Η αρχαία ελληνική τέχνη δεν είναι ανώνυμη, αλλά κυριαρχείται από εμβληματικούς δασκάλους

229

Είναι τώρα 60 χρόνια που οι ηγεμονεύοντες της δυτικής κλασσικής αρχαιολογίας επαναλαμβάνουν ξανά και ξανά πως η κλασσική ελληνική τέχνη ήταν ανώνυμη.

Ο πρώτος που επέβαλε αυτό το δόγμα ήταν ο R. Carpenter τη δεκαετία του ’60 στην Αμερική. Κατόπιν, ο P. Zanker υποστήριξε το ίδιο συμπέρασμα στα 1970 στην Γερμανία. Μετά, αυτή η αντίληψη υποστηρίχθηκε με έναν πολύ περισσότερο αλαζονικό και ακραίο τρόπο από την Ιταλο-Αμερικανίδα B. S. Ridgway, σε διάφορες δημοσιεύσεις μεταξύ του ’70 και του ’90. Οι πολλοί μαθητές της επαναλάμβαναν πυκνά αυτήν την ιδέα ως μια μαγική φόρμουλα και αντιμετώπιζαν την μελέτη των αρχαίων προσωπικοτήτων ως πια μη ανεκτή. Τέλος, στην Ιταλία, περί τις αρχές του αιώνα, ο S. Settis «ανακάλυψε» πως ήταν πια αναγκαίο να εμπεδωθεί μια «ιστορία της τέχνης χωρίς ονόματα».

Σύντομα, οι ηγεμονεύοντες το πεδίο μας κατέστησαν εξαιρετικά δυσανεκτικοί πολεμώντας οποιονδήποτε θα διαφωνούσε μαζί τους: από τα 1990, κανείς μελετητής που καταπιανόταν με τους αρχαίους δασκάλους δεν μπορούσε να γίνει πια καθηγητής σε πανεπιστήμιο ή να εξασφαλίσει μια αξιόλογη υποτροφία. Επιπλέον, αφ ης στιγμής οι ίδιοι δογματικοί διανοούμενοι ήταν οι ίδιοι τους κριτές των πιο σημαντικών επιστημονικών περιοδικών και εκδοτικών σειρών, κατέστη σχεδόν αδύνατον να δημοσιεύσει κανείς άρθρα και βιβλία που αντιτίθεντο στις βουλές τους. Καμιά φορά, πετύχαιναν ακόμα και να εμποδίσουν την επίσκεψη αντιτιθεμένων μελετητών στις ειδικές βιβλιοθήκες.

Η δίωξη εις βάρος όσων αντιτίθενται στην ανώνυμη μετάφραση της αρχαίας τέχνης είναι ένα μαύρο κεφάλαιο στην διανοητική ιστορία του καιρού μας, επίσης γιατί κανείς δεν σηκώθηκε να υπερασπιστεί την ελευθερία στην έρευνα.

Οι λόγοι που προτάθηκαν για την υπεράσπιση της θέσης πως η κλασσική ελληνική τέχνη είναι ανώνυμη είναι οι εξής:
1. Οι κλασσικοί Έλληνες δάσκαλοι στις περισσότερες περιπτώσεις αναφέρονται από συγγραφείς της ρωμαϊκής περιόδου: κατά την άποψη των υπερασπιστών της ανωνυμίας, αυτοί οι Ρωμαίοι συγγραφείς είναι αναξιόπιστοι.
2. Τα ρωμαϊκά αγάλματα συχνά αποκαλύπτουν πάγιες εικονογραφίες, που είναι ήδη γνωστές από ποικίλα παραδείγματα και αποτελούν εξόφθαλμα αντίγραφα προηγουμένων υποδειγμάτων: σε αρκετές περιπτώσεις στο παρελθόν, πιστευόταν πως αντιγράφουν κλασσικά ελληνικά πρωτότυπα, που αποδίδονται σε μάστορες της κλασσικής εποχής που αναφέρονται στους αρχαίους συγγραφείς. Αντιθέτως, τώρα θεωρούνται από τους διανοητές της αποσιώπησης ως ρωμαϊκές δημιουργίες. Έτσι, κατέστη σχεδόν πολιτικώς απαράδεκτο να αναζητεί κανείς γλυπτικούς τύπους γνωστούς από τα ρωμαϊκά αντίγραφα για να αναπαραγάγει την γνήσια αύρα των Ελλήνων κλασσικών ειδικών και δασκάλων της τέχνης.
3. Σε κάθε περίπτωση, οι υπερασπιστές της ανώνυμης τάσης, μας λένε πως αυτοί που αποφάσιζαν για τον μορφότυπο και το είδος των έργων τέχνης στην κλασσική Ελλάδα ήταν οι πάτρωνες – και πως οι καλλιτέχνες δεν έχαιραν ελευθερίας στην έκφραση. Συνεπώς μας λένε πως δεν αξίζει να τους μελετούμε: συχνά τους αποκαλούν «τεχνίτες» και όχι πια «καλλιτέχνες».

Εναντιώθηκα στα δόγματα αυτά με ένα άρθρο μου που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Eulimene 3 (2002) σελ. 11-36: κατ’ αρχάς, οι δογματικοί αποπειράθηκαν να εμποδίσουν την δημοσίευση του άρθρου μου και κατόπιν, αφού εξεδόθη παρά την πίεσή τους, το καταδίκασαν στην κατάρα της λήθης μη παραπέμποντας ποτέ σ’ αυτό.

25287041_10211174631186756_489392290_n.jpg
Ρωμαϊκό αντίγραφο (περίπου 140-150 μ. Χ.), από την Αφροδίτη της Κνίδου του Πραξιτέλους. Ο Πραξιτέλης δημιούργησε αυτό το κομψοτέχνημα με βάση τις δύο αγαπημένες τους: την Φρύνη και την Κρατίνη.

Συνοψίζω εδώ γιατί καμία από τις προσεγγίσεις αυτών των διανοητών της τιποτολογίας και του μινιμαλισμού δεν μπορεί να σταθεί απέναντι σε σοβαρή κριτική:

1. Οι πιο σημαντικοί μάστορες – για παράδειγμα, ο Φειδίας, ο Πολύκλειτος, ο Πραξιτέλης – αναφέρονται ήδη από σύγχρονούς τους συγγραφείς ως καθοριστικές προσωπικότητες στο είδος της τέχνης τους (κατάλογος αυτών των αναφορών παρατίθεται στο άρθρο μου του 2002) και έτσι η σύλληψη των εικαστικών τεχνών ήταν ήδη προσωποπαγής στην κλασσική περίοδο. Επιπλέον, οι συγγραφείς της ρωμαϊκής περιόδου που μας διασώζουν τις περισσότερες πληροφορίες για τους δασκάλους αυτούς – ο Πλίνιος και ο Παυσανίας – ήταν πράγματι πολύ διαβασμένοι. Έζησαν τότε που ακόμα τα πρωτότυπα καλλιτεχνήματα της κλασσικής περιόδου υφίσταντο ακόμη διατηρημένα κι έτσι δύσκολα υπέπιπταν σε σοβαρά λάθη.

2. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, τα είδη των γλυπτικών τύπων που μας είναι γνωστά από τα ρωμαϊκά αντίγραφα ήδη εμφανίζονται στην κλασσική περίοδο σε αγγεία, κοσμήματα κ.α. Η ένσταση των μινιμαλιστών πως την ρωμαϊκή περίοδο οι γλύπτες μπορεί να αντέγραφαν αυτές τις μικρογραφίες και πως έτσι τεκμηριώνεται η μη ύπαρξη των πρωτοτύπων σε πραγματικό μέγεθος είναι απλώς μη πειστική. Ξέρουμε από την ρωμαϊκή ρητορική πως η τέχνη που είναι άξια μιμήσεως οφείλει να είναι ξακουστή (opus nobile) και κανείς δεν μπορεί να πει πως αυτές οι μινιατούρες θα μπορούσαν να θεωρούνται αξιοσέβαστη τέχνη.

3. Αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν πως οι διαπρεπέστεροι καλλιτέχνες μπορούσαν να αναπαραστήσουν τους αγαπημένους τους, να εκφράσουν τα αισθητικά τους ιδεώδη και την συναισθηματική τους ζωή στο έργο τους. Οι οπαδοί της μινιμαλιστικής θεωρίας ενίστανται πως δεν θα έπρεπε να πιστεύουμε σ’ αυτές τις πληροφορίες. Γιατί; Ο λόγος για την στάση τους βρίσκεται στην επιβολή του πριμιτιβιστικού, πρωτογωνιστικού δόγματος υπεράνω των τεκμηρίων: αν υπάρχουν τεκμήρια που αντιτίθενται στις υποθέσεις τους, προτιμούν να τα καταδικάζουν απ’ το να εγκαταλείψουν τον δογματισμό τους.

Νομίζω πως είναι καιρός να επαναστατήσουμε έναντι αυτού του τρόπου σκέψης και να εμπιστευτούμε την αξία των τεκμηρίων που μας υποδεικνύουν πως η κλασσική τέχνη κυριαρχήθηκε από ισχυρές προσωπικότητες.

Αυτοί οι μεγάλοι μάστορες πρέπει να μελετηθούν από τους σύγχρονους αναλυτές γιατί σ’ αυτούς οφείλεται η παραγωγή αξιόλογων καλλιτεχνικών δημιουργιών στην κλασσική Ελλάδα που αποτελούν αντικείμενο θαυμασμού ως τις μέρες μας.

*Στην φωτογραφία του άρθρου: μικρογραφία, αντίγραφο της Αθηνάς και του Μαρσύα από έργο του Μύρωνα, σε αγγείο (τρίτο τέταρτο του 5ου π.Χ. αιώνος).

Προηγούμενο άρθροΟλοταχώς προς την Ελλάδα των 250 ευρώ
Επόμενο άρθροIllustration: Ολοταχώς προς την Ελλάδα των 250 ευρώ
Ο Antonio CORSO είναι συντάκτης της Εφημερίδας ΑΡΙΣΤΕΙΑ και επιμελείται την Στήλη "Αρχαίος Κόσμος". Γεννήθηκε στο Baone, στην επαρχία Padova, της ΒΑ Ιταλίας. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Padova, όπου και αναγορεύτηκε Διδάκτωρ Αρχαιολογίας. Ειδικεύτηκε στην αρχιτεκτονική και στην αρχαιοελληνική γλυπτική. Το 1984, με υποτροφία της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής, έρχεται στην Αθήνα και από τότε συνδέεται στενά με την Ελλάδα. Έχει αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος του επιστημονικού του έργου στον μεγάλο γλύπτη της αρχαιότητας, τον Πραξιτέλη. Για αρκετά χρόνια υπήρξε επιμελητής του Αρχαιολογικού Μουσείου του Πανεπιστημίου της Padova. Την ίδια περίοδο δίδαξε στο Τμήμα Αρχαιολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Υπήρξε επίσης επισκέπτης καθηγητής στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας. Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων και μεγάλου αριθμού άρθρων. Έχει βραβευτεί για τη μελέτη του για τον Ρωμαίο αρχιτέκτονα Βιτρούβιο και πρόσφατα με το βραβείο του Lord Marks Charitable Trust. Έχει λάβει αλλεπάλληλες υποτροφίες από επιστημονικά ιδρύματα και φορείς και έχει συνεργαστεί με κορυφαία ερευνητικά κέντρα (της Βρετανίας, της Γερμανίας, της Ουγγαρίας, της Γεωργίας και της Ρωσίας). Βάση του, ωστόσο, παραμένει η Αθήνα.