”, “ασυναγώνιστος” κτλ, το μόνο που καταφέρνει είναι να κερδίζει χρόνο για να κρύψει την εκφραστική του ανεπάρκεια, να καλύψει τα κενά της σκέψης του, τις ρωγμές που αφήνει πάνω στο κείμενο ο ανυπόκριτος ή και υποκριτικός θαυμασμός του.

Οι δάσκαλοι δημιουργικής γραφής επισημαίνουν ότι η υπερβολική χρήση επιθέτων φορτώνει την πρόζα με ανούσιο λεκτικό βαρος. Με λήρους που δεν λένε απολύτως τίποτα, με κούφια λόγια. Το επίθετο στερείται εκφραστικής σαφήνειας και ακρίβειας. Διότι είναι ανοιχτό σε χρωματισμούς και αφήνει χώρο στη φαντασία του καθενός να το γεμίσει με ποιότητες κατά το δοκούν. Σε καμία περίπτωση δε διαθέτει την ρώμη που παρουσιάζουν άλλα μέρη του λόγου, όπως το ουσιαστικό ή το ρήμα για παράδειγμα. Ακόμα και η μετοχή έχει περισσότερο εκφραστικό εκτόπισμα.

Τα επίθετα είναι κατ’επίφασιν περιγραφικά. Ποτέ δεν κυριολεκτούν, κατά βάθος είναι εντελώς αφηρημένα. Αποπροσανατολίζουν με την αμφισημία τους το νόημα. Δίνουν μια γενική αίσθηση, μια τονικότητα, αλλά θολωνουν την έκφραση. Ρέπουν στην υπερβολή και παρασύρουν εύκολα σε αμετροέπειες.

Παρόλα αυτά, βλέπουμε πολύ συχνά στον περιοδικό τύπο, ειδικά σε στήλες που ασχολούνται με το βιβλίο, το εν λόγω ατόπημα. Είναι ζήτημα ύφους, θέμα ελαφρότητας του γράφοντος, τεκμήριο αμεριμνησίας και ακηδίας, αποτέλεσμα προχειρολογίας, απλή ασχετοσύνη; Όλα αυτά μαζί; Ουδείς μπορεί να το πει. Το σίγουρο είναι ότι το φαινόμενο έχει καθιερωθεί. Οι ρίζες του ανάγονται – ως συνήθως – στην Εσπερία. Εκεί οι εγκωμιαστικές κριτικές βιβλίων (που είναι βεβαίως άρρηκτα συνδεδεμένες με μια μαρκετίστικη αντίληψη για την προώθηση και εμπορική εκμετάλλευση του προϊοντος – γίνονται με απόλυτη και συνειδητή κατάχρηση επιθέτων. Είναι κάτι που το επιτάσσει η διαφήμιση. Πρόκειται άλλωστε για πρακτική που χρησιμοποιείται κατά κόρον και στην τηλεόραση.

Η αλόγιστη χρήση των επιθέτων οδηγεί συνεκδοχικά σε μια “αφασική” κατάσταση λόγου και ουσιαστικά προλειαίνει το έδαφος για ένα ακόμα μεγαλύτερο δεινό: την κυριαρχία της συνθηματολογίας. Όπως γράφει σε ένα άρθρο του ο Νικόλας Σεβαστάκης “οι ατάκες είναι ο τρόπος που καταλαβαίνουμε τον δημόσιο λόγο και τις κουβέντες των δημοσίων προσώπων. Τα υπόλοιπα τα ξεχνάμε, γιατί δεν μένουν στη μνήμη”.

Λατρεύουμε την επικοινωνιακή ισχύ της συνθηματολογίας. Η λακωνικότητα, η οικονομία της, η διατρητικότητά της, την καθιστά πολύ αποτελεσματικό επικοινωνιακό όπλο. Και δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι καινούργιο. Η ατάκα ανέκαθεν γοήτευε τα πλήθη. Γιατί κατά βάθος τα κολακεύει. Κάνει τον αποδέκτη της, τον μέσο άνθρωπο, να αισθάνεται πιο έξυπνος, πιο ξεχωριστός, πιο σημαντικός από ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Αυτό είναι ένα στοιχείο που κερδίζει αυθωρεί τη συναίνεση και τη δεκτικότητα του κοινού. Έτσι η ατάκα ριζώνει μέσα στον νου του αναγνώστη ή του ακροατή, και από κει εκτελεί τον αόρατο, προπαγανδιστικό της ρόλο: επιδρά στις συνειδήσεις.

Τα συνθήματα έχουν δύναμη όταν γράφονται σε τοίχους, όταν αναρτώνται σε πανό, όταν γίνονται διαφημιστικό σλόγκαν, ή όταν θέλουν να κάνουν εντύπωση στο twitter. Aναγκαστικά χωλαίνουν όμως και δε δύνανται να ανταπεξέλθουν, όταν καλούνται να συνοψίσουν ή να περιγράψουν το σύνολο του έργου κάποιου φιλοσόφου ή πεζογράφου. Σε τέτοιες περιπτώσεις καλό είναι να αποφεύγονται.

* Το βιβλίο του Φώτη Δούσου «Στη Βιβλιοθήκη του Δον Κιχώτη» είναι αποκλειστικά διαθέσιμο στο: www.grecobooks.com

Προηγούμενο άρθροΣτη μέγγενη του Υπερταμείου 40.000 εργαζόμενοι
Επόμενο άρθροΣτριμώξτε την Νέα Δημοκρατία
Ο Φώτης Δούσος αρθρογραφεί στην Εφημερίδα ΑΡΙΣΤΕΙΑ και επιμελείται την στήλη "Literati". Είναι συγγραφέας, σκηνοθέτης και θεατρολόγος. Αποτελεί ιδρυτικό μέλος του μουσικού συγκροτήματος Δάρνακες και της θεατρικής ομάδας Hippo. Έχει διεξάγει συναυλίες, παραστάσεις και σεμινάρια σε διάφορα μέρη του κόσμου. Κείμενα του δημοσιεύονται σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα.