Η Παπλωματού, ένα ζεστό παραμύθι

143

 

Η Μαριάννα Τόλη σκηνοθετεί και διασκευάζει το κλασικό πια παραμύθι των Τζεφ Μπραμπώ και Γκέιλ Μάρκεν, Η Παπλωματού. Η μουσική αυτή παράσταση ξεκίνησε το θεατρικό της ταξίδι την Κυριακή 1 Οκτωβρίου και θα συνεχίσει μέχρι και το Πάσχα στο θέατρο Αριστοτέλειον στη Θεσσαλονίκη, όπου και την παρακολουθήσαμε.

Η ιστορἰα ξεκινά με ένα πλούσιο κορίτσι και τους φίλους της που όλη μέρα δεν έχουν τίποτα να κάνουν γιατί τα έχουν όλα. Δεν έχουν να νοιαστούν για τίποτα και για κανέναν. Δεν έχουν να παλέψουν και να μοχθήσουν για τίποτα. Αυτό για την πρωταγωνίστρια γίνεται σιγά σιγά ανυπόφορο κι αποφασίζει να βγει έξω από το πλούσιο κάστρο της, έξω στον κόσμο. Οι σοφοί του κάστρου την απειλούν πως έξω παραμονεύει ένα πελώριο τέρας. Το τέρας αυτό δεν είναι άλλο από το τέρας της φτώχειας. Η μικρή πρωταγωνίστρια έρχεται σε επαφή με φτωχούς ανθρώπους που δεν έχουν φαγητό, δεν έχουν ρούχα να φορέσουν, που κρυώνουν τριγυρνώντας στους δρόμους.

Τότε παίρνει την μεγάλη απόφαση να επαναστατήσει κι αφού κανείς απ’το παλάτι δεν βοηθάει τους φτωχούς, αποφασίζει να το κάνει μόνη της. Γίνεται παπλωματού και με γενναιοδωρία χαρίζει τα παπλώματά της σ’ όσους τα έχουν ανάγκη. Όμως μόνο σ’ αυτούς. Όταν ο βασιλιάς έρχεται να αγοράσει ένα της πάπλωμα εκείνη του το αρνείται. Μόνο αν καταφέρει ο βασιλιάς να μάθει τη χαρά της συνεισφοράς και της αλληλεγγύης θα του χαρίσει αυτό που πιο πολύ ποθεί: το πιο ζεστό και απαλό πάπλωμα που υπάρχει.

Το έργο προτείνει έναν δρόμο ευτυχίας και αυτοεκπλήρωσης που δεν περνά από την συγκέντρωση πραγμάτων αλλά από τη μοιρασιά. Πέρα από το δόσιμο των υλικών αγαθών, υπάρχει και το δόσιμο το πνευματικό και το συναισθηματικό. Με την πράξη της η Παπλωματού πετυχαίνει στην ουσία αυτό ακριβώς, και το ίδιο παρακινεί και τον άπληστο βασιλιά. Άλλωστε το λέει κι ο θυμόσοφος λαός μας, η χαρά όταν μοιράζεται γίνεται διπλή κι η στεναχώρια όταν μοιράζεται γίνεται μισή. Γιατί, λοιπόν, να μην ανοίγουμε την καρδιά μας, το σπίτι μας και τα υπάρχοντα μας ο ένας στον άλλον;

Στα της παράστασης τώρα, πρόκειται για ένα καθαρόαιμο μιούζικαλ. Θυμίζει πολύ έντονα ταινίες κινουμένων σχεδίων της Disney από κάθε άποψη, εικαστική, υποκριτική και μουσική. Η μουσική είναι ο πρωταγωνιστής σ’ αυτήν την παράσταση, σε σημείο όμως που αυτό καταντά υπερβολικό. Η πρόζα ήταν ελάχιστη κι απολύτως απαραίτητη για τη σύνδεση εικόνων ώστε να προχωρά κάπως η πλοκή, η οποία δεν είχε έτσι κι αλλιώς κανένα πολυπλεγμένο νήμα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κυρίως οι γυναίκες ηθοποιοί (Κική Τσαλίκη, Κωνσταντίνα Χουλιάρα,Νόνικα Μαλκουτζή, Μαρία Elbrus, Δήμητρα Ιόλη Έξαρχου )με προεξάρχουσα την πρωταγωνίστρια (Λητώ Αμπατζή) είχαν εξαιρετικές φωνές. Εκείνος, όμως, στον οποίο αξίζουν πολλά συγχαρητήρια τόσο για τις φωνητικές του ικανότητες, όσο και για την άνεση του επί σκηνής, το γκελ που είχε στον κόσμο και γενικώς την συνολική σκηνική του παρουσία, είναι ο Σωκράτης Μαϊδώνης στο ρόλο του βασιλιά. Ξεσήκωσε το κοινό.

Κατά τα άλλα, ενδιαφέρουσα η παρουσία επί σκηνής του μουσικού Αχιλλέα Σοφούδη στο πιάνο. Τα σκηνικά του Μιχάλη Σδούγκου μινιμαλιστικά, αλλά χωρίς ιδιαίτερη έμπνευση και με μια τάση διακοσμητικότητας κι όχι χρηστικότητας. Τα κοστούμια και όμορφα αισθητικά και δηλωτικά του σκοπού τους. Πολύ ταιριαστοί στο ύφος της παράστασης οι φωτισμοί του Παναγιώτη Πλασκασοβίτη.

Εν κατακλείδι, αν ο θεατής και το παιδί του ξέρει ότι θα πάει να δει μια παράσταση όπου κυριαρχεί η μουσική, κι όχι απαραίτητα συνοδευόμενη από χορό ή φαντασμαγορία, τότε είναι μια τίμια παράσταση που δεν θα απογοητεύσει. Στον τόσο υλιστικό κόσμο που ζούμε, που όλοι κυνηγάμε τον χρόνο και το χρήμα, γιατί να αγχωνόμαστε για τα πολλά και να μην ακολουθήσουμε τον τρόπο της Παπλωματούς;