Ο Λόγος και το έρεβος της Λήθης

327

Για το Λόγο, τις απαρχές του φιλοσοφικού στοχασμού και τις ανασταλτικές δυνάμεις της Λήθης, γράφει ο Δημήτρης Ψαλλίδας.

Κάθε στοχασμός ξεκινά με μία ερώτηση. Ο υψηλός στοχασμός ξεκινά με ερωτήματα. Αφετηρία της σκέψης είναι το πώς και το τι για τον κόσμο. Ο υψηλός στοχασμός ξεκινά με την καταγραφή. Αφετηρία για τη γραφή γίνεται το πώς και το τι για τον κόσμο. Το ερώτημα συναντώντας την εμπιστοσύνη στη δύναμη της σκέψης, οδηγεί στο δρόμο της πίστης. Κι όμως καμιά κοσμογονία δεν ξεκινά με το ερώτημα. Η εκάστοτε πράξη της δημιουργίας ακόμα και όταν εκφέρεται ως Λόγος, συνιστά μια κατάφαση ή την άρνηση μιας κατάστασης ανυπαρξίας. Όμως ο Λόγος, η Πίστη, η καταφατική Πράξη δημιουργίας προϋποθέτουν την ύπαρξη και τη μακρά χρήση του λόγου, της γραφής, της καταγραφής, της ιστορίας. Ο Λόγος δημιουργεί το λόγο για να αποκαλυφθεί. Ο λόγος με τη σειρά του ανακαλύπτει το Λόγο και τον τοποθετεί στο υπερβατικό του σημείο, τον καθιστά ιδανικό, για να δικαιωθεί. Συνιστά όμως αλήθεια αυτό αποκάλυψη; Η ανθρώπινη υπόσταση βρίσκεται μπροστά στην ανάγκη να καταγράψει, να σταχυολογήσει, να διασώσει μέσω του γραπτού λόγου και να υπερβεί την αδυναμία της βραχυπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης μνήμης, να αφήσει απτά σημάδια και να εναντιωθεί στη λήθη, την προσωπική λήθη, αλλά κατά κύριο λόγο στη Λήθη της ύπαρξης, στη Λήθη του Είναι. Θα μπορούσε λοιπόν να συνιστά η γραφή και η καταγραφή, η ανάγκη για διατήρηση της συνείδησης και ενός εἰδέναι, μιας επισφαλούς συνείδησης και γνώσης, θα μπορούσε αυτό να συνιστά έκπτωση της ανθρώπινης φύσης;

Στον πλατωνικό διάλογο Φαίδρο διαβάζουμε το μύθο του Θεύθ. Ο θεός Θεύθ, σύμφωνα με αυτό το μύθο, μαζί με πολλές άλλες σπουδαίες εφευρέσεις παρέδωσε στο βασιλιά Θαμούς και τα γράμματα,  λέγοντάς του: ’’ Τούτο εδώ βασιλιά μου, είναι κάτι που άμα οι Αιγύπτιοι το μάθουν, θα γίνουν σοφότεροι και με καλύτερο μνημονικό. Βρέθηκε το φάρμακο της μνήμης και της σοφίας‘’. Για να πάρει την ανέλπιστη απάντηση του Θαμούς: ‘’Ευρηματικότατε Θεύθ, ως πατέρας των γραμμάτων από χαριστική διάθεση είπες ακριβώς το αντίθετο από αυτό που μπορούν να κάνουν. Διότι αυτή η εφεύρεση θα φέρει λήθη στις ψυχές, αφού το μνημονικό τους θα πάψει να ασκείται, επειδή στηριζόμενες στην αξιοπιστία της γραφής θα ανακαλούν κάτι στη μνήμη τους όχι από μέσα τους, από τον ίδιο τον εαυτό τους, αλλά από έξω, από κάποια ξένα σημάδια. Δεν βρήκες λοιπόν της μνήμης αλλά της υπενθύμισης το φάρμακο. Στους μαθητές σου προσφέρεις φαινομενική γνώση και όχι πραγματική. Γιατί καθώς με την εφεύρεσή σου θα έχουν ακούσει πολλά χωρίς να τα έχουν διδαχθεί, θα φανταστούν πως γνωρίζουν πολλά, ενώ ως επί το πλείστον θα είναι αδαείς, κι η συναναστροφή με αυτούς θα είναι δύσκολη και δυσάρεστη, έτσι όπως φαντάζονται τον εαυτό τους σοφό, αφού θα έχουν γίνει δοκησίσοφοι, όχι όμως σοφοί‘’. Γραφή, καταγραφή, ιστορία, μνήμη, λήθη. Έννοιες συνυφασμένες με τη γέννηση του ανθρώπινου πολιτισμού. Έννοιες νευραλγικές για τη διατήρηση του μέσω της συντήρησης της συλλογικής μνήμης. Και μπορεί ο Θαμούς να μιλά για μια χαμένη στα σκοτεινά βάθη του χρόνου ανθρώπινη φύση, η οποία δεν έχει ανάγκη από σημάδια για να κατακτήσει την ουσιαστική γνώση και να τη διατηρήσει, όμως ποια θα ήταν αλήθεια η πορεία της ανθρωπότητας χωρίς την έλευση της γραφής και της καταγραφής; Χωρίς τη γραφή και τη συνακόλουθή της καταγραφή, την εξιστόρηση, που οδηγεί στην ιστορία και την παγιώνει, πράξεις, λέξεις και συναισθήματα περασμένων εποχών και αναρίθμητων πρωταγωνιστών θα έπεφταν για πάντα στη λήθη και θα στροβιλίζονταν αενάως στο ονειρώδες τέλμα ενός ανερμάτιστου κόσμου. Τα διδάγματα περασμένων εποχών θα χάνονταν μέσα στην αδύναμη ηχώ του προφορικού λόγου. Η βραχύβια ανθρώπινη μνήμη θα οδηγούσε σε μια σισύφεια επανάληψη των γεγονότων, σε ένα χρόνο βουτηγμένο στον υδράργυρο και  μια καρικατούρα του μύθου της αιώνιας επιστροφής. Γραφή, καταγραφή, συλλογική μνήμη, ιστορία.

Ο άνθρωπος ριγμένος στον κόσμο, ναυαγισμένος στο αβυσσαλέο πέλαγος της άγνοιας, ανάμεσα στη Σκύλλα μιας εσωτερικής και τη Χάρυβδη της εξωτερικής πραγματικότητας, συναντιέται με το μη – ον και την αγωνία της ύπαρξης. Ο μόνος τρόπος εξισορρόπησης, η μόνη δίοδος ανεύρεσης μιας κοσμικής ομοιόστασης, βρίσκεται στην ανακάλυψη και χρήση της προμηθεϊκής φωτιάς, στην ανακάλυψη και τη χρήση του ερωτήματος. Με αυτό τον τρόπο γεννιέται η φιλοσοφία και ο στοχασμός, ο φάρος στα έγκατα των ψυχών και στα χθόνια του Κόσμου. Ο στοχασμός, η φιλοσοφία, το ερώτημα, οδηγούν στο πέρα από τον κόσμο, οδηγούν στο μετά, στη μεταφυσική και την προσπάθεια αποκάλυψης ενός κρυμμένου σύμπαντος, που απλώνεται μπροστά στην έκπληκτη αλλά ελλιπή ανθρώπινη ματιά. Ποια η προέλευση του κόσμου; Γιατί να υπάρχουν τα όντα και όχι το τίποτα; Ποια η στιγμή δημιουργίας και ποιος ο δημιουργός; Τι διαχωρίζει το όν από το μη όν; Είναι διδακτή η αρετή; Πώς κατακτάται η ευδαιμονία; Τί συνιστά έναν ηθικό βίο άξιο να τον ζει κανείς; Πού βρίσκεται το μέτρο, το όριο και το τέλος; Ποια η φύση του Θείου; Τι διαφοροποιεί το Είναι από το Φαίνεσθαι; Ποια η φύση της Αλήθειας και η σχέση της με τη γλώσσα και την αφαιρετική σκέψη; Πως διοικείται σωστά μια πολιτεία και ποια η σωστή οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας; Ποιοι νόμοι καθοδηγούν την προσπάθεια να αναχθεί η πολιτική και η ηθική σε αντικείμενο μιας επιστημονικής έρευνας που θα φέρει στο προσκήνιο καθολικές αλήθειες; Ο Nietzsche το γνώριζε καλά: ‘’ Φιλοσοφία είναι η αυτοθέλητη, ελεύθερη ζωή στους πάγους και στα ψηλά βουνά‘’.

Στην Κινέζικη γλώσσα και σκέψη μεγάλο ρόλο έχει διαδραματίσει  το ιδεόγραμμα xin , που σημαίνει πίστη, ειλικρίνεια. Συγκροτείται από το ιδεόγραμμα του ανθρώπου (ren) και από το ιδεόγραμμα της ομιλίας (yan). ‘’ O άνθρωπος απέναντι στο λόγο που έδωσε’’. Εδώ ο στοχασμός δεν αποτελεί ένα κενό γράμμα, δε συνιστά αποτέλεσμα παρόρμησης, ούτε εμφορείται από οποιαδήποτε αντανακλαστικά μεγαλείου και κενοδοξίας. Η εκφορά οποιασδήποτε μορφής λόγου εκπορεύεται από τη βαθιά, προσεκτική σκέψη και οδηγεί το στοχαστή σε ένα αυστηρό modus vivendi. Λόγος, σκέψη και πράξη δε διαχωρίζονται. Σύμφωνα με τον Deleuze: ‘’Ο φιλόσοφος κάνει κτήμα του τις ασκητικές αρετές – ταπεινοσύνη, ένδεια, αγνεία- προκειμένου να τις θέσει στην υπηρεσία εντελώς ιδιότυπων, ανήκουστων σκοπών, ελάχιστα ασκητικών στ’ αλήθεια. Με τις αρετές αυτές εκφράζει τη μοναδικότητά του. Δεν αντιπροσωπεύουν για εκείνον σκοπούς ηθικής τάξεως ούτε και θρησκευτικά μέσα ενόψει μιας άλλης ζωής αλλά μάλλον το αποτέλεσμα της ίδιας της φιλοσοφίας. Διότι άλλη ζωή δεν υπάρχει για το φιλόσοφο’’. Στοχασμός και εμπιστοσύνη, ενατένιση και πρακτική εφαρμογή. Την έννοια του xin, της ειλικρίνειας, αυτής της στοχαστικής φερεγγυότητας, που ξεπερνά τον κόσμο των ιδεών και βρίσκει εφαρμογή στο βασίλειο της πραγματικότητας, τη συναντάμε τόσο στη ζωή, όσο και στη σκέψη των μεγάλων στοχαστών.

Το ανεπαίσθητο στροβίλισμα του φύλλου στον άνεμο, το αποτυπωμένο  ίχνος του ζώου στην παγωμένη λάσπη, οι εναλλαγές της παλίρροιας, η ήρεμη καθαρότητα των βροχών,  οι βίαιες ριπές στις χιονισμένες κορυφές των βουνών και τα παγωμένα ρεύματα στο θαλάσσιο έρεβος, η σιωπηλή τροχιά των πλανητών στο σκοτεινό κενό του σύμπαντος αλλά και η απαλότητα της ανθρώπινης αναπνοής και ο ήχος της καρδιάς,  οι αναμνήσεις, ο χρωματισμός των συναισθημάτων και η δύναμη της σκέψης συνθέτουν το σύνολο ενός κόσμου που περιβάλλεται από μυστήριο. ‘’Σκοτάδι στο σκοτάδι. Πύλη στο όλο μυστήριο‘’, διαβάζουμε στο Tao Te Ching.

Ποια είναι όμως η φύση της καταγραφής και πώς λειτουργεί το σύμβολο; Τι είναι αυτό που διεγείρει σε ένα στοχαστή την ανάγκη να ‘’ συλλέξει ‘’, να σταχυολογήσει τις ιδέες του και να τις διασφαλίσει μέσω της γραφής, μέσω της αποτύπωσης σε κερί, πλάκα, ξύλο, πάπυρο ή χαρτί και έτσι να προσπαθήσει να ανασηκώσει για λίγο τα πέπλα του μυστηρίου; Μια απάντηση μας δίνει ο Mircea Eliade: ‘’ Η ανάμνηση ενός ιστορικού γεγονότος ή μιας πραγματικής προσωπικότητας επιζεί μέσα στη λαϊκή μνήμη για δύο ή τρείς αιώνες το πολύ. Αυτό συμβαίνει γιατί η λαϊκή μνήμη συναντά δυσκολίες στη διατήρηση μεμονωμένων γεγονότων και πραγματικών μορφών. Οι δομές μέσω των οποίων λειτουργεί είναι διαφορετικές: κατηγορίες αντί για γεγονότα, αρχέτυπα αντί για ιστορικές προσωπικότητες. […] Η μνήμη της ομάδας είναι ανιστορική’’. Διατήρηση, ανάμνηση, συντήρηση, μετάδοση. Πού όμως κρύβεται το μυστήριο, που βρίσκεται η εσωτερική παρόρμηση που ωθεί μεγάλους στοχαστές,  να υπερβούν τον τρόμο της λησμονιάς και της ιστορικής λήθης  έναν τρόμο που προσιδιάζει με δεύτερο θάνατο για τον κάθε στοχαστή, και να προσπαθήσουν να καταγράψουν,  να σφραγίσουν με το αποτύπωμά τους και να επισφραγίσουν τη σκέψη τους; Η απάντηση βρίσκεται στο διαλέγεσθαι και στη φύση του παλλόμενου, σφύζοντα από ζωτική δύναμη και  βιωμένου σε πραγματικό χρόνο, λόγου. Ζών Λόγος και Διαλεκτική.

Στην ανατολική άκρη της Μεσογείου, κάτω από τον έναστρο νυχτερινό ουρανό, εκεί όπου μπορεί να δει κανείς τη ‘’βροδοδάκτυλο σελλάνα‘’ να βουτά στο πέλαγος στη μέση της νύχτας και τον ήλιο να βάφει κόκκινη την αυγή, εκεί που δεν υπάρχουν ακραία καιρικά φαινόμενα και ο ταιριαστός συνδυασμός ψηλών βουνών και θάλασσας , διασφαλίζει ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο και εξασφαλίζει τις βασικές ανάγκες οδηγώντας τον άνθρωπο σε μια σωματική και πνευματική πλήρωση και ψυχική ευδοκία, εκεί, σε εκείνο το σημείο γεννήθηκε τον 6ο αιώνα π.Χ. ο επιστημονικός στοχασμός. Γεννήθηκε η αφαιρετική σκέψη που απλώθηκε στα απώτατα όρια του σύμπαντος και προσπάθησε να το φέρει στα μέτρα του ανθρώπου. Εκεί συναντήθηκαν για πρώτη φορά με την ανθρώπινη διάνοια οι έννοιες του Νου, του Είναι, του Όντος, του Απολύτου. Οι έννοιες του Καθόλου και του Παντός καθώς και του Απείρου. Οι έννοιες της Αρχής και του Αέναου. Στον τόπο αυτόν επιστρατεύτηκαν τα στοιχεία της φύσης για την εξήγηση του Κόσμου: Φωτιά, Νερό, Αέρας, Γη. Εμφανίστηκαν στοχαστές που άφησαν ανεξίτηλο το σημάδι τους στην ιστορία της σκέψης. Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης, Ξενοφάνης, Ηράκλειτος, Πυθαγόρας, Παρμενίδης, Ζήνων, Εμπεδοκλής, Αναξαγόρας, Λεύκιππος και Δημόκριτος.

Μνήμη και Λήθη. Αλήθεια μπορεί να θυμάται κανείς αυτό που δε γνωρίζει; Μπορεί να ξεχνά αυτό που δε γνώρισε ποτέ; Σύμφωνα με το μύθο ο Krishna, όταν ήταν μωρό και τον έψαχνε η μητέρα του, η οποία αγνοούσε τη θεϊκή του φύση, μέσα στο στόμα του, της πρόβαλε ξαφνικά, σε μια στιγμιαία αποκάλυψη, την εικόνα όλου του σύμπαντος. Η γυναίκα έμεινε αποσβολωμένη από τον τρόμο. Για το λόγο αυτό ο Krishna της έκανε μια ακόμη χάρη. Έσβησε από το νου της  την ανάμνηση του γεγονότος για να μην μπορεί να το θυμάται. Μνημοσύνη και Λήθη. Αναζήτηση και Στοχασμός. Σημείο και Κώδικας. Στροβίλισμα στο αέναο κενό των ερωταποκρίσεων. Γύρισμα στον κύκλο του χρόνου. Στη Bhagavad Gita ο Arjuna βλέπει σε όραμα δύο στρατούς να στροβιλίζονται στον αέρα και να συνθλίβονται μέσα στο στόμα του θεού – τέρατος σα σταφύλια και το αίμα τους να χύνεται άφθονο σαν κόκκινο κρασί  και να τρέχει στα σαγόνια του. ‘’Ποιος είσαι’’, ρωτά με δέος το θεό. ‘’Είμαι ο Kala. Είμαι ο μαύρος χρόνος και βρίσκομαι εδώ για το τέλος του κόσμου, για να συντρίψω την ανθρωπότητα. Λοιπόν, μήπως νόμιζες πως θα σκότωνες τους άντρες αυτούς; Είναι ήδη νεκροί, σου το είπα. Αυτές οι μορφές που σκοτώνεις είναι θνητές αλλά το αθάνατο κομμάτι μένει ανέγγιχτο. Αυτό που δε γεννήθηκε ποτέ, δεν πεθαίνει ποτέ. Οι βροχές δεν το υγραίνουν, οι φωτιές δεν το καίνε. Για αυτό σου λέω, γύρνα πίσω και καμώσου πως κάνεις πράγματα. Ένα όργανο του ίδιου του πεπρωμένου, αυτό σου μέλλει να είσαι’’. Για να επαναφέρεις τη Μνήμη, πρέπει να βγεις από το έρεβος της Λήθης, να περάσεις στην ενθύμηση. Όμως ποια η δύναμη του Λόγου, ποια η δύναμη του στοχασμού, όταν οι άνθρωποι τόσο επιρρεπείς στο πέρασμα του χρόνου πάντα  ξεχνάν τις Ιδέες και  θέλγονται από τα σύμβολα; ‘’Τους ρώτησαν αν θέλουν  να γίνουν βασιλιάδες ή αγγελιοφόροι των βασιλιάδων. Σαν τα παιδιά διάλεξαν όλοι το δεύτερο. Έτσι υπάρχουν μόνο αγγελιοφόροι που τρέχουν γύρω γύρω στον κόσμο και φωνάζουν ο ένας στον άλλο – αφού δεν υπάρχουν βασιλιάδες – ακατανόητα μηνύματα. Θα ήθελαν να δώσουν ένα τέλος σε αυτή την άθλια ζωή αλλά δεν τολμούν να πατήσουν τον όρκο τους‘’.