Στοχασμός και Ευτυχία

304

Για τη συνειδητή σκέψη και πώς αυτή οδηγεί στην ατραπό της αναζήτησης της ευτυχίας, γράφει ο Δημήτρης Ψαλλίδας 

‘’Τὰ μέγιστα τῶν ἀγαθῶν ἡμῖν γίγνεται διὰ μανίας‘’, λέει ο Σωκράτης στον Φαίδρο. ‘’Τα πιο μεγάλα καλά μας έρχονται διαμέσου της μανίας‘’. Τέσσερις υπήρξαν οι τύποι της μανίας για τους αρχαίους Έλληνες: α) Η προφητική μανία, που είχε προστάτη θεό τον Απόλλωνα, β) Η τελεστική ή τελετουργική μανία, που είχε προστάτη θεό το Διόνυσο, γ) Η ποιητική μανία που εμπνέουν οι Μούσες , δ) Η ερωτική μανία, που εμπνέουν η Αφροδίτη και ο Έρως. Τέσσερα είδη μανίας, τέσσερις εξωανθρώπινοι  θεϊκοί τύποι προέλευσης. Μῆνις, μανία, μάνητα,  μάντης, προφήτης. Ο μάντης, ιερό ή ανίερο πρόσωπο,  άγγελος ή εξάγγελος, κυριευμένος από τη θεία μανία, καθοδηγούμενος από έναν εξωτερικό  δαίμονα, εμπνεόμενος πολλές φορές από μια απαστράπτουσα θεϊκή οργή, δεν έρχεται να φανερώσει μόνο τα μελλούμενα ή να εξισορροπήσει τα φαινόμενα μέσω της λύσης του δράματος. Πρώτιστος στόχος του και βασική αποστολή του, η ένωση του επουράνιου με το γήινο, η αποσαφήνιση των σκοτεινών σημείων, η δημιουργία μιας γνώσης τόσο επισφαλούς και πρόσκαιρης, όσο το μετείκασμα ενός σκοτεινού δάσους, που φωτίζεται ξαφνικά από τον κεραυνό. Μιας γνώσης προερχόμενης όχι τόσο από μια κατάφαση, όσο από το σωστό ερώτημα. Ο μάντης, ο προφήτης, ο σαμάνος  θέτει πρώτος το σπόρο του μεγάλου Ερωτήματος, ώστε οι απαντήσεις να ακολουθούν. Όλα ακολουθούν. Οὐδεὶς προφήτης δεκτός ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ.

Στο πρώτο βιβλίο της ιστορίας του, ο Ηρόδοτος αναφέρει πώς, όταν ο Σόλων ο Αθηναίος, αφού θεμελίωσε τη νομοθεσία στην πόλη του και αυτοεξορίστηκε, ταξίδεψε ως  τις Σάρδεις, ο βασιλιάς Κροίσος του έθεσε το παρακάτω ερώτημα: ‘’ Λοιπόν ξένε Αθηναίε η φήμη σου και για τα ταξίδια σου και για τη σοφία σου έχει φτάσει ως εδώ. Η επιθυμία σου να μαθαίνεις σε έκανε να επισκεφτείς πολλές χώρες για να γνωρίσεις τον κόσμο. Θα ήθελα λοιπόν να σε ρωτήσω ποιος από όλους είναι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου;‘’ Η πορεία της σκέψης του αστόχαστου  βασιλέα εξαντλείται στο ποιός του ερωτήματος, καθώς ο Κροίσος δε διατυπώνει πραγματικά ένα ερώτημα, αλλά θέτοντας την ερώτηση έχει ήδη προκαταλάβει μια απάντηση. Έχει την αλαζονική ψευδαίσθηση πως φορέας της ευτυχίας είναι ο ίδιος, λόγω της θέσης, του πλούτου και της δόξας του και αναμένει την άμεση και φυσιολογική παραδοχή αυτής της αλήθειας και από το Σόλωνα. ‘’Στην ερώτησή σου βρίσκεται το ψέμα σου, αν γνωρίζεις από πριν την απάντηση’’ , έγραψε κάπου ο Jose Saramago. Όμως οι απαντήσεις του Σόλωνα διαψεύδουν τις υψηλές προσδοκίες του βασιλιά. Η σκέψη του σοφού ξεπερνά το σχήμα του φορέα της ευτυχίας και μέσα από τις περιγραφές για το ποιός, προσπαθεί να σκιαγραφήσει το πώς του ερωτήματος. Διατυπώνεται έτσι άρρητα και πραγματοποιείται προσπάθεια να απαντηθεί ένα από τα μείζονα και πιο νευραλγικά ερωτήματα της πορείας της ανθρώπινης σκέψης: Με ποιο τρόπο μπορεί ο άνθρωπος να κατακτήσει και να βιώσει την ευτυχία;

Ο Ησίοδος στο έργο του Έργα και Ημέραι, μας διηγείται πως κατά τη διάρκεια της εποχής του χρυσού γένους των ανθρώπων η ευτυχία ήταν συνυφασμένη με τη ζωή τους και αποτελούσε απαράγραπτη προϋπόθεσή της. Οι άνθρωποι ζούσαν σε κατάσταση μακαριότητας , απολάμβαναν τα αγαθά της φύσης χωρίς κόπους και βάσανα και ‘’πέθαιναν σαν να τους έπαιρνε ο ύπνος ’’ μακριά από τη φθορά των γερατειών. Σε μια παράξενη σύζευξη της ανατολικής και της δυτικής σκέψης, συναντάμε την αναφορά της Χρυσής εποχής και στον κινέζο φιλόσοφο Chuang Tse, στο βιβλίο του οποίου διαβάζουμε πως: ‘’Στη Χρυσή Εποχή οι αγαθοί δεν εκτιμούνταν. Η ικανότητα δεν ήταν σπουδαία. Οι ηγεμόνες ήταν απλοί διάκονοι, ενώ οι άνθρωποι ήταν ελεύθεροι σαν τα άγρια ελάφια. Ήταν ευθείς χωρίς να συνειδητοποιούν την ορθότητα. Αγαπούσαν ο ένας τον άλλον, χωρίς να συνειδητοποιούν την ευσπλαχνία. Ήταν ειλικρινείς, χωρίς να συνειδητοποιούν τη νομιμότητα. Ήταν έντιμοι, χωρίς να συνειδητοποιούν την εμπιστοσύνη. Ενεργούσαν ελεύθεροι σε όλα τα πράγματα, υπηρετώντας ο ένας τον άλλον. Έτσι, ενεργούσαν χωρίς να αφήνουν ίχνη και αφού δεν άφηναν ίχνη, κανένας δε θυμόταν τις πράξεις τους’’. Κατά τον ησιόδειο μύθο μετά το πέρας της Χρυσής εποχής, άνθρωπος άρχισε σταδιακά να εκπίπτει από αυτή την ιδανική κατάσταση. Το χρυσό γένος αντικαταστάθηκε από το άργυρό, κατά τη διάρκεια του οποίου χάθηκε ο σεβασμός στους θεούς και το αργυρό έδωσε τη θέση του στο χάλκινο, το γένος του θεού Άρη , του πολέμου και της βίας. Οι άνθρωποι ζούσαν μέσα στην οργή και έσπερναν ο ένας στον άλλον το τρόμο και το βίαιο θάνατο. Ακολούθησε τέταρτο το γένος των ηρώων για να φτάσουμε στη παρούσα ανθρώπινη κατάσταση, η οποία περιγράφεται με τα πιο μελανά χρώματα: ’’Αχ ! να μην έσωνα και εγώ, ύστερα από αυτούς να βρίσκομαι με τους ανθρώπους του πέμπτου γένους , παρά ή να πέθαινα νωρίτερα ή να ζούσα κατόπι. Γιατί τώρα πιά υπάρχει το πέμπτο γένος. Ποτέ δεν θα πάψουν την ημέρα να τραβάνε κόπους και βάσανα και τη νύχτα να μαραζώνουν για κάτι, γιατί βαριές έγνοιες θα τους δίνουν οι θεοί. […]Ούτε ο πατέρας θα μοιάζει των παιδιών, ούτε και τα παιδιά του πατέρα, ούτε ο ξένος θα είναι φίλος σε κείνον που τον φιλοξενεί, ούτε ο αδελφός στον αδελφό, όπως νωρίτερα. Και τους γονείς μόλις γεράσουν θα τους καταφρονούν. Θα τους βρίζουν λέγοντας τους βαριά λόγια, οι κακοί, χωρίς να λογαριάζουν την τιμωρία των θεών. Ούτε και θα αποδίδουν αυτοί στους γερασμένους γονείς τους όσα ξόδεψαν για να τους μεγαλώσουν. Θα βάζουν το δίκιο στη δύναμή τους κι ο ένας θα λεηλατεί την πόλη του άλλου. Ούτε καμιά τιμή θα έχει όποιος κρατάει τον όρκο του, ούτε ο δίκαιος, ούτε ο καλός και περισσότερο θα τιμούν τον άνθρωπο που κάνει εγκλήματα και αυθαιρεσίες. Το δίκιο θα είναι στη δύναμη και σεβασμός δε θα υπάρχει. Και θα ζημιώνει ο αχρείος τον ευγενικό άνθρωπο λέγοντας λόγια απατηλά, που θα παίρνει όρκο για αυτά. Κι ο φθόνος ο πικρόγλωσσος, ο χαιρέκακος θα παρακολουθεί όλους τους άθλιους ανθρώπους με μάτια γεμάτα μίσος. Και τότε πιά από την πλατύδρομη γη η Αιδώς και η Νέμεσις, αφού σκεπάσουν το ωραίο τους πρόσωπό με τα άσπρα πέπλα τους, θα ανέβουν στον Όλυμπο, κοντά στους αθάνατους, παρατώντας τους ανθρώπους. Και θα μείνουν στους θνητούς οι βαριές θλίψεις και το κακό δεν θα έχει γιατρειά’’ . Μέσα από αυτή την τόσο ζοφερή περιγραφή της ανθρώπινης κατάστασης γεννιέται η ανάγκη της επιστροφής σε ένα ιδανικό παρελθόν, μέσω της άμεσης διόρθωσης του παρόντος. Ο μόνος φορέας της παλιάς λάμψης σε αυτή την εποχή του σκότους κρίνεται ο στοχαστής. Με την καθαρότητα της σκέψης του οφείλει να γεφυρώσει τα παλιά χάσματα και να προσπαθήσει να καθοδηγήσει τους ανθρώπους στην έξοδό τους από αυτό το βορβορώδες τέλμα και στην ανεύρεση μιας προ πολλού χαμένης ευτυχίας.

’Ονειρευόμαστε πολλές φορές κάποια ιστορία της φιλοσοφίας που να καταγράφει αποκλειστικά και μόνο τις καινούριες έννοιες που δημιουργεί ένας μεγάλος φιλόσοφος – την πιο ουσιαστική και δημιουργική συμβολή του‘’ , γράφει ο Gilles Deleuze στον πρόλογο του έργου του Εμπειρισμός και Υποκειμενικότητα. Αλήθεια πόσο χρήσιμη για το μελετητή θα ήταν μια τέτοια ιστορία των ιδεών; Πόσο γοητευτικό ηχεί, το να είχαμε τη δυνατότητα της γνώσης, του πότε και πού έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή της στον κόσμο μια ιδέα. Γεννήθηκε στη Δύση ή στην Ανατολή , σε μια αιγαιοπελαγίτικη ακτή ή στο όρος Taishan, δίπλα στο τρεχούμενο νερό ή στη μέση της ερήμου κατά τη διάρκεια μιας ξάστερης βραδιάς; Μήπως σε μια διάνοια και μια εποχή ξεχασμένη πιά από το χρόνο; Σε μια εποχή που δεν υπήρξε η ανάγκη για αποτύπωση και η συνακόλουθη της κληρονομιά της σκέψης; Σε μια εποχή λήθης που οδήγησε στον αναστοχασμό; Ποιος σήκωσε πρώτος τα μάτια του στον Ουρανό; Σε ποιόν γεννήθηκε πρώτα η ανάγκη να τα ξανακατεβάσει στη γη και να θέσει το στοχασμό στην υπηρεσία του ανθρώπου; Ηράκλειτος, Lao Tse, Πρωταγόρας, Chuang Tse, Παρμενίδης, Σωκράτης, Κομφούκιος. Τόσα και τόσα ονόματα , τόσες και τόσες ανώνυμες σκέψεις να στροβιλίζονται στους ανέμους του χρόνου. Nomina nuda tenemus.

Στο μύθο του Επιμηθέα, από τον πλατωνικό διάλογο Πρωταγόρα, διαβάζουμε πως όταν δημιουργούνταν τα όντα ανατέθηκε στον γιό του Ιαπετού, Επιμηθέα, να τους μοιράσει τα μέσα, τα οποία θα ήταν απαραίτητα για την επιβίωσή τους. Παρατηρητής και κριτής της αποστολής του ήταν ο αδερφός του Προμηθέας. Το μοίρασμα όμως του Επιμηθέα ήταν τόσο απερίσκεπτο, ώστε όταν έφτασε η σειρά του ανθρώπου, δεν του είχαν μείνει παρά λίγες τρίχες και νύχια ευπαθή και ανίσχυρα για να τον εξοπλίσει. Έτσι ο άνθρωπος έμενε απροστάτευτος απέναντι στα άγρια θηρία. Για να εξισορροπήσει την κατάσταση ο Προμηθέας αναγκάστηκε να κλέψει από τους θεούς τη φωτιά και τη γνώση των τεχνών και να την παραδώσει στους ανθρώπους, με ολέθρια για τον ίδιο αποτελέσματα. Όμως παρά τη χρήση και αυτών των τα εφοδίων οι άνθρωποι ακόμα απειλούνταν από τα ισχυρότερα θηρία. Έτσι δημιουργήθηκαν οι πόλεις αλλά εισχώρησε σε αυτές και η επιθετικότητα των ανθρώπων, που γέννησε την έχθρα ανάμεσά τους. Ο Δίας για να σώσει το ανθρώπινο είδος από τον όλεθρο, έστειλε τον Ερμή να τους εφοδιάσει με τη δίκην και την αιδώ, το αίσθημα δικαιοσύνης και τη συνείδηση. Το αρχικό λοιπόν μειονέκτημα του ανθρώπου μετατράπηκε σε πλεονέκτημα και τον εξύψωσε σε δυσθεώρητα ύψη. Μπορεί ο μύθος να τελειώνει με τη σωτηρία του ανθρώπου, η πραγματικότητα όμως δεν επιτρέπει εφησυχασμούς, καθώς διδάσκει με τον πιο ολέθριο τρόπο, πως η πανάρχαια δύναμη της Λήθης  καραδοκεί κάθε στιγμή και εμφανίζεται στον επιρρεπή άνθρωπο για να καταστρέψει τα έργα του. Στο πέρασμα των εποχών η δίκη και η αιδώς πάντα ξεχνιούνται και τις αντικαθιστά ο εγωισμός, η υστεροβουλία, η βία και τα πιο ζοφερά ένστικτα της ανθρώπινης υπόστασης, που απειλούν να συντρίψουν την ανθρωπότητα και να γκρεμίσουν τα θεμέλια του κόσμου. Τότε το σωτήριο  ρόλο του Ερμή έρχονται να αναλάβουν στοχαστές , που όχι μόνο ερμηνεύουν τον κόσμο αλλά μεταφέρουν και τα μηνύματα της αλλαγής και της επιστροφής στο δρόμο του μέτρου και της ισορροπίας. Οι ίδιοι στοχαστές που επιδόθηκαν στην αναζήτηση του δυσδιάκριτου μίτου, που θα καθοδηγούσε τους ανθρώπους στο δρόμο της ανεύρεσης της πολυπόθητης αλλά και τόσο σπάνια  βιωμένης ευτυχίας.

Αν για τον Πύρρωνα τον Ηλείο η ευδαιμονία και η ευτυχία εδράζονται στην αταραξία που γεννιέται από την άρνηση να εκφέρουμε οποιαδήποτε κρίση,  ο Lao Tse προχωρά τη σκέψη του ακόμα πιο μακριά και μεταφέρει την απροσδιοριστία από το λόγο, στην ίδια τη φύση των πραγμάτων. Για το Lao Tse, η φύση συντίθεται από αντίρροπες δυνάμεις οι οποίες εξισορροπούνται μεταξύ τους και δημιουργούν αρμονία: ‘’Αν κάτω απ’ τον ουρανό όλοι μπορούν την ομορφιά να αναγνωρίσουν, είναι επειδή υπάρχει ασχήμια. Αν όλοι αναγνωρίζουν το καλό είναι επειδή υπάρχει το κακό‘’. Η αναγνώριση και η αποδοχή αυτής της φυσικής νομοτέλειας εκ μέρους του ανθρώπου, αποτελεί για τον ταοϊστή φιλόσοφο  το μονόδρομο μιας ζωής, η οποία απαλλαγμένη από περιττές σκέψεις και ψυχοφθόρες επιθυμίες, οδηγεί στην κατάκτηση της ευτυχίας. Όπως στο Lao Tse έτσι και στον ατομικό φιλόσοφο Δημόκριτο, η ευτυχία και η ευδαιμονία εδράζονται πάνω από όλα στη γαλήνη του νου. Ο Σόλων ο Αθηναίος, που συγκαταλέγονταν ανάμεσα στους εφτά σοφούς του αρχαίου κόσμου, ξαφνιάζει τόσο τον αλαζόνα Κροίσο, όσο και τον ανυποψίαστο και χαμένο στις φαινομενικές απολαύσεις ενός ανερμάτιστου βίου, σύγχρονο αναγνώστη, όταν εντοπίζει την ευτυχία στο θάνατο που βρίσκει τον άνθρωπο στην κορυφαία στιγμή της ζωής του, στο αποκορύφωμα και στην τελείωση της συμπεριφοράς του και στο απόγειο της θέσης του σε αυτό τον κόσμο. Πώς είναι δυνατόν να είναι κανείς ευτυχισμένος όταν πεθαίνει; Όμως η φράση ‘Μηδένα πρὸ τοῦ τέλους μακάριζε‘’ κρύβει μέσα της την υπομονή,  την αρμονία της ύπαρξης και την κρυφή γνώση της ομοιόστασης που συνέχει αυτόν το ενιαίο κοσμικό οργανισμό που ονομάζουμε ζωή. ‘’Ποιος μπορεί να περιμένει μέχρι να κατασταλάξει η λάσπη;‘’, μας παροτρύνει το αρχαίο κινέζικο ρητό. Για τον Επίκουρο η ευδαιμονία δε βρίσκεται πουθενά αλλού , παρά στην γνώση που προσφέρει η βίωση της ηδονής και η αποφυγή του πόνου. Γράφει στην Επιστολή προς Μενοικέα: «Λέμε ότι η ηδονή είναι η αφετηρία και ο σκοπός του μακαρίως ζῆν. Γιατί την ηδονή τη θεωρούμε πρωταρχικό και έμφυτο αγαθό. Από την ηδονή ξεκινούμε , όταν επιλέγουμε ή αποφεύγουμε κάτι και στην ηδονή επιστρέφουμε χρησιμοποιώντας ως κριτήριο για κάθε αγαθό τη δική μας εμπειρία της ηδονής». Γίνεται φανερό λοιπόν από τις παραπάνω προσεγγίσεις πως η επίτευξη της ευτυχίας, σχετιζόμενη άμεσα με τη γνώση των πραγμάτων, έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση μια ενεργητική στάση ζωής εκ μέρους του ατόμου. Η ευτυχία δεν είναι δυνατόν να έρθει έξωθεν και ως αποτέλεσμα τυχαίων περιστατικών. Η παθητικότητα και η τυχαιότητα οδηγούν πάντα σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, που δεν αρμόζουν στο συνειδητά ελεύθερο άνθρωπο. Ο αναζητητής της ευτυχίας μπορεί να φτάσει σε αυτό το Ιερό Γκράαλ της ζωής μόνο όταν οργανώσει συνειδητά τις συναντήσεις του και γνωρίσει τη λειτουργία της Φύσης αλλά και τη θέση του ιδίου μέσα σε αυτή. Για να προσεγγίσει κανείς την ευτυχία πρέπει να βαδίσει στο δύσβατο μονοπάτι ενός  στοχασμού, που οδηγεί στον αυτοπροσδιορισμό. Ας μη μας διαφεύγει πως για την αρχαία ελληνική σκέψη, ο αμαρτάνων δεν ήταν άλλος από τον αστόχαστο, αυτό που έχανε τη στόχευση των πραγμάτων και παράδερνε περιπλανώμενος στις αχαρτογράφητες και θανάσιμες ακτές ενός τυχαίου βίου.

Δεν είναι λίγες οι φορές όμως , που ακόμα και οι πιο συνειδητές και υπολογισμένες πράξεις του στοχασμού, συντρίβονται άδοξα στα βράχια μιας ακατανόητης κοσμικής μοίρας που διαφεύγει ακόμα και την οξύτερη ανθρώπινη αντίληψη. ‘’Ποιος νομίζεις πως είσαι και θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο; Η οικουμένη είναι ιερή. Δεν μπορείς να τη βελτιώσεις. Αν προσπαθήσεις να την αλλάξεις θα την καταστρέψεις’’, διαβάζουμε στο Tao Te Ching. Αυτή η πολλές φορές άκαρπη και μάταιη προσπάθεια δεν είναι όμως, που δίνει στον άνθρωπο την ταυτότητά του, τον καθορίζει και του χαρίζει ένα είδος μεγαλείου; Αυτή η σύγκρουση του πεπερασμένου με το αιώνιο, της προσπάθειας με τη φθορά, της στιγμής με το αέναο ποτάμι του χρόνου. Αυτός ο αγώνας, που στον εικονιστικό μύθο του Al-Hallaj, δείχνει τον άνθρωπο  σαν νυχτοπεταλούδα, που βλέπει τη φλόγα στο φανάρι να καίει και λαχταρώντας να ενωθεί μαζί της χτυπιέται συνέχεια πάνω στο γυαλί. Χτυπιέται μέχρι να καταφέρει να γλιστρήσει κάτω από το προστατευτικό τζάμι και να ενωθεί με τη φλόγα.