Η εναντίον της Μακεδονίας επιβουλή

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΤΕΩΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΧΡΗΣΤΟΥ Α. ΣΑΡΤΖΕΤΑΚΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΜΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΝ ΕΝΩΣΙΝ ΤΟΡΟΝΤΟ ΚΑΝΑΔΑ (Σάββατον, 11η Σεπτεμβρίου 1999)

 

Ἀγαπητοὶ Συμπατριῶται,

Μὲ ἰδιαίτερη χαράν, συγκίνησιν καὶ ὑπερηφάνειαν εὑρίσκομαι κοντά σας, ἐδῶ, στὸν τόσο μακρυνὸ ἀπὸ τὴν Πατρίδα τόπο διαβιώσεώς σας, τὴν ὡραία πόλι τοῦ Τορόντο, προσκαλεσμένος ἀπὸ τὸν «Ἀλληλοβοηθητικὸν Σύλλογον ‘’Σκλῆθρον-Ἁγία Παρασκευή’’», ποὺ δραστήριοι καὶ ἐνθουσιώδεις μετανάστες ἀπὸ τὸ χωριὸ τῆς μακαρίτισσας μητέρας μου συνέστησαν πρὶν ἀπὸ τριάντα χρόνια. Καὶ μὲ τὴν παρουσία μου αὐτὴ ἠθέλησα ἀκριβῶς νὰ μετάσχω στὶς πανηγυρικὲς ἐκδηλώσεις γιὰ τὴν ἐν λόγῳ τριακονταετία. Ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκφράσω τὴν ἄμετρη ἀγάπη μου πρὸς τοὺς ὁμοχωρίους μου αὐτούς, καὶ βεβαίως, ὡς ἕνα ὁλοζώντανο ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα μας μήνυμα, πρὸς ὅλους ἐσᾶς, τοὺς μετανάστες Μακεδόνες. Ἀγάπη καὶ ἀναγνώρισι, ποὺ τρέφουμε ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ Ἕλληνες – καὶ ἐκεῖ, στὴν μακρυνὴ Πατρίδα, καὶ φυσικὰ καὶ τῆς διασπορᾶς, – πρὸς τοὺς Μακεδόνες γενικῶς, ὡς τὸ πολυτιμώτερο κομμάτι τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Διότι ἀκριβῶς, μνήμονες τοῦ ἐνδόξου ἐθνικοῦ μας παρελθόντος, ὅλοι γνωρίζουμε, ὅτι χωρὶς τὴν Μακεδονία καὶ τοὺς Μακεδόνες ἀσφαλῶς τὸ Ἑλληνικὸ πνεῦμα καὶ ὁ Ἑλληνικὸς πολιτισμὸς δὲν θὰ ἀποκτοῦσαν ποτὲ παγκόσμια ἀκτινοβολία, ὅτι ἴσως καὶ αὐτὴ ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς νὰ μὴ ἐπιβιοῦσαν, ἀλλὰ νὰ ἐξηφανίζοντο ἀπὸ τὸ προσκήνιον τῆς Ἱστορίας καὶ νὰ ἔδυαν ὁριστικῶς ἤδη κατὰ τὴν ἀρχαιότητα.

Αὐτὰ μαρτυρεῖ ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων ἡ ἀδέκαστος Ἱστορία. Ὁ ἱστορικὸς Πολύβιος, ποὺ γεννήθηκε περὶ τὸ 206 π.Χ., γράφει εἰς τὴν περίφημη Ἱστορία του χαρακτηριστικῶς διὰ τοὺς Μακεδόνες : « τίνος καὶ πηλίκης δεῖ τιμῆς ἀξιοῦσθαι Μακεδόνας, οἳ τὸν πλείω τοῦ βίου χρόνον οὐ παύονται διαγωνιζόμενοι πρὸς τοὺς βαρβάρους ὑπὲρ τῆς τῶν Ἑλλήνων ἀσφαλείας ; ὅτι γὰρ ἀεὶ ποτ’ ἂν ἐν μεγάλοις ἦν κινδύνοις τὰ κατὰ τοὺς Ἕλληνας, εὶ μὴ Μακεδόνας εἴχομεν πρόφραγμα ;» (Ἱστορία Θ, 35, 2-3). Δηλαδή, «ποίαν καὶ πόσον μεγάλην τιμὴν πρέπει νὰ λάβουν οἱ Μακεδόνες, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ περισσότερον διάστημα τῆς ζωῆς των δὲν παύουν νὰ ἀγωνίζωνται ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας τῶν Ἑλλήνων ; Διότι ποῖος ἀγνοεῖ, ὅτι πάντοτε θὰ ἐκινδύνευον τὰ μέγιστα οἱ Ἕλληνες, ὰν δὲν εἶχον προπύργιον τοὺς Μακεδόνας ;». Εἰδικώτερον δὲ διὰ τὸν Μέγαν Ἀλέξανδρον, ὁ αὐτὸς Πολύβιος τονίζει, ὅτι «τιμωρίαν ἔλαβε παρὰ τῶν Περσῶν ὑπὲρ τῆς εἰς ἅπαντας τοὺς Ἕλληνας ὕβρεως», ὅτι «μεγάλων κακῶν κοινῇ πάντας ἡμᾶς ἔλυσε, καταδουλωσάμενος τοὺς βαρβάρους καὶ παρελόμενος αὐτῶν τὰς χορηγίας, αἷς ἐκεῖνοι χρώμενοι κατέφθειραν τοὺς Ἕλληνας,… καὶ τέλος ὑπήκοον ἐποίησε τὴν Ἀσίαν τοῖς Ἕλλησι» (Ἱστορία Θ, 34, 2-3). Δηλαδή, ὅτι «ἐτιμώρησε τοὺς Πέρσας διὰ τὶς εἰς βάρος ὅλων τῶν Ἑλλήνων καταστροφές», ὅτι «ἀπήλλαξεν ὅλους μας ἀπὸ μεγάλες συμφορές, ὑποδουλώσας τοὺς βαρβάρους καὶ ἀφαιρέσας ἀπὸ αὐτοὺς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦντες ἐκεῖνοι κατέστρεφον τοὺς Ἕλληνας,… καὶ τέλος ὑπέταξε τὴν Ἀσίαν εἰς τοὺς Ἕλληνας».

Ἤδη λοιπὸν κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἐδέσποζε καθολικῶς ἡ ἐπίγνωσις, ὅτι ἡ Μακεδονία ἦτο ὁ προμαχὼν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, κυριαρχοῦσε ἡ συνείδησις τῆς ἀνεκτιμήτου συμβολῆς τῶν Μακεδόνων διὰ τὴν ὅλην ἐθνικὴν ὕπαρξιν καὶ πολιτιστικὴν ἐξέλιξιν τοῦ ἀρχαίου Ἕλληνισμοῦ. Ἡ Μακεδονία καὶ οἱ Μακεδόνες προμαχὼν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὄχι ἁπλῶς ὡς γείτονες καὶ εὐκαιριακοὶ σύμμαχοι τῶν ἄλλων Ἑλλήνων∙ ἀλλὰ ὡς ἕνα συστατικὸ τμῆμα, ὡς ἀναπόσπαστο κομμάτι τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ. Ἐφρόντισαν νὰ τὸ διακηρύξουν αὐτὸ προσωπικῶς καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Βασιλεῖς των. Πράγματι :

Τὸ 479 π.Χ. οἱ Πέρσες, ἀφοῦ, διερχόμενοι μὲ τεράστιο στράτευμα, κατέκλυσαν καὶ τὴν Μακεδονίαν καὶ διὰ τῆς βίας ἐπεστράτευσαν καὶ τοὺς Μακεδόνες μὲ τὸν βασιλέα των Ἀλέξανδρον τὸν υἱὸν τοῦ Ἀμύντου, ἐξεστράτευσαν καὶ πάλι, ὑπὸ τὸν στρατηγό τους Μαρδόνιο, ἐναντίον τῆς λοιπῆς, νοτίου Ἑλλάδος. Ὁ Ἡρόδοτος διηγεῖται (Ἱστορίαι, βιβλίον ΙΧ, 45), καὶ τὸ γεγονὸς ἐπαναλαμβάνει ὁ Πλούταρχος (Βίοι παράλληλοι, Ἀριστείδης, 15-16), ὅτι τὴν παραμονὴν τῆς μάχης τῶν Πλαταιῶν, τὰ μεσάνυκτα, ὁ ἐν λόγῳ Ἀλέξανδρος προσῆλθε κρυφὰ ἀπὸ τὶς τάξεις τῶν Περσῶν ἔφιππος στὶς τάξεις τῶν Ἑλλήνων καὶ ἐζήτησε νὰ δῇ τὸν στρατηγὸ τῶν Ἀθηναίων Ἀριστείδη (τὸν περίφημο δίκαιον Ἀριστείδη), καί, καταδίδοντας εἰς αὐτόν, ὅτι τὴν αὐγὴ ἐπρόκειτο νὰ τοὺς ἐπιτεθοῦν οἱ Πέρσες, διὰ νὰ γίνῃ πιστευτὸς ἐτόνισε : «οὐ γὰρ ἂν ἔλεγον, εἰ μὴ μεγάλως ἐκηδόμην συναπάσης τῆς Ἑλλάδος. Αὐτός τε γὰρ Ἕλλην γένος εἰμὶ τὠρχαῖον καὶ ἀντ’ ἐλευθέρης δεδουλωμένην οὐκ ἂν ἐθέλοιμι ὁρᾶν τὴν Ἑλλάδα… Εἰμὶ δὲ Ἀλέξανδρος ὁ Μακεδών». Δηλαδή, «δἒν θὰ ἔλεγα αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἐὰν δὲν ἐφρόντιζα πάρα πολὺ γιὰ ὁλόκληρη τὴν Ἑλλάδα. Διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι Ἕλλην ἀπὸ ἀρχαία γενιὰ καὶ δὲν θὰ ἤθελα νὰ βλέπω τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ ἐλεύθερη ὑποδουλωμένη… Εἶμαι ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Μακεδών».

Πολλὲς δὲ δεκαετίες ἀργότερα, καὶ αὐτὸς ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος εἰς ἐπιστολήν του πρὸς τὸν βασιλέα τῶν Περσῶν Δαρεῖον, ὅπως μᾶς τὴν παραδίδει ὁ Ἀρριανός (Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις, Β΄, 14), ἀρχίζει μὲ τὴν ὑπόμνησιν : «Οἱ ὑμέτεροι πρόγονοι ἐλθόντες εἰς Μακεδονίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην Ἑλλάδα κακῶς ἐποίησαν ἡμᾶς οὐδὲν προηδικημένοι∙ ἐγὼ δὲ τῶν Ἑλλήνων ἡγεμὼν κατασταθεἰς καὶ τιμωρήσασθαι βουλόμενος Πέρσας διέβην εἰς τὴν Ἀσίαν, ὑπαρξάντων ὑμῶν…». Δηλαδή, «οἱ πρόγονοί σου εἰσέβαλαν εἰς τὴν Μακεδονία καὶ τὴν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα καὶ μᾶς ἐπροξένησαν καταστροφές, χωρὶς ἐμεῖς νὰ τοὺς ἔχουμε κάνει προηγουμένως κανένα κακό∙ ἐγὼ δὲ γενόμενος ἀρχηγὸς τῶν Ἑλλήνων εἰσέβαλα εἰς τὴν Ἀσίαν, θέλοντας νὰ τιμωρήσω τοὺς Πέρσες, ἀφοῦ σεῖς πρῶτοι ἀρχίσατε τἰς ἐχθροπραξίες». Διαλαλεῖ ἔτσι καὶ ὁ Μέγας Στρατηλάτης, μὲ τὴν φράσι του «εἰς Μακεδονίαν καὶ εἰς τἠν ἄλλην Ἑλλάδα», ὅτι καὶ ἡ Μακεδονία εἶναι τμῆμα τῆς ὅλης Ἑλλάδος.

Ἀπέδιδεν ἑπομένως παναρχαία καὶ ἀναντίρρητη ἀλήθεια ὁ λόγος τοῦ Στράβωνος (Γεωγραφικά, VII, 9), ποὺ ἔζησε ἀπὸ τὸ 66 π.Χ. μέχρι τὸ 24 περίπου μ.Χ., «ἔστι μὲν οὖν Ἑλλὰς καὶ ἡ Μακεδονία», ὅτι δηλαδή, «εἶναι λοιπὸν Ἑλλὰς καὶ ἡ Μακεδονία».

Ἂν ἔλειπαν λοιπὸν οἱ Μακεδόνες, νὰ ὑπερασπίζωνται ὡς γνησιώτατοι Ἕλληνες διαρκῶς τὴν Ἑλλάδα ἐναντίον τῶν βαρβάρων καὶ στὴ συνέχεια ὁ Μακεδὼν Μέγας Ἀλέξανδρος ἐπὶ κεφαλῆς ὅλων τῶν Ἑλλήνων, νὰ ἐξελληνίσῃ καὶ ἐκπολιτίσῃ μὲ τὴν μεγαλειώδη ἐκστρατείαν του ὁλόκληρη σχεδὸν τὴν τότε γνωστὴν ἀνθρωπότητα, ὁ Ἑλληνικὸς πολιτισμὸς θὰ παρέμενεν ἐκτεινόμενος εἰς τὰ ἀρχικά του στενώτατα ὅρια καὶ ἴσως ὑπὸ τὴν πίεσιν συντριπτικῶς πολυπληθεστέρων βαρβάρων τελικῶς νὰ ἐξέπνεε. Καὶ ἔτσι οὔτε ὁ λαμπρὸς πολιτισμὸς τῆς ἑλληνιστικῆς περιόδου θὰ ἀνεπτύσσετο, οὔτε καὶ ὁ Χριστιανισμός, τοῦ ὁποίου τὰ Εὐαγγέλια, πλὴν ἑνός, καὶ οἱ ἐπιστολὲς τῶν Ἀποστόλων ἐγράφησαν, διὰ νὰ κατανοοῦνται, εἰς τὴν καθολικῶς ὅμιλουμένην Ἑλληνικήν, καὶ τὰ δόγματα ἐσμίλευσαν κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν ἑλληνική τους παιδεία καὶ μὲ ἀπαράμιλλον ὄργανον τὴν ἀνεπανάληπτη ἑλληνική μας γλῶσσα, θὰ διεδίδετο ἀνὰ τὴν οἰκουμένην, ἀλλὰ θὰ παρέμενεν ὡς μία ἁπλῆ αἵρεσις ὀλίγων πιστῶν σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς Παλαιστίνης. Μὲ μία φράσι : ὁλόκληρος ὁ σημερινὸς πολιτισμὸς τῆς Δύσεως, μὲ τὶς ἑλληνικές του καταβολὲς καὶ τὴν χριστιανικήν του αὖραν, ὀφείλει αὐτὴν τὴν συγκρότησίν του εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ τοὺς Μακεδόνες ὡς τὸ αὐθεντικώτερον καὶ δυναμικώτερον τμῆμα τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ.

Καὶ αὐτὰ μὲν διαλαλοῦν αὐθεντικές, ἢδη ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα, ἱστορικὲς πηγές. Ὅμως οἱ ἄνθρωποι, ἀτελέστατα ὄντα τοῦ Σύμπαντος, κυριαρχοῦνται ὄχι σπανίως καὶ ἀπὸ τὸν δαίμονα τοῦ συμφέροντος, πρὸς ὑπηρέτησιν τοῦ ὁποίου καὶ θέτουν συνήθως τὸ ψεῦδος καὶ τὴν δύναμιν. Καὶ τὸ φαινόμενον, ὅταν ἀνακύπτῃ εἰς ἐνεργήματα συλλογικά, λαμβάνει διαστάσεις ἱστορικῆς τραγῳδίας, ποὺ κηλιδώνει ἀνεξίτηλα τὸν ἀνθρώπινον πολιτισμόν.

Ἔτσι καὶ τὸ λεγόμενον «Μακεδονικὸν ζήτημα» ἀνέκυψε κυριολεκτικῶς ἐκ τοῦ μηδενός, ἐναντίον κάθε ἱστορικῆς, γεωργαφικῆς καὶ ἐθνολογικῆς ἀληθείας, μόνον καὶ μόνον εἰς τὸ πλαίσιον ἀνόμων καὶ ἀνηθίκων ἐπεκτατικῶν ἐπιδιώξεων ἐξωβαλκανικῶν δυνάμεων, οἱ ὁποῖες, διὰ τὴν πραγματοποίησίν των, βασιζόμενες εἰς τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐπιρροήν τους, ἐξέθρεψαν ὄνειρα καὶ ἐδημιούργησαν ἀθεμελίωτες ἐπιθυμίες σὲ ἀνώριμες γειτονικὲς ἐθνικὲς ὁμάδες.

Συγκεκριμένως, τὂ «Μακεδονικὸν» ὑπεκινήθη, κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ παρελθόντος, 19ου, αίῶνος, ὡς φάσις τοῦ λεγομένου «ἀνατολικοῦ ζητήματος», δηλαδὴ τοῦ προβλήματος διαδοχῆς τῆς ὑπὸ κατάρρευσιν Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Τότε Μεγάλες Δυνάμεις, ἡ πολυεθνικὴ Αὐστροουγγρικὴ Μοναρχία ἐπιζητοῦσε δι’ ἴδιον λογαριασμὸν κάθοδον εἰς τὸ Αἰγαῖον καὶ ἡ Τσαρικὴ Ρωσία, οἰστρηλατουμένη ἀπὸ τὴν πανσλαβιστικὴν ἰδέαν, ἐπεδίωκε καὶ αὐτὴ τὸ ἴδιον μὲ ὄργανον τὴν ἐκσλαβισθεῖσαν νομαδικὴν τουρκικὴν φυλὴν τῶν Βουλγάρων. Ἐνῷ ἡ καθολικὴ Γαλλία ἀπέβλεπεν εἰς ἡγεμονεύουσαν ἐπιρροὴν κυρίως εἰς τοὺς Ἁγίου Τόπους, ἡ δὲ Μεγάλη Βρεταννία, ἐνδιαφερομένη διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς θαλασσίας ὁδοῦ, μέσῳ τῆς διώρυγος τοῦ Σουὲζ, πρὸς τὰς Ἰνδίας, τότε ἀποικίαν της, ἠγωνίζετο διὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ὀθωμανικῆς Αύτοκρατορίας, ὡς δυναμένης ἑκάστοτε εὐκολώτερον λόγῳ τῆς ἀδυναμίας της νὰ χειραγωγῆται. Ἐὰν κυρίως οἱ Μεγάλες αὐτὲς Δυνάμεις δὲν ἀνεμιγνύοντο, ἡ κάθε μιὰ γιὰ τὸ ἰδικόν της συμφέρον, εἰς τὰ τῆς Βαλκανικῆς, τὰ πράγματα θὰ ἐλάμβαναν τὴν φυσιολογικήν τους πορείαν : Τὴν καταρρέουσαν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν θὰ διεδέχετο ἠ Ἑλλὰς εἰς ὁλόκληρον τὴν γεωγραφικὴν Μακεδονίαν, ὅπου τὸ ἑλληνικὸν στοιχεῖον καὶ πληθυσμιακῶς καὶ πολιτιστικῶς, «ἐν μνημείοις σῳζομένοις καὶ λίθοις φθεγγομένοις» τοῦ παρελθόντος καὶ μὲ τὶς ἑκατοντάδες σύγχρονα Ἑλληνικὰ Σχολεῖα καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν οἰκονομίαν κατὰ μεγίστην πλειοψηφίαν εἰς τὰ χέρια του, συντριπτικῶς ὑπερεῖχε. Ἑλλὰς ὅμως ἐκτεινομένη καὶ πέραν ἀκόμη καὶ τῶν σημερινῶν ἑλληνικῶν συνόρων (ἀφοῦ θὰ περιελάμβανε ὁλόκληρον τὴν γεωγραφικὴν Μακεδονίαν) θὰ ἐματαίωνε τὶς παραπάνω ἐπεκτατικὲς ἐπιδιώξεις Μεγάλων ἐξωβαλκανικῶν Δυνάμεων. Καί, ἀκόμη, θὰ ἀποτελοῦσε ὑπολογίσιμον, ἀστάθμητον διὰ τὰ συμφέροντά των, παράγοντα εἰς τὴν Βαλκανικήν, καί, μὲ τὴν καταλυτικὴν εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς ὑπεροχὴν τοῦ τότε ἀκμάζοντος Ἑλληνισμοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τῆς Αἰγύπτου (Ἀλεξανδρείας), κλπ., εἰς ὁλόκληρον τὴν ἐν γένει νοτιοανατολικὴν λεκάνην τῆς Μεσογείου.

Ἔτσι προδιεγράφη ἀπὸ ὅλους εὐθέως ἀνθελληνικὴ πολιτική. Καὶ εἰς πρώτην φάσιν ἡ Τσαρικὴ Ρωσία ἐπεκράτησεν εἰς τὰς ἐπιδιώξεις της μὲ τὴν ὑπαγορευθεῖσαν ὑπ’αὐτῆς συνθήκην τοῦ Ἁγίου Στεφάνου (3ης Μαρτίου 1878). Μὲ αὐτὴν ἐδημιουργήθη «Μεγάλη Βουλγαρία», μὲ κάθοδον εἰς τὸ Αἰγαῖον καὶ ὁλόκληρον τὴν γεωγραφικὴν Μακεδονίαν μέχρι Θεσσαλονίκης. Ἀλλὰ ἡ ἐξαμβλωματικὴ αὐτὴ συνθήκη, πρὶν κἂν ἐφαρμοσθῇ, ἀνετράπη μόλις μετὰ τρίμηνον μὲ τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου τῆς 13ης Ἰουλίου 1878. Δι’αὐτῆς τότε μόλις ἱδρύθη ἡ Ἡγεμονία τῆς Βουλγαρίας, μὲ ἔδαφος τὴν μεταξὺ τοῦ Δουνάβεως καὶ τῆς ὀροσειρᾶς τοῦ Αἵμου περιοχήν, ὡς καὶ τὸ σαντζάκιον τῆς Σόφιας, καίτοι νοτίως κείμενον, ἡ δὲ νοτίως τοῦ Αἵμου περιοχὴ ἀπετέλεσε τὴν αὐτόνομον ἐπαρχίαν τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, ἐνῷ ὁλόκληρος ἡ Μακεδονία παρέμενεν ὑπὸ τὴν Ὀθωμανικὴν κυριαρχίαν. Οἱ παραπάνω ὅμως ἄνομες ἐπιδιώξεις ἁπλῶς εἶχαν ἀνασταλῆ. Ἔτσι τοὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς συστηματικοὺς ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους διωγμοὺς τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι καταφανῶς ὑπερτεροῦσαν πληθυσμιακῶς καὶ κυρίως πολιτιστικῶς εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ρωμυλίαν, ἠκολούθησε πραξικοπηματικὴ κατάληψίς της καὶ προσάρτησις εἰς τὴν Βουλγαρίαν μόλις μετὰ ἑπταετίαν, τὸ 1885, ἐνῷ ἡ μακρὰν ἀπέχουσα Ἑλλάς, λόγῳ παρεμβολῆς τῆς ὑπὸ Ὀθωμανικὸν ἀκόμη ζυγὸν Μακεδονίας, περιωρίσθη σὲ διαμαρτυρίες, ἀδυνατοῦσα νὰ ἀντιδράσῃ ἀποτελεσματικῶς. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν εὐκολίαν τοῦ ἐγχειρήματος ἁρπαγῆς τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας ἄνοιξεν ἡ ὄρεξις τῶν Βουλγάρων. Καὶ μὲ τὴν σκέψιν, ὅτι τὸ ἴδιο θὰ ἠμποροῦσε νὰ τελεσφορήσῃ καὶ εἰς τὴν Μακεδονίαν, ἐὰν αὐτὴ ὁμοίως αὐτονομεῖτο, ἐφευρέθη ἀκολούθως, μὲ ξένην πάντοτε ἐπίνευσιν καὶ ὑποστήριξιν, τὸ ἀπατηλότατον σύνθημα «ἡ Μακεδονία στοὺς Μακεδόνες» καὶ συνεκροτήθη καὶ ἔδρασεν ἡ λεγομένη Ε.Μ.Ε.Ο. («Ἐσωτερικὴ Μακεδονικὴ Ἐπαναστατικὴ Ὀργάνωσις»), ὅταν διεπιστώθη, ὅτι ἡ προηγηθεῖσα «Ἐξωτερικὴ» ὁμοία, λόγῳ τῶν ρητῶν ἐπιδιώξεών της προσαρτήσεως τῆς Μακεδονίας εἰς τὴν Βουλγαρίαν, δὲν εἶχε καμμίαν οὐσιαστικὴν εἰς τοὺς Μακεδόνες ἐπιρροὴν καὶ καμμίαν ἐκ τούτου πιθανότητα ἐπιτυχίας. Τὸ ὄργιον αἵματος καὶ ἡ ἐγκληματικὴ δράσις τῶν βουλγάρων κομιτατζήδων, ποὺ ἀπεδεκάτιζαν κατὰ προτίμησιν τοὺς Ἕλληνες προὔχοντες τῶν Μακεδονικῶν χωριῶν (τοὺς Προέδρους τῶν Κοινοτήτων, τοὺς Ἱερεῖς καὶ τοὺς Δασκάλους), ἐὰν δὲν ὑπέγραφαν αἴτησιν ὑπαγωγῆς των ἐκκλησιαστικῶς εἰς τὴν νεοσυσταθεῖσαν βουλγαρικὴν Ἐξαρχίαν, ἀνεκόπησαν, ἔστω καθυστερημένως, μὲ τὸν περίλαμπρον Μακεδονικὸν Ἀγῶνα τῆς περιόδου 1904-1908, εἰς τὸν ὁποῖον μετέσχον καὶ ἐθελοντὲς ἀπὸ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος (κυρίως τὴν ἀκόμη ὑπόδουλον Κρήτην καὶ τὴν Μάνην), ἀλλὰ τὸν ὁποῖον διεξήγαγον κυρίως ἁγνοὶ γηγενεῖς Μακεδόνες. Διὰ νὰ ἀκολουθήσῃ μὲ τοὺς νικηφόρους βαλκανικοὺς πολέμους ἡ ἀπελευθέρωσις καὶ ἔνταξις εἰς τὴν μητέρα Ἑλλάδα, δυστυχῶς ὄχι ὁλοκλήρου πάντως ὅμως, τοῦ μεγαλυτέρου τμήματος τῆς ἱστορικῆς Μακεδονίας.

Παρὰ ταῦτα ἡ εἰς βάρος καὶ αὐτοῦ ἐπιβουλὴ ἐσυνεχίσθη. Τὰ καθεστῶτα ριζικῶς ἀνετράπησαν, ἀλλὰ ὁ ἀνθελληνικὸς ἰμπεριαλισμὸς ἐξωβαλκανικῶν πάντοτε δυνάμεων ἀνθεῖ καὶ βασιλεύει. Τὸ σύνθημα τῆς αὐτονομήσεως τῆς Μακεδονίας τὸ βρῆκε ἕτοιμον καὶ ἐχρησιμοποίησε καὶ ἡ σταλινικὴ ἀπανθρωπία, ἤδη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ μεσοπολέμου, πρὸς τὸν ἴδιον σκοπόν, τῆς σοβιετικῆς πλέον ἐπεκτάσεως μέχρι καὶ τοῦ Αἰγαίου, κατὰ τὸ πρότυπον τῶν πανσλαβιστικῶν ὀνείρων. Ἡ ἑλληνικὴ ὅμως ἀντίστασις ὑπῆρξεν ἀποτελεσματική.

Τώρα τὰ φληναφήματα περὶ Μακεδονίας καὶ Μακεδόνων, ὡς δῆθεν ξεχωριστῆς ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ἐθνότητος, συνεχίζονται. Κατὰ τὸ σοβιετικὸν πρότυπον, πρὸς τὸν ἴδιον σκοπὸν τοῦ ἐθνικοῦ καὶ ἐδαφικοῦ μας ἀκρωτηριασμοῦ, ἀπὸ ἄλλους, θρηνητικῶς ἀνισχύρους καὶ ἐξαλλαγμένους σταλινικοὺς ἐπιγόνους. Ἀλλὰ μόνον χάρις σὲ ξένη κραταιὰ ὑποστήριξι ἐξωβαλκανικῶν δυνάμεων, ποὺ διαγκωνίζονται νὰ εὕρουν ὑπηρέτες καὶ νὰ δημιουργήσουν προγεφυρώματα καὶ προτεκτοράτα εἰς τὴν Βαλκανικήν, ἡ καθένας πρὸς ἴδιον συμφέρον καὶ εἰς τὸ πλαίσιον γενικωτέρων ἐπιδιώξεών των εἰς αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐρυτέραν περιοχήν.

Ἐναντίον βεβαίως πάντοτε κάθε ἱστορικῆς πηγῆς, χωρὶς κανένα ἀπολύτως ἔρεισμα καὶ μὲ πρωτοφανῆ εἰς τὰ παγκόσμια χρονικὰ πλαστογράφησιν τῆς Ἱστορίας. Εἰς πεῖσμα τῶν ὅσων οἱ ἀρχαῖες γραπτὲς πηγὲς μᾶς παραδίδουν περὶ τῆς ἑλληνικότητος τῆς Μακεδονίας καὶ περὶ τῶν Μακεδόνων ὡς φύλου ἑλληνικοῦ. Εἰς πεῖσματῶν καθημερινῶν εὑρημάτων τῆς ἀρχαιολογικῆς σκαπάνης εἰς τὸν Μακεδονικὸν χῶρον (Βεργίνα, Αἰανή, Δίον, Δισπηλιὸ Καστοριᾶς, κλπ.), ποὺ φἐρνει εἰς φῶς ἑλληνικὰ καὶ μόνον ἑλληνικὰ μνημεῖα, μὲ ἑλληνικὲς μόνον ἐπιγραφές. Εἰς πεῖσμα τῶν πορισμάτων τῆς συγχρόνου ἐπιστήμης τῆς Γενετικῆς, ἡ ὁποία, μὲ τὴν ἐξέτασιν τῶν συστημάτων πρωτεϊνικῶν καὶ ἐνζυμικῶν παραλλαγῶν ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰ συστήματα τῶν ὁμάδων αἵματος, ἀποφαίνεται αὐθεντικῶς, ὅτι καὶ οἱ σημερινοὶ κάτοικοι ὅλων τῶν νοτίως τοῦ Αἵμου περιοχῶν τῆς Βαλκανικῆς καὶ τῶν νησιῶν μέχρι καὶ τῆς Κρήτης καὶ τῆς Κύπρου, ἀνήκουν εἰς τὸν ἴδιον, τὸν ἑλληνικὸν γενετικὸν τύπον, μὲ καθαρωτέρους μάλιστα, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, τοὺς Μακεδόνας. Εἰς πεῖσμα ὅλων αὐτῶν καὶ μὲ μοναδικὴν ἐπίκλησιν τὸ σαθρώτατον ἀπὸ τὴν ὁμιλουμένην, παραλλήλως ὅμως πρὸς τὴν ἑλληνικήν, σλαβοφανῆ διάλεκτον σὲ μερικὰ μέρη τῆς Μακεδονίας. Σαθρώτατον, διότι, ὅπως ἀπέδειξεν, ἤδη ἀπὸ τὸ 1907, ὁ φλογερὸς Μακεδὼν, ἀπὸ τὴν Κορησσὸν τῆς Καστορίας, Κωνσταντῖνος Τσιούλκας, πρώην Γυμνασιάρχης τοῦ Ἑλληνικοῦ Γυμνασίου Μοναστηρίου, μὲ τὸ ἐκδοθὲν βιβλίον του «Συμβολαὶ εἰς τὴν διγλωσσίαν τῶν Μακεδόνων, ἐκ συγκρίσεως τῆς σλαβοφανοῦς Μακεδονικῆς γλώσσης πρὸς τὴν Ἑλληνικήν», πρόκειται οὐσιαστικῶς περὶ ἐπιβιούσης δωρικῆς διαλέκτου, μὲ ἐπιφανεικὰς μόνον, μὲ τὴν πάροδον τῶν αἰώνων καὶ τὰς ἐθνικὰς περιπετείας, ἀλλοιώσεις, κυρίως μὲ σλαβικὰ καταληκτικὰ ἐπιθέματα. Καὶ ἡ ἀπόδειξις αὐτὴ προσφέρεται μὲ τὴν σύγκρισιν πρὸς ἀντίστοιχες λέξεις ὁμηρικές, ἀλλὰ καὶ παρόμοιες τῆς Τσακωνικῆς διαλέκτου, ἡ ὁποία κοινῶς ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην τῆς Γλωσσολογίας ἀναγνωρίζεται ὡς δωρικὴ διάλεκτος. Ἂς σημειωθῇ, ὅτι νεώτερος διαπρεπὴς ἐπιστήμων, ὁ Καθηγητὴς Καρατζᾶς μὲ ὀγκῶδες βιβλίον του, ποὺ ἐξέδωσε τὸ 1966 εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην, εἰς τὴν γαλλικήν, ὑπὸ τὸν τίτλον “Les Tsacones”, ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ Τσάκωνες δὲν ἦσαν, ὅπως ἐπιστεύετο, Λάκωνες, ἀλλὰ Μακεδόνες ἱππεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν εῑχαν μεταναστεύσει σὲ ἀρχαίους χρόνους εἰς τὴν Πελοπόννησον. Ἔτσι ἡ ἀληθινὴ ἐπιστήμη συγκλίνει, ἀπὸ πολλὲς ἀφετηρίες, εἰς τὴν διαπίστωσιν, ὅτι οἱ Μακεδόνες ἦσαν ἐκ καταγωγῆς ἑλληνικὸν δωρικὸν φῦλον.

Ἀλλὰ οἱ ἐπίβουλοι δὲν ἐντρέπονται οὔτε ἐνώπιον τοῦ συντριπτικοῦ δεδομένου τῆς Ἱστορίας, ὅτι οἱ Σλάβοι ἀνεφάνησαν διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν Βαλκανικήν, εἰς τὸν Δούναβιν, μόλις κατὰ τὸ τέλος τοῦ 6ου μὲ ἀρχὲς τοῦ 7ου μετὰ Χριστὸν αἰῶνος, καὶ ἑπομένως αὐτοὶ καὶ οἱ σημερινοί των ἀπόγονοι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχουν ὁποιαδήποτε φυλετικὴν ἢ ἄλλην σχέσιν μὲ τούς, ἀπὸ πολλοὺς αἰῶνες πρὸ Χριστοῦ κατοικοῦντες εἰς τὴν Μακεδονίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔδωσαν καὶ τὸ ἑλληνικόν τους ὄνομα, Μακεδόνες (ἀπὸ τὸ ἀρχαῖον «μακεδνός»,ποὺ σημαίνει μακρύς, ὑψηλός). Καὶ τὸ πικρότατον εἶναι, ὅτι ἀκόμη καὶ αὐτοί, ποὺ σχετικῶς προσφάτως ἐβοήθησαν τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀποτρέψῃ καὶ ἐνόπλως τὴν παραπάνω εἰς βάρος τῆς Μακεδονίας μας ἐπιβουλήν, οἱ ἴδιοι πράττουν τώρα τὰ ἀντίθετα…

Ἡ Ἑλληνικὴ ἀπάντησις εἶναι μία : Ἀρνούμεθα κατηγορηματικῶς τὴν οἰκειοποίησιν ἀπὸ ἀλλοφύλους τῶν Ἑλληνικῶν ὀνομάτων «Μακεδονία» καὶ «Μακεδόνες». Ἐὰν ἐκάναμε τὸ ἀντίθετον, θὰ ἀκρωτηριάζαμε τὸ ἑλληνικόν μας παρελθὸν καὶ τὴν Ἱστορίαν τῆς ἐθνικῆς μας κοινότητος, ἀποκόπτοντες ἀπὸ αὐτὴν ὁλόκληρον τὴν περίοδον τοῦ Μακεδονικοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῶν Ἑλληνιστικῶν χρόνων, δηλαδὴ τὴν ἐνδοξοτέραν περίοδον ἕξη καὶ πλέον αἰώνων, αὐτῶν ποὺ ἐδημιούργησαν οὐσιαστικῶς τὸν σύγχρονον πολιτισμὸν τῆς ἀνθρωπότητος. Δηλαδή, κατὰ κυριολεξίαν θὰ αὐτοκτονούσαμε.

Ἀλλὰ δὲν αὐτοχειριαζόμεθα. Καὶ τονίζομεν :

Ἐμεῖς οἱ Μακεδόνες εἴμαστε ὑπερήφανοι γιὰ τὴν καταγωγήν μας. Καὶ εἴμαστε Ἕλληνες, ἀκριβῶς διότι εἴμαστε Μακεδόνες.

Ὅσοι ἄλλοι θέλουν νὰ λέγωνται Μακεδόνες καὶ ἡ χώρα των Μακεδονία, εἰς τὸ μέτρον ποὺ πράγματι εἶναι, ἀνήκουν δικαιωματικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα.

Καὶ ἂς μὴ λησμονοῦν : εἰς τὶς ἄνομες ἀκροβασίες ἀσχημονούντων καὶ ἀδικούντων ἡ Θεία Δίκη συνήθως ἐπιφυλάσσει πικρότατον τίμημα. Δὲν ἀποκλείει αὐτὴ ἡ σήμερον τόσον μετριοπαθὴς Ἑλλάς, ἐὰν οἱ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέψουν, νὰ ἐνθυμηθῇ καὶ τοὺς χιλιάδες ἑλληνογενεῖς, ποὺ ζοῦν ἀκόμη εἰς τὸ Σκοπιανὸν κρατίδιον καὶ νὰ ἀξιώσῃ ἐλλόγως καὶ τὴν περιέλευσιν εἰς τοὺς κόλπους της κάθε «Μακεδονίας» μετὰ τῶν ἔκεῖ ὁμογενῶν μας καὶ ὅσων ἄλλων, ἔστω καὶ ἀφρόνως, διαλαλοῦν ὅτι εἶναι «Μακεδόνες»…

Αὐτὰ σὲ συντομία εἶχα νὰ σᾶς ‘πῶ, κατὰ τὴν ἐκφρασθεῖσαν ἐπιθυμίαν σας, διὰ τὸ τεχνητὸν «Μακεδονικὸν ζήτημα». Μὲ αἰσιοδοξίαν ἑλληνικὴν καὶ τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι, ὅπως ἔγινε καὶ σὲ ἄλλες κρίσιμες περιόδους τοῦ ἱστορικοῦ μας βίου χιλιετηρίδων, καὶ αὐτὴ ἡ σύγχρονη ἐναντίον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐπιβουλὴ δὲν πρόκειται τελικῶς νὰ καρποφορήσῃ. Πάντοτε ἡ ἀλήθεια τελικῶς θριαμβεύει…

Ἐκφράζω καὶ πάλιν τὴν ἄμετρη χαρὰν καὶ συγκίνησίν μου γιὰ τὴν ἀποψινήν μας συνάντησιν. Τὴν ἀνάμνησιν τῆς ὁποίας καὶ θὰ διατηρήσουμε, οἱ δικοί μου καὶ ἐγώ, ἄσβεστη μέσα μας. Καὶ εὔχομαι εἰς ὅλους σας κάθε εὐτυχίαν καὶ χαράν, ἀτομικὴν καὶ οἰκογενειακήν.-

Το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.