Ο Karl Polanyi και η εμπέδωση του οικονομικού στο κοινωνικό

156

Στις αρχές της δεκαετίας του 1940, ο Karl Polanyi συγγράφει τον «Μεγάλο Μετασχηματισμό». Εμβληματικό έργο, ο «Μεγάλος Μετασχηματισμός» άσκησε ιδιαίτερη επίδραση στην κοινωνική ιστορία, την οικονομική θεωρία και την επιστημολογία. Η βασική σύλληψη του έργου είναι η ιδέα της εμπέδωσης (embeddedness). Η οικονομία, τα γεγονότα και οι πρακτικές της είναι εμπεδωμένα στο κοινωνικό, το θρησκευτικό βίωμα και την πολιτική τάξη. Η αρχική καταγωγή της οικονομίας βρίσκεται στις ανθρώπινες κοινωνίες και όχι το αντίθετο. Για να εξηγήσει ο Polanyi αυτή την κριτική του θέση απέναντι στην κλασσική οικονομική ανάλυση, περιγράφει το μεγάλο μετασχηματισμό που ξεκινά από την Αγγλία του 17ου και 18ου αιώνα και ολοκληρώνεται με το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο μεγάλος μετασχηματισμός συνίσταται σε δύο αντίθετες τάσεις. Αφενός υπάρχει η προσπάθεια για την εγκαθίδρυση ενός συστήματος αυτορυθμιζόμενων ελεύθερων αγορών, στο εσωτερικό των κοινωνικών σχηματισμών της δυτικής κυρίως Ευρώπης και διεθνώς μέσα από μια διαδικασία ολοκλήρωσης. Αφετέρου, οι κοινωνικές δυνάμεις αντιδρούν με όρους αυτοσυντήρησης απέναντι σ’ αυτή τη νέα κίνηση που απειλεί τους ανθρώπους, τον πολιτισμό και τη φύση με ολική καταστροφή.

Η επιδίωξη μιας αυτορυθμιζόμενης αγοράς συνδέθηκε με την αντίληψη του κλασσικού οικονομικού φιλελευθερισμού πως ο άνθρωπος, η φύση και το χρήμα είναι εμπορεύματα. Υπάγονται στο νόμο του κέρδους και μπορούν να ανταλλάσσονται έξω και πέρα από οποιαδήποτε κοινωνική ή ηθική σύμβαση. Έτσι, η οικονομία διακρίνεται από την κοινωνία. Τα κοινωνικά διαφέροντα, όπως το θρησκευτικό βίωμα, η ηθική, οι συλλογικοί κανόνες κοινωνικής ζωής, ο πολιτισμός και η πολιτική τάξη, θεωρούνται όλα παράγοντες εξωτερικοί της οικονομικής δραστηριότητας στην ελεύθερη αγορά. Νοούνται ως παράγοντες υπολειμματικοί, που θα εξαλειφθούν με την ολοκλήρωση της αγοράς σε εσωτερικό και διεθνές επίπεδο.

Μια τέτοια σύλληψη, λέει ο Polanyi, είναι ουτοπική και αποδείχθηκε ιστορικά καταστροφική. Αποδελτιώνοντας τη μεθοδολογική του σκευή, παρουσιάζει στις τελικές σημειώσεις του έργου τα βασικά του επιχειρήματα: «Το κίνητρο του κέρδους δεν είναι φυσικό στον άνθρωπο. (…) Η αναμονή χρηματικής αμοιβής για την εργασία δεν είναι φυσική. (…) Ο περιορισμός της εργασίας σ’ ένα αναπόφευκτο ελάχιστο δεν είναι φυσικός. (…) Συνήθη κίνητρα για την εργασία δεν είναι το κέρδος, αλλά η αμοιβαιότητα, ο ανταγωνισμός, η χαρά της εργασίας και η κοινωνική επιδοκιμασία. (…) Τα οικονομικά συστήματα κατά κανόνα θεμελιώνονται στις κοινωνικές σχέσεις. (…) Η κατανομή των αγαθών εξασφαλίζεται από μη οικονομικά κίνητρα».

Η σημασία αυτών των πυκνών και απλών διατυπώσεων του Polanyi είναι καθοριστική τόσο για την οικονομική ανάλυση, όσο και για την κοινωνική ιστορία. Η μεθοδολογία του «Μεγάλου Μετασχηματισμού» αντλεί την εγκυρότητά της από αυτό που πραγματικά συνέβη. Ο αυταρχισμός που επιβάλλει τη λογικοφανή θεωρία στη ζωή αποδείχθηκε καταστροφικός. Η ιδέα πως το κίνητρο του κέρδους είναι φυσικό στον άνθρωπο προϋποθέτει πως ο άνθρωπος σκέπτεται και δρα με όρους ανταλλαγής στο περιβάλλον της αγοράς. Συλλαμβάνει αυτά που δίνει και αυτά που λαμβάνει ως αγαθά, με την συμβατική οικονομική έννοια. Όμως, οι αγορές δεν υπήρχαν ανέκαθεν. Η διακίνηση των υλικών αγαθών δεν υφίστατο ως αγοραία ανταλλαγή. Επίσης, ακόμη και στη σύγχρονη κοινωνία, οι περιστάσεις της ιδιαίτερης στιγμής κρίνουν αν ο άνθρωπος αποφασίζει με όρους ανταλλαγής ή αψηφώντας κάθε έννοια υλικού κέρδους. Πρόκειται για μια διαδικασία έμφυτη μέσα στην ανθρώπινη ζωή.

Η αναμονή χρηματικού οφέλους για την εργασία δεν είναι φυσική στον άνθρωπο. Κίνητρο του ανθρώπου μπορεί να είναι η αμοιβαιότητα και η αναδιανομή. Ο υπολογισμός που προκύπτει από την αξιολόγηση ενός αγαθού ή μιας πράξης ως οικονομικών συντελεστών δεν υφίσταται παρά μόνον σε ένα αυστηρό πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς. Σε πάμπολλες άλλες περιστάσεις της καθημερινής ζωής διακινείται οικονομικά σημαντικό υλικό χωρίς να υπάγεται στις συμβάσεις του κέρδους.

Η κλασσική οικονομική ανάλυση δεν είναι σε θέση να κατανοήσει την ιδιαίτερη φύση του πολιτισμού και της κουλτούρας. Η παραγωγή είναι συχνά αδικαιολόγητη με όρους οικονομίας. Η χαρά της εργασίας, η αισθητική απόλαυση, η ικανοποίηση που προκύπτει από την κοινωνική αναγνώριση και πολλές άλλες καθημερινές ανθρώπινες περιστάσεις δεν αποτελούν μεθοδολογικούς συντελεστές για τη θεωρία που ταυτίζει το υπαρκτό με την οικονομία.

*Απόσπασμα από το έργο: «Η Κοινωνική Οικονομία της Ελλάδος και το Κοινωνικό της Κεφάλαιο – Μια συνολική, θεσμική και εθνικολογιστική αναγνώριση», του Ιωάννη ΝΑΣΙΟΥΛΑ, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις του Ινστιτούτου Κοινωνικής Οικονομιας. Αποκλειστικά διαθέσιμο στο www.grecobooks.com