Η κατάρα της αυτοαναφορικότητας

48

Η ποίηση λειτουργεί μια χαρά εδώ και αιώνες, χωρίς καμία ιδιαίτερη πρόθεση να κατανοήσει τους εσωτερικούς της μηχανισμούς, τα ενδογενή προβλήματα που προκύπτουν από τη σχέση της με τον δημιουργό της, τον ποιητή, τη σχέση της με τη μούσα ή το κοινό. Της έφταναν τόσα και τόσα επείγοντα συλλογικά θέματα με τα οποία είχε (και έχει) να αναμετρηθεί. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουν πολλαπλασιαστεί τα ποιήματα που ασχολούνται με την ίδια την ποίηση. Πόσο αφορά άλλους εκτός της συντεχνίας η ανάπτυξη και διαπραγμάτευση της συγκεκριμένης θέματολογίας; Πρόκειται ασφαλώς για ρητορικό ερώτημα.

Πως εξηγείται όμως αυτό το φαινόμενο που έχει λάβει διαστάσεις χιονοστιβάδας; Είναι άραγε μια προσπάθεια των ίδιων των ποιητών για κατάκτηση βαθύτερου επιπέδου συνειδητότητας; Ο μετανεωτερικός άνθρωπος συχνά επιχειρεί να κατανοήσει τον εαυτό του αναλύοντας αυτό που κάνει. Το καρτεσιανό “σκέφτομαι άρα υπάρχω» έχει μετατραπεί σε ένα παράφορο “σκέφτομαι τον εαυτό μου, άρα υπάρχω”. Οι συντεταγμένες που μας ορίζουν (ιδεολογία, αξίες, πεποιθήσεις, αλλά και πιο “εξωτερικές» όπως επάγγελμα, δραστηριότητες, ασχολίες, σχέσεις κτλ) λαμβάνουν ρόλο υψίστης υπαρξιακής σημασίας. Επομένως, αφού έως έναν βαθμό είμαστε ο,τι κάνουμε, θα πρέπει να ενσκύψουμε σε αυτό που κάνουμε και να το εξετάσουμε διεξοδικά, από κάθε πλευρά και με κάθε τρόπο. Ο ποιητής, φαίνεται, ένιωσε αυτήν την αδήριτη ανάγκη πιο πιεστικά από όλους τους άλλους καλλιτέχνες.

Η αυτοαναφορικότητα – τα ποιήματα για την ίδια την ποίηση – αποτελούν πιθανόν θλιβερό απότοκο του ρομαντισμού (ο Μπωντλαίρ δεν έλεγε ότι η ποίηση δεν έχει άλλον σκοπό πέρα από την ίδια;). Eνισχύθηκε καθώς πέρασε από τον συμβολισμό και βρέθηκε με ένα άλμα στην καρδιά του του αμερικανικού εξομολογητικού κινήματος (ο μοντερνισμός έδειξε μάλλον περιφρόνηση απέναντι σε αυτήν την τάση). Σημερά σχεδόν δεν υπάρχει ποιητής που να μην έχει γράψει εμμονικά για την ποίηση, τον λόγο, τη γλώσσα. Το θέμα έχει διερευνηθεί και εξαντληθεί πλήρως.

Τι επέφερε αυτή η αλλαγή οπτικής; Ασύλληπτα φαινόμενα ομφαλοσκοπίας, μονοθεματικότητα, εθελοτυφλία. Ο ποιητής έπαψε να παρατηρεί τον περιβάλλοντα κόσμο και έστρεψε τον μεγενθυντικό φακό στον εαυτό του, που δεν τον νοεί όμως πλέον, μέρος αυτού του κόσμου (γιατί και οι παλιοί ποιητές στον εαυτό τους βυθίζονταν όταν ήθελαν να γράψουν για ό,τι τους περιβάλλει). Ο ποιητής στέκει περιχαρακωμένος και ασύνδετος έξω από έναν κόσμο, μια κοινωνία, ένα φυσικό περιβάλλον που μισεί, περιφρονεί, που αδυνατεί να κατανοήσει ή να νιώσει. Η ύπατη παρουσία/ εκδήλωση μέσα σε αυτό το περίκλειστο σύμπαν γίνεται το θλιβερό του σαρκίο, οι μικροχαρές και (ακόμα περισσότερο) οι μικρολύπες του. Δεν υπάρχει κανένα πλάτος ορίζοντα καμία θέαση πιο ανοιχτή. Η ποιητική πράξη συντελείται μέσα σε απόλυτη στενότητα χώρου (που μαρτυρεί και ανάλογη στενότητα πνεύματος).

Βεβαίως υπάρχουν και εξαιρέσεις του κανόνα. Τα αυτοαναφορικά ποιήματα του Σαχτούρη, του Χιόνη και του Λάσκαρη, για παράδειγμα, είναι απολαυστικότατα, πολύ ουσιαστικά και σίγουρα βρίσκουν, τις περισσότερες φορές, τον στόχο τους. Σύμφωνοι. Τι γίνεται όμως με τη σωρεία των ποιητών που δεν στέκονται στο ανάλογο ύψος;

Είθισται ο αναγνώστης να προσεγγίζει ένα ποιητικό κείμενο με θετική προδιάθεση. Διαβάζουμε σύγχρονη ποίηση για να μαγευτούμε, για να νιώσουμε ξανά εκείνη την αίσθηση συγκλονισμού που μας προσέφεραν, απλόχερα, προγενέστερα έργα. Σε καμία περίπτωση δε διαβάζουμε για να μάθουμε τα προβλήματα της συντεχνίας και το πως ο νιώθει ο ίδιος ο ποιητής όταν γράφει ποίηση. Περιττό να πούμε ότι το φαινόμενο συνετέλεσε τα μάλα στη συρρίκνωση του αναγνωστικού κοινού (πολύ πιο διεξοδικά για το όλο θέμα μιλάει η σειρά άρθρων “Προβλήματα της σημερινής ποίησης” του Κώστα Κουτσουρέλη στο Bookpress).

Ασφαλώς το πρόβλημα δεν συναντάται μόνο στην ποίηση (αν και εκεί εμφανίζεται πιο δραματικό). Ήδη πριν μισό αιώνα (και βάλε) ο Τέλλος Άγρας μας είχε κάνει ειδική σύσταση ότι “oι διανοούμενοι δεν είναι κατάλληλοι για μυθιστορηματικοί ήρωες”. Αλλά δεν τον λάβαμε πολύ σοβαρά υπ’όψιν. Και δεν πρόκειται φυσικά μόνο για ελληνικό ζήτημα.

Από το Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι της Γαλάτειας Καζαντζάκη, μέχρι την Πινακοθήκη τεράτων του Μιχάλη Μιχαηλίδη και από την αριστουργηματική Ξύλευση του Τόμας Μπέρνχαρντ, μέχρι το Νεαρό άσπρο Ελάφι του Χωμενίδη, από το Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία του Τζόυς, μέχρι το Μίζερυ του Στήβεν Κινγκ και τον Δρόμο προς τη Δόξα του Χατζηαργύρη ή τους πληθωρικούς Άγριους Ντετέκτιβ του Μπόλάνιο, ο κατάλογος είναι φαινομενικά ατελείωτος. Συγγραφείς που γράφουν για ανθρώπους οι οποίοι γράφουν. Ομόκεντροι κύκλοι δηλαδή που αν κάποτε είχαν ενδιαφέρον σαν πνευματικό παιχνίδι, στις μέρες μας έχουν χάσει κάθε ουσία.

Διευκρίνηση: τα πολύ μεγάλα έργα που καταπιάνονται με συγγραφείς, όπως το προαναφερθέν του Μπολάνιο για παράδειγμα, αντιμετωπίζουν την καλλιτεχνική ιδιότητα του ήρωα ως μια πλευρά της προσωπικότητας, ως κάποιο χαρακτηριστικό, που ενίοτε γίνεται και αντικείμενο χλεύης από την αφήγηση. Ο φαύλος κύκλος της αυτοαναφορικότητας εμφανιζει ρωγμές καμιά φορά, όταν εκλείπει η σοβαροφάνεια.