Θησέας και Αριάδνη / Θέαμα και (Άν)ουσία

227

Μετά τις παραστάσεις στο θέατρο Badminton στην Αθήνα, η παράσταση “Θησέας και Αριάδνη στο νησί των Ταύρων”, σε σκηνοθεσία της χορογράφου Σοφίας Σπυράτου, ανηφόρισε στη Θεσσαλονίκη στο θέατρο Κολοσσαίον, όπου και την παρακολουθήσαμε.
Η ιστορία του Θησέα είναι λίγο πολύ γνωστή. Γιος το Αιγέα, υποχρεούται να περάσει κάποιους άθλους για να αναγνωριστεί ως γιος του βασιλιά των Αθηνών. Αφού αυτό συμβεί, αναλαμβάνει να ταξιδέψει ως την μινωϊκή Κρήτη και να αντιμετωπίσει τον Μινώταυρο, εξαιτίας του οποίου θυσιάζονται κάθε χρόνοι δεκατέσσερις νέοι και νέες της Αθήνας. Εκεί όμως γνωρίζει την Αριάδνη, κόρη του Μίνωα που τον βοηθά να “ξεμπλέξει”.

Αυτή είναι εν συντομία η ιστορία που προσπάθησε να αφηγηθεί η παράσταση της Σοφίας Σπυράτου. Όχι τυχαία, στην πρώτη παράγραφο του άρθρου διευκρινίσαμε πως η κύρια ιδιότητα της Σπυράτου είναι ότι είναι χορογράφος. Η παράσταση βασίστηκε εξαιρετικά πολύ στον χορό, την κίνηση και τ’ ακροβατικά, εις βάρος τόσο της πλοκής όσο και του λόγου. Όλη η παράσταση ήταν ένας χορός, όπου δένονταν χαλαρά κάποια επεισόδια μέχρι να ακολουθήσει το επόμενο χορευτικό ή εικαστικό υπερθέαμα.


Η σκηνοθεσία της Σπυράτου έδωσε προβάδισμα στο εφέ για χάρη του εφέ. Πολύ άτυχη στιγμή θεωρούμε τις τρεις κοπέλες (που ακόμη δεν έχουμε αποσαφηνίσει το ρόλο τους, Νηρηίδες; κύματα; κάτι άλλο;) που επί πόσην ώρα κατέβαιναν από ένα επικλινές επίπεδο με τρόπο που μάλλον δεν ταιριάζει σε παιδική παράσταση, και που μέσα σε άλλα συμφραζόμενα θα χαρακτηρίζονταν “προκλητικός”. Λύσεις υπάρχουν, κι οι ενδυματολόγοι σώζουν.

Όσον αφορά την υποκριτική, ήταν το λιγότερο αδούλευτη, ακατέργαστη. Ένας ποταμός λόγων που ξεχύνεται από στόματα και δεν σημαίνουν τίποτα. Και μία απορία: ο δεκαπενταμελής θίασος είναι ηθοποιοί ή χορευτές; Ή μήπως οι περισσότεροι είναι χορευτές; Γιατί αναφέρονται όλοι στο δελτίο τύπου ως ηθοποιοί;

Το κείμενο του Στρατή Πασχάλη δεν ακούστηκε, οπότε δεν μπορούμε να εκφέρουμε κάποια στιβαρή γνώμη γι’ αυτό. Η ιστορία χάθηκε ανάμεσα στη βιάση και την ζέση των γυμναστικών επιδείξεων. Τα κοστούμια του Μανόλη Παντελιδάκη ήταν εντυπωσιακά μεν, ωστόσο, θα μπορούσε να έχει κάνει καλύτερη δουλειά με κάποια κοστούμια όπως πχ του Θησέα, το οποίο ήταν τελείως ανέμπνευστο και θύμιζε αποκριατική στολή. Οι μάσκες ήταν ίσως το πιο εντυπωσιακό κι επιβλητικό στοιχείο της παράστασης. Ατμοσφαιρικό κι υποβλητικό πολλές φορές και το σκηνικό του Παντελιδάκη, που ωστόσο αδικούνταν από τους φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου. Όποιο εικαστικό ενδιαφέρον πήγαινε να δημιουργηθεί, αμέσως καταπνίγονταν σε μια γενικευμένη φωτολουσία.

Για την μουσική, τέλος, θεωρούμε άτυχο τον συνδυασμό καινούριων στίχων με τραγούδια της ελληνικής παράδοσης. Αν έχουμε άλλους στίχους γιατί να μην έχουμε κι άλλη μουσική; Έστω διασκευασμένη. Και πώς επιλέγουμε να κρατήσουμε τα λόγια μόνο σ’ ένα κομμάτι, το οποίο μάλιστα δεν ήταν και συναφές με τα επί σκηνής τεκταινόμενα; Προβληματικό, επίσης, το να τραγουδάς με άλλη φωνή και να παίζεις ως ρόλος με άλλη φωνή. Πού είναι ο χαρακτήρας σ’ όλο αυτό;

Πρόκειται για ένα λαϊκό θέαμα για ένα σόου που ποντάρει στη φαντασμαγορία. Είναι κι αυτή, σαν τον ταύρο που έφτιαξε ο Δαίδαλος για την γυναίκα του Μίνωα. Άδεια. Μονάχα ένα περίβλημα.