Όταν σκοτώνουν τον κούκο

117

Είναι γνωστό πως τα βιβλία παραπέμπουν σε άλλα βιβλία μέσω συνειρμών που ορίζονται από τους αναγνώστες αλλά ταυτόχρονα ορίζουν και καθορίζουν τις αναγνωστικές και όχι μόνο ζωές τους. Αλλά πόσες φορές συμβαίνει τα ίδια τα βιβλία να συνομιλούν μεταξύ τους αψηφώντας κάθε χωροχρονικό περιορισμό; ’’ Σκοτώστε όσες κίσσες θέλετε, αν μπορείτε να τις πετύχετε, αλλά να θυμάστε ότι είναι αμαρτία να σκοτώνεις τα κοτσύφια ’’. Άραγε να είχε φανταστεί ο Άττικους Φίντς, ένας από τους πρωταγωνιστές του ’’ Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια ’’, όταν συμβούλευε τα παιδιά του με την παραπάνω πρόταση, την ειρωνική και φοβική συμπεριφορά της κίσσας κατά τη διάρκεια της δίκης του κούκου στο παραμύθι του Χρήστου Καφτεράνη ‘’ Ο κούκος της τελευταίας άνοιξης  ’’ ή μήπως διέβλεψε την ανεκτικότητα και τη σοφία , που κρύβονται πίσω από τα λόγια του κοτσυφιού;

grecobooks

Τη δεκαετία του 1960 η Harper Lee σε μιά εκπληκτική αλληγορία για ενήλικες ιδωμένη μέσα από το φίλτρο της κατά αντιδιαστολή παιδικής αθώας ματιάς, μιλά για τον παρία, τον απόκληρο, τον κοινωνικά αδικημένο, αυτόν που θυματοποιείται λόγω της διαφορετικότητάς του, τον αποδιοπομπαίο τράγο μίας κοινωνίας, που μέσω μιας αρχέγονης-αρχετυπικής θυσίας προσπαθεί ανεπιτυχώς  να ξορκίσει την υποκρισία και τη σήψη της. Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα σε μια κοινωνία που αν έχει διαφοροποιηθεί είναι μόνο προς το χειρότερο , o Χρήστος Καφτεράνης έρχεται με την αισώπεια παραβολή του, ένα εκπληκτικό παραμύθι για παιδιά, να μας υπενθυμίσει πως τα τέρας που φωλιάζει μέσα μας δεν κοιμάται ποτέ.

’ Ο κούκος της τελευταίας άνοιξης ‘’σπάει τα μοτίβα και τις φόρμες του συμβατικού παραμυθιού. Ο συγγραφέας του αντλεί από ένα τεράστιο νοητικό και σημειολογικό οπλοστάσιο, βασισμένο στο αποθησαύρισμα της ανθρώπινης γνώσης, στην παρακαταθήκη που μας έχει κληροδοτήσει η Σκέψη μέσα στο πέρασμα των αιώνων και των εποχών. Η σκέψη της Άπω Ανατολής, ο αρχαιοελληνικός λόγος, ο Lao Tse, ο Κομφούκιος και οι Νομοκράτες, ο Spinoza και ο Machiavelli, αποτελούν ένα καλειδοσκοπικό φόντο, έναν πολυδιάστατο καμβά πάνω στον οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία. Ο κεντρικός αφηγητής της  , ο γεροθεραπευτής αρχίζει την εξιστόρησή του κάπως έτσι: ’’ Από όσα ο ίδιος άκουσα προσωπικά κι έμαθα από αξιόπιστες πηγές τα πουλιά μίλησαν κάπως έτσι ’’. Πώς να μη μας έρθει στο μυαλό ο αντικειμενικός λόγος και η στιβαρή, σχεδόν χειρουργική προσέγγιση της ιστορίας από το Θουκυδίδη, συνοδευόμενη από μια αόριστη αγωνία κι ένα ξάφνιασμα, μήπως και όσα μας εξιστορούνται για τον κόσμο των πουλιών είναι πέρα για πέρα αληθινά και έλαβαν χώρα πραγματικά. Γιατί μια φοβερή φήμη πλανάται πάνω από το δάσος, μια απειλή που ζωγραφίζει τη φρίκη στο μυαλό των πουλιών. Ο κούκος καταφτάνει και θα γεννήσει, κατά την προσφιλή του συνήθεια, τα αβγά του σε ξένες φωλιές, είναι ένας σφετεριστής, ένας παρείσακτος. Και τα πουλιά οργανώνονται. Φτιάχνουν τα δικά τους τάγματα περιφρούρησης, δημιουργούν ανίερους δεσμούς με προαιώνιους εχθρούς, ετοιμάζονται να υπογράψουν τα δικά τους Δουβλίνα, για να διατηρήσουν την ασφάλεια και τη νομιμότητα με κάθε κόστος. Φωνές ακούγονται εκατέρωθεν, οι θουκυδίδειες δημηγορίες αναβιώνουν στη δίκη που διεξάγεται ερήμην του κούκου. Φωνές άλλοτε συντηρητικές και γεμάτες μισαλλοδοξία όπως της κίσσας και του δρυοκολάπτη, άλλοτε πραγματιστικές όπως του κορυδαλλού, που με μια οξυδερκέστατη χρήση του μακιαβελλικού στοχασμού επικαλείται τη φύση των πουλιών και τη νομοτέλεια της φύσης εν γένει. Τα λόγια του Spinoza, ενός στοχαστή που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένας ‘’κούκος’’ της σκέψης στον καιρό του, αντηχούν υπόκωφα ανάμεσα στο θρόισμα των φύλλων του δάσους: ’’ Κανένας δεν υποχρεούται από το δίκαιο της φύσης να ζεί σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία κάποιου άλλου , παρά είναι ο υπερασπιστής της ίδιας του της ελευθερίας ’’. Μιας ελευθερίας που αποδεικνύεται πολύ δύσκολη, που καμιά αρετή και τόλμη δεν πρυτανεύει στο δάσος για να τη φέρει και ως αποτέλεσμα αποφασίζεται η καταδίκη του κούκου και η συνακόλουθη παρεμπόδισή του να γεννήσει τα αβγά του και να επιτελέσει το εξισορροπητικό φυσικό του καθήκον, να φέρει την άνοιξη.

Κι όμως ενώ ο συγγραφέας δε χρησιμοποιεί μια εύκολη μανιχαιστική διέξοδο, γιατί δε θέλει να μας καθησυχάσει, η λύση του δράματος έρχεται από τον μόνο που μπορεί ες αει να τη δίνει, την ίδια τη φύση. Ως αγαθό πνεύμα και στοιχειό, ως μεσολαβητής συνηγορών υπέρ του κούκου αλλά και υπέρ μιας ενορατικής νομοτέλειας των πραγμάτων, με μια ευρηματικότατη σημειολογική αντιστροφή του  συνηθισμένου αποτρεπτικού ρόλου του , το σκιάχτρο μεσιτεύει υπέρ του κούκου στη μάγισσα του δάσους, την προσωποποίηση της φύσης. ‘’ Φύσις κρύπτεσθαι φιλεῖ ’’ λέει ο Ηράκλειτος αλλά και ‘’ τὸ μὴ δῦνόν ποτε πῶς ἄν τις λάθοι; ’’. Η φύση καλύπτεται για να οδηγηθεί στην εκκάλυψη , στην αποκάλυψη μας εξηγεί ο Heidegger. Τίποτα δεν μπορεί να ξεφύγει από τη νομοτέλεια, η άνοιξη πάντα θα έρχεται και ο κούκος θα γεννά πάντα τα αβγά του σε ξένες φωλιές, ο κατατρεγμένος θα αρπάζεται από τη ζωή και ο μοναχικός οδοιπόρος , ο μετανάστης, ο πρόσφυγας παρότι κυνηγημένος πάντα θα ελπίζει. ’’ Μόνος, κατάμονος, μέσα στην ερημιά του, μια ερημιά που ο ίδιος φαίνεται ότι είχε επιλέξει. Στην ερημιά των δασών με το μονότονο δίστιχο τραγούδι του (κούκου-κούκου) , που κανένας φυσιοδίφης δεν είχε καταφέρει να αποκωδικοποιήσει μέχρι τότε ’’. Τα λόγια του Σκιάχτρου σκιαγραφούν την τεράστια θλίψη, τη νύχτα της ανθρώπινης ψυχής, σε έναν κόσμο μονολιθικό, που δε δέχεται τη μαγεία του διαφορετικού, σε έναν κόσμο της ‘’ ασφάλεια  ’’ και των υπολογισμών, σε έναν κόσμο που ο παραλογισμός του ωθεί τα σκιάχτρα να γίνουν σωτήρες και μετατρέπει τους ’’ σωτήρες  ’’ σε φρικαλέα σκιάχτρα.

Ο Χρήστος Καφτεράνης πλάθει ένα τρυφερό παιδικό παραμύθι και η Σταματίνα Ντούτσουλη πλαισιώνει το κείμενο με τις μαγικές, απόκοσμα όμορφες εικόνες της. Όμως ας μην ξεγελαστεί κανείς, ο συγγραφέας απευθύνεται σε παιδία αλλά καμία στιγμή δεν υποτιμά την ωριμότητά τους και τις τεράστιες αντιληπτικές ικανότητες που δεν τις έχει καλύψει το βερνίκι της υποκρισίας των ενηλίκων. Ο συγγραφέας απευθύνεται στα παιδιά με μιά ντόμπρα, ξεκάθαρη γραφή με έμφαση στο προσεγμένο λεξιλόγιο. Ίσως γιατί υπόρρητα ακολουθεί πάντα την παραίνεση του Gianni Rodari: ’’ Όλες οι λέξεις για όλους , όχι για να γίνουν όλοι συγγραφείς, αλλά για να μην είναι κανείς ποτέ δούλος ’’.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Ο κούκος της τελευταίας άνοιξης. Συγγραφέας: Χρήστος Καφτεράνης. Εκδόσεις: Ζαχαρόπουλος Σ.Ι. Έκδοση: 2015. Σελίδες:46. ISBN 978-960-208-894-4. Διαθέσιμο στο www.grecobooks.com