Εκλογικά δικαιώματα για τους Έλληνες του εξωτερικού: για ένα πουκάμισο αδειανό

369

Οι εκλογές για την ανάδειξη προέδρου του πάλαι ποτέ διαλάμψαντος ΠΑΣΟΚ εξελίχθηκαν κανονικά τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Όπως και σε προηγούμενες εκλογικές διαδικασίες του κόμματος αυτού, η δυνατότητα συμμετοχής για τους Έλληνες της διασποράς διαφημίστηκε σαν περίσσευμα δημοκρατίας. Όμως, αυτό πού συχνά αποσιωπάται είναι ότι τα ελλαδικά κόμματα φέρουν την κύρια ευθύνη για την μέχρι τώρα αδυναμία των Ελλήνων του εξωτερικού να ασκήσουν τα εκλογικά δικαιώματά τους σε βουλευτικές, τοπικές ή ευρωπαϊκές εκλογές. Εδώ, βέβαια, θα πρέπει να τεθεί και το ερώτημα: γιατί να θέλει κάποιος να συμμετάσχει στις ελλαδικές εκλογές;

Πρώτον, είναι γεγονός ότι εν αντιθέσει με τα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ, η Ελλάδα δεν επιτρέπει στους αποδήμους Έλληνες να ασκήσουν τα εκλογικά τους δικαιώματα όταν βρίσκονται εκτός της επικράτειας. Καθ’ ην στιγμή Ιταλοί, Γάλλοι, Ισπανοί, Πορτογάλοι, και τόσοι άλλοι ευρωπαίοι πολίτες που κατοικούν στο εξωτερικό λαμβάνουν μέρος στις εκλογές της πατρίδας τους κανονικά ή συμμετέχουν σε κρίσιμα δημοψηφίσματα με απλή επιστολική ψήφο ή σε εκλογικά τμήματα που οργανώνονται στις κατά τόπους πρεσβείες και προξενικές αρχές, ένας αρκετά μεγάλος αριθμός Ελλήνων πολιτών αποκλείονται από τις διαδικασίες αυτές.

Είναι προφανές ότι παρά τις όποιες δικαιολογίες των διαφόρων κυβερνήσεων και πολιτικών κομμάτων που έχουν διαχειριστεί το θέμα, το πρόβλημα έγκειται κυρίως στην ιδιοτέλεια των κομμάτων και όχι στο Σύνταγμα. Άλλωστε, η συμπεριφορά των κομματανθρώπων κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, αλλά και παλιότερα, αποδεικνύει ότι ο σεβασμός για το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος είναι τα τελευταία πράγματα που απασχολούν τους κρατούντες. Αντιθέτως, η αυξημένη δυσχέρεια σύναψης πελατειακών σχέσεων με τους κατοίκους εξωτερικού από τον τοπικό βουλευτή ή κομματάρχη καθώς και οι αβασάνιστες υποθέσεις για τις πολιτικές προτιμήσεις των αποδήμων αποτέλεσαν μάλλον τα κυριότερα εμπόδια για την τακτοποίηση του χρονίζοντος αυτού ζητήματος.

Για να δώσουμε ένα επίκαιρο παράδειγμα, θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε τη δίκαια αγανάκτηση που εύλογα αισθάνεται ο εκάστοτε Έλληνας πολίτης από τις διακρίσεις που υφίστανται οι συμπατριώτες του από τις γερμανικές αρχές κατά την άφιξη τους στη Γερμανία, παρόλο που η Ελλάδα ανήκει στη Ζώνη Σέγκεν, με αυτή που αισθάνονται οι Έλληνες απόδημοι όλα αυτά τα χρόνια, αποκλεισμένοι από τη «μετοχή κρίσεως και αρχής» λόγω της ιδιοτέλειας των ελλαδικών κομμάτων, τα οποία τους αντιμετωπίζουν στην πράξη ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Τεχνικό θέμα καταμέτρησης των ψήφων δεν υφίσταται, διότι υπάρχουν χώρες με πολύ περισσότερο πληθυσμό που έχουν παραχωρήσει το δικαίωμα του εκλέγειν (και εκλέγεσθαι) στους αποδήμους τους εδώ και δεκαετίες. Εκεί που θα όφειλε να γίνει μια ειλικρινής συζήτηση και ένας επιτελικός σχεδιασμός είναι στο πού θα κατανεμηθούν οι ψήφοι που προέρχονται το εξωτερικό; Θα καταμετρηθούν ως μέρος του συνολικού ποσοστού των κομμάτων ανά την επικράτεια, στις έδρες που αντιστοιχούν στα δημοτολόγια όπου είναι εγγεγραμμένοι οι ψηφοφόροι ή σε κάποια ειδική εκλογική περιφέρεια που θα δημιουργηθεί για την αντιπροσώπευση των περιφερειών του εξωτερικού; Φυσικά, το δίλημμα αυτό είναι ικανό να καθυστερήσει την ολοκλήρωση της χορήγησης εκλογικών δικαιωμάτων στους αποδήμους για πολλά χρόνια ακόμη, αφού η κομματοκρατία θα έχει βρει ένα καινούργιο δεκανίκι για να στηρίζει και να δικαιολογεί την απροθυμία της.

Η πραγματική λύση στο πρόβλημα αυτό θα πρέπει να προέλθει από το ίδιο το ζωντανό κύτταρο της ομογένειας και όχι από την κομματική καμαρίλα. Δηλαδή, θα πρέπει πρώτα να προσδιορίσει ό Έλληνας του εξωτερικού τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους θέλει να ψηφίζει στις ελλαδικές εκλογές και μετά να διεκδικήσει το δικαίωμα. Διαφορετικά, απλά καθίσταται μέρος ενός εκφυλιστικούς συστήματος που έχει προ πολλού μεταλλάξει τον πολιτικό λόγο σε διαφημιστικό σποτάκι και την «εκκλησία του δήμου» σε κομματικό άντρο.

Ναι μεν, ως φορολογούμενοι πολίτες, δικαιούνται οι ομογενείς να βαυκαλίζονται νομίζοντας ότι «μαυρίζουν», ως οιονεί τιμωροί, το εκάστοτε κόμμα που τους δυσαρέστησε ή να ψηφίζουν «δαγκωτό» τον υποψήφιο της αρεσκείας τους στον διαγωνισμό κωλοτούμπας που καλείται σήμερα εκλογές. Το θέμα είναι αν αξίζει τον κόπο…

Με την υφαρπαγή της ψήφου μέσα από την κατανομή των εδρών και τον τρόπο καταμέτρησης, τη μετατροπή των κομμάτων από σταθερούς φορείς ιδεολογικών προσεγγίσεων και εκφραστές ενός «τρόπου» σε απλούς διαχειριστές, την παράδοση της εξουσίας στους δανειστές και τους εκπροσώπους των αγορών και το ρεσιτάλ κυβίστησης των πολιτικών αρχηγών, το μόνο που καταφέρνουν οι ψηφοφόροι είναι να «μεταλλάζουν τυράννους». Η καταγγελία του Παπαδιαμάντη, όπως τόσο όμορφα αποδόθηκε σε άρθρο του το 1892, παραμένει και σήμερα το ίδιο επίκαιρη.

Η προοπτική των ομογενών για συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία, θα πρέπει, λοιπόν, να συμπεριλαμβάνει το κατ’ Αριστοτέλους «μετέχειν κρίσεως και αρχής». Δηλαδή, να μπορεί ο πολίτης να δικάζει και να διοικεί. Φυσικά, ένα μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων, πέρα από τους ομογενείς, στερείται των δικαιωμάτων αυτών σήμερα. Άρα, έργο των ομογενών είναι η προσκόμιση κάποιας πρότασης ικανής να γεννήσει τις προϋποθέσεις για την μερική έστω επαναφορά των πολιτικών αυτών δικαιωμάτων για το σύνολο των πολιτών. Μόνο έτσι θα είχε νόημα να συμμετάσχει και η διασπορά στην εκλογική διαδικασία.

Όμως, στο πλαίσιο δημιουργίας αυτής της πρότασης, θα πρέπει πρώτα ο Ελληνισμός του εξωτερικού να μπορέσει και πάλι να επανακτήσει την ικανότητα να αυτοδιοικείται αποτελεσματικά. Να δημιουργήσει τους θεσμούς εκείνους που θα τον επιτρέψουν να διαχειριστεί τα του οίκου του και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του 21ου αιώνα. Να εντοπίσει τις οργανωτικές αδυναμίες του και να σπεύσει να τις διορθώσει. Να γεννήσει τους μηχανισμούς εκείνους που θα τον επιτρέπουν να δρα δημιουργικά και να συνδιαλέγεται με την ευρύτερη κοινωνία, είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό.

Αν κρίνει κανείς από την κατάσταση στην Αμερική, αυτά τα ζητούμενα δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή. Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται λοιπόν η εδώ ομογένεια είναι απόδημους βουλευτές ή υπουργός να μοστράρουν και να παριστάνουν τους πολιτικούς παράγοντες. Θα είναι επιζήμιο, διότι αφ’ ότου έχασαν το έκτακτο ταλέντο αυτοδιοίκησης που ανεδείκνυε το μεγαλείο τους, πολλές κοινότητες της διασποράς είναι δυο φορές πιο ευάλωτες στα πολιτικά και κοινωνικά πάθη που ταλαιπωρούν τη σημερινή ελλαδική κοινωνία.

Άρα, όποιος θέλει να αποκαταστήσει την αδικία του αποκλεισμού της διασποράς από τα εκλογικά τους δικαιώματα, ας φροντίσει πρώτα να βοηθήσει στη θεραπεία των οργανωτικών της προβλημάτων. Χωρίς την απαραίτητη προεργασία, η χορήγηση εκλογικών δικαιωμάτων θα είναι απλά ένα ημίμετρο και μάλιστα διακοσμητικό. Λίγο-πολύ, σαν τις εσωκομματικές εκλογές του ΠΑΣΟΚ ή όπως αλλιώς θέλει να αυτοαποκαλείται, που όλο ονόματα αλλάζει αλλά κυβερνείται από τα ίδια πρόσωπα.

Προηγούμενο άρθροΜόνο το ΚΚΕ είπε ΟΧΙ στο Μνημόνιο
Επόμενο άρθροΓ. Ντάσης: Η ευρωπαϊκή συνείδηση της Ελλάδας
Ο Χριστόφορος ΤΡΙΠΟΥΛΑΣ αρθρογραφεί στην Εφημερίδα ΑΡΙΣΤΕΙΑ. Γεννήθηκε στη Νέα Ὑόρκη και εργάζεται στον πανεπιστημιακό χώρο παραδίδοντας μαθήματα Ρητορικής και Διαπροσωπικής Επικοινωνίας στα Πανεπιστήμια St. John's University και City University of New York–LaGuardia Community College. Παράλληλα, έχει εργασθεί από το 2006 ως δημοσιογράφος σε ομογενειακά ΜΜΕ, ενώ ασχολείται με την αρθρογραφία και την μετάφραση. Ως συγγραφέας, έχει κυκλοφορήσει δύο βιβλία, ένα πολιτικό-πολιτιστικό δοκίμιο για την ιδιαίτερη πατρίδα του Ικαρία και ένα εγχειρίδιο αλληλογραφίας για ΜΚΟ. Επίσης, αναπτύσσει δραστηριότητα ως μεταφραστής και διερμηνέας, έχοντας ασχοληθεί επί σειρά ετών με μεταφράσεις συγγραμμάτων, περιοδικών, επιστημονικών και δημοσιογραφικών άρθρων, καθώς και άλλων έγγραφων.