Κυβερνώντες και γνωστική ασυμφωνία

Ο όρος «γνωστική ασυμφωνία» αποδίδεται στον ψυχολόγο και ακαδημαϊκό Λέων Φέστινγκερ, με τoν οποίo περιγράφει την εσωτερική αμηχανία που νοιώθουμε από την διατήρηση δύο η περισσοτέρων νοητικών στάσεων, οι οποίες είναι ψυχολογικά ασυνεπείς μεταξύ τους. Βέβαια, πολύ πριν τον Φέστινγκερ, ο λαός χρησιμοποιούσε την λέξη υποκρισία για να περιγράψει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Στον χώρο της ρητορικής, όσοι εκφωνούν δικανικές, κυρίως, ομιλίες πασχίζουν να δημιουργήσουν το αίσθημα της «γνωστικής ασυμφωνίας» στο ακροατήριο, προκειμένου να προκαλέσουν την επιζητούμενη αλλαγή μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς ή στάσης.

Φυσικά, η ανάδειξη της γνωστικής ασυμφωνίας μέσα από τον εντοπισμό της υποκρισίας δεν είναι ό,τι πιο ευχάριστο για τους αποδέκτες του μηνύματος. Εκτός από την επιλογή της συμμόρφωσης των πράξεων με τις αρχές που υποτίθεται ότι πρεσβεύουν, οι άνθρωποι δύνανται να αλλάξουν και τις αρχές τους, αποκαθιστώντας έτσι την συνέπεια μεταξύ πεποιθήσεων και πράξεων ή να συνεχίσουν την υποκρισία, δικαιολογώντας την μέσα από διάφορες προφάσεις.

grecobooks-6

Οι πρακτικές της σημερινής κυβέρνησης βρίθουν παραδειγμάτων και των δύο τελευταίων εναλλακτικών. Για παράδειγμα, ενώ τα κόμματα που την αποτελούν κατέλαβαν την εξουσία με σύνθημα το σκίσιμο των μνημονίων, κατέληξαν να γίνουν οι πλέον αποτελεσματικοί εφαρμοστές των. Στην πορεία, ψήφισαν και 3ο μνημόνιο, ενώ διατηρούν την όλη φιλοσοφία του στην σημερινή, λεγόμενη, «μεταμνημονιακή» εποχή.

Δεύτερο παράδειγμα αφορά στις καταδίκες των μαθητικών καταλήψεων και διαδηλώσεων για το προωθούμενο από την κυβέρνηση Προσύμφωνο των Πρεσπών. Κυβερνητικοί αξιωματούχοι και υψηλόβαθμα στελέχη του κυβερνόντος κόμματος καταδίκασαν τις εν λόγω μαθητικές κινητοποιήσεις, συσχετίζοντάς τες συνολικά με την άκρα δεξιά και την Χρυσή Αυγή. Προκαλεί τουλάχιστον θυμηδία το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα που συνδέεται διαχρονικά με πολλά και διάφορα κινήματα διαμαρτυρίας, μπόρεσε με τόση προχειρότητα να «χαρίσει» τόσους νέες και νέους ανά την ελλαδική επικράτεια σε φασιστικές οργανώσεις, παρά την ξεκάθαρη απουσία τέτοιων ενδείξεων.

Η ιδεοληψία αντιστέκεται στην αμηχανία της γνωστικής ασυμφωνίας

Προφανώς, η διατήρηση της «καθαρότητας» της κομματικής γραμμής υπερέχει των αρχών της πολυφωνίας και του δικαιώματος στην διαφωνία. Το μήνυμα που εξέπεμψε το κυβερνών κόμμα ήδη από το πρώτο μαζικό λαϊκό συλλαλητήριο κατά του προσυμφώνου των Πρεσπών και του κυβερνητικού αυταρχισμού ήταν ότι όποιος τολμήσει να διαφωνήσει δημοσίως θα υφίσταται συνέπειες. Δηλαδή, θα χαρακτηρίζεται φασίστας, χρυσαυγίτης, εθνίκι και διάφορα άλλα, κατά το δόγμα «πας μη συριζαίος, χρυσαυγίτης». Όσοι, πάλι, δεν πτοούνται από την συκοφαντία απειλούνται με βία, όπως φάνηκε από τις ενέργειες των ΜΑΤ σε συλλαλητήρια (χρήση χημικών, ξυλοδαρμός ηλικιωμένων) ή της αστυνομίας στις πιο πρόσφατες μαθητικές καταλήψεις (απειλές εναντίον μαθητών στην Δράμα, σύλληψη μαθητών και γονέων στο Αγρίνιο). Οι απειλές αυτές ακούστηκαν και από αντιδιαδηλωτές στην Αθήνα, που φώναζαν συνθήματα υπέρ της χρήσης βίας έναντι όσων διαδηλώνουν κατά του προσυμφώνου, αλλά και στην Θεσσαλονίκη, με το κάψιμο της ελληνικής σημαίας.

Όντως, πολλά δείχνουν να έχουν αλλάξει στην φιλοσοφία του κυβερνώντος κόμματος μέσα στην τελευταία δεκαετία. Όταν, προ 10ετίας, ενώ η Αθήνα καιγόταν, με γνωστούς άγνωστους να καίνε μέχρι και το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στο Σύνταγμα, ο σημερινός πρωθυπουργός όχι μόνο δεν καταδίκασε τα επεισόδια, αλλά κατηγορήθηκε ότι τα υπέθαλπε με την στάση του. Σήμερα, όταν οι φωνές διαμαρτυρίας κινούνται κατά του ιδίου και των πολιτικών της κυβέρνησής του, δεν δείχνει να μην διαθέτει την ίδια «ανοχή».

Βέβαια, με την τακτική αυτή, δείχνει να αδιαφορεί ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να εισέλθει σε έναν νέο κύκλο «Μακαρθισμού», όπου οι ιδεολογικοί απόγονοι (αν και αθεράπευτα κακοήθως μεταλλαγμένοι) των πρώην θυμάτων θα καταλήξουν να γίνουν οι θύτες, πιστά αντίγραφα των πατριδοκάπηλων που υποτίθεται ότι τόσο απεχθάνονται, αλλά με τους οποίους τόσο μοιάζουν. Όμως, δεν θα πρέπει να αγνοήσει ότι η τακτική των πατριδοκάπηλων κατέληξε σε φιάσκο, εκθέτοντας τους παλιούς πολιτικάντηδες ανεπανόρθωτα. Αν ισχύει ότι η ιστορία είναι κυκλική, το ίδιο πρόκειται να συμβεί και με την νέα γενιά των πολιτικάντηδων, που δεν δείχνει να διδάχθηκε τίποτα από τα λάθη του παρελθόντος.

Ας ελπίσουμε τουλάχιστον να είχε δίκιο ο Μαρξ, όταν έλεγε ότι «η ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά σαν τραγωδία και την δεύτερη σαν φάρσα». Γιατί από τραγωδίες, μπούχτησε ο τόπος…

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΑναμνήσεις από τον «Εμφύλιο»
Επόμενο άρθροΟικονομική νοημοσύνη (Μέρος 2ο)
Ο Χριστόφορος Τριπουλάς είναι πανεπιστημιακός και διδάσκει μαθήματα ρητορικής και διαπροσωπικής επικοινωνίας. Ασχολείται με την μετάφραση και την επιφυλλιδογραφία και είναι συντάκτης στην εφημερίδα Αριστεία.

Το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.