Ξενοφών Στρατηγός

59

Ο Ξενοφώντας Στρατηγός, Έλληνας ανώτατος αξιωματικός του στρατού με το βαθμό του Αντιστρατήγου και πολιτικός που εκλέχθηκε βουλευτής και διατέλεσε Υπουργός Συγκοινωνιών δύο κυβερνήσεων, γεννήθηκε στις 19 Ιουλίου 1869 στην Κέρκυρα και πέθανε την Παρασκευή 11 Μαρτίου 1927 στο Νταβός της Ελβετίας, όπου νοσηλεύονταν με σοβαρή ασθένεια.

Πατέρας του ήταν ο Ιωάννης Στρατηγός. Ο Ξενοφών κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό σε νεαρή ηλικία και υπήρξε συμφοιτητής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων με τους Αμβρόσιο Φραντζή και Ιωάννη Μεταξά με τον οποίο ήταν αδερφικοί φίλοι. Αποφοίτησε από τη Σχολής Ευελπίδων στις 10 Αυγούστου 1890, με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού του Μηχανικού. Πήρε μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, μετά τον οποίο εστάλη για στρατιωτική μετεκπαίδευση στη Στρατιωτική Ακαδημία της Πρωσίας στο Βερολίνο, όπου από τις 7/19 Σεπτεμβρίου 1899 έως τις 5/18 Σεπτεμβρίου 1901, ήταν συμμαθητής με τους Ιπποκράτη Παπαβασιλείου και Ιωάννη Μεταξά.

Συμμετείχε στους Βαλκανικούς πολέμους και το Σεπτέμβριο του 1912, όταν όλες οι Ελληνικές μονάδες συμπληρώθηκαν και μεταφέρθηκαν σιδηροδρομικά στα ελληνοτουρκικά σύνορα στην Θεσσαλία, τέθηκαν υπό της διαταγές του Διαδόχου Κωνσταντίνου και του Γενικού του Επιτελείου, που το αποτελούσαν οι Υποστράτηγος Παναγιώτης Δαγκλής, Αντισυνταγματάρχης Βίκτωρ Δούσμανης και οι Λοχαγοί Ιωάννης Μεταξάς και Ξενοφών Στρατηγός. Το Επιτελείο εγκαταστάθηκε στο χάνι του Χατζηγώγου που βρισκόταν λίγα χιλιόμετρα από την τοποθεσία των στενών, ανάμεσα στα Πιέρια όρη, στα 821 μέτρα και τα Καμβούνια όρη, στα 1139 μέτρα, που σχημάτιζαν ένα ορεινό τείχος, το οποίο έμοιαζε απροσπέλαστο. Στις 8 το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου 1913, ο Στρατηγός και ο Ιωάννης Μεταξάς, υπέγραψαν το πρωτόκολλο της παραλαβής της πόλεως των Ιωαννίνων από τον Τούρκο αντισυνταγματάρχη Βεχήπ Μπέη. Στις 19 Μαΐου 1913 υπογράφηκε στη Θεσσαλονίκη η Συνθήκη Ειρήνης, Φιλίας και Συνεργασίας μεταξύ Ελλάδος και Σερβίας. Στις 19 Ιουνίου 1913 το Ελληνικό Γενικό Στρατηγείο εγκαταστάθηκε στο Μελισσοχώρι για να διευθύνει τις πολεμικές επιχειρήσεις. Αρχιστράτηγος ήταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και στο Επιτελείο του συγκαταλέγονταν ο Βίκτωρ Δούσμανης, ο Ιωάννης Μεταξάς και ο Ξενοφών Στρατηγός.

Το 1915 διορίστηκε επικεφαλής της Διευθύνσεως Πληροφοριών της Υπηρεσίας Επιτελείου Στρατού, και το Νοέμβριο του 1916, με το βαθμό του Συνταγματάρχη Μηχανικού, έγινε Υπαρχηγός-Αναπληρωτής αρχηγός της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού έως τον Ιούνιο του 1917, όμως τον ίδιο χρόνο, μετά την απομάκρυνση του βασιλιά, αποστρατεύθηκε από το καθεστώς του Ελευθέριου Βενιζέλου και στη συνέχεια φυλακίστηκε.

Οι Ξενοφών Στρατηγός, Βίκτωρ Δούσμανης, Ιωάννης Μεταξάς και Αθανάσιος Εξαδάκτυλος ήταν κατηγορούμενοι και δικάστηκαν στο έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών, από τις 7 Νοεμβρίου 1919 έως τις 14 Φεβρουαρίου 1920, με την εισηγητική έκθεση που έφερε την υπογραφή του Στυλιανού Κολοκυθά, εισηγητή του Α΄ Διαρκούς Στρατοδικείου, αδίκως κατηγορούμενοι για την παράδοση της Ανατολικής Μακεδονίας, του Δ΄ Σώματος Στρατού και άφθονου πολεμικού υλικού στα Γερμανικά και Βουλγαρικά στρατεύματα.

Στη «Δίκη του πρώην Επιτελείου», που οι εφημερίδες της εποχής την αποκάλεσαν και «Υπόθεση Ρούπελ», από την παράδοση του ομώνυμου οχυρού στους Βούλγαρους. Η δίκη άρχισε στις 25 Οκτωβρίου 1919 [4] και περατώθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1920. Η έκθεση χαρακτήριζε προδοτική τη στάση του Γενικού Επιτελείου, το οποίο είχε καταστεί «…την εποχήν εκείνην το κέντρον της αντιανταντικής και Γερμανοφίλου πολιτικής….» . Βασική κατηγορία υπήρξε η εσχάτη προδοσία για τους Δούσμανη και Μεταξά, διότι, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, συνωμότησαν για τη μεταβολή του καθεστώτος από Βασιλευομένη Δημοκρατία σε απόλυτο Μοναρχία, παρέδωσαν την Ανατολική Μακεδονία και τα οχυρά της στους Γερμανούς και Βουλγάρους, όπλισαν τους επιστρατευτικούς συλλόγους και τους παρακίνησαν σε εμφύλιο πόλεμο και παρέδωσαν σε πράκτορες της Γερμανίας, Αυστρίας και Βουλγαρίας κρατικά απόρρητα.
Η κατηγορία για τους Ξενοφώντα Στρατηγό και Αθανάσιο Εξαδάκτυλο ήταν ότι βοήθησαν τους Βίκτωρα Δούσμανη και Ιωάννη Μεταξά για την εκτέλεση των πράξεων εσχάτης προδοσίας.

Mε την απόφαση, οι Βίκτωρ Δούσμανης και Ιωάννης Μεταξάς κρίθηκαν: για τη μεταβολή του πολιτεύματος αθώοι, για παράδοση της Ανατολικής Μακεδονία αθώοι, για την παράδοση των οχυρών της Ανατολικής Μακεδονίας ομόφωνα ένοχοι, για τον εξοπλισμό των επιστράτων αθώος ο Δούσμανης και ομόφωνα ένοχος ο Μεταξάς, ενώ αθωώθηκαν για την παράδοση κρατικών εγγράφων. Στον Ιωάννη Μεταξά επιβλήθηκε η θανατική ποινή και στον Δούσμανη η ποινή των ισοβίων δεσμών. Οι Ξενοφών Στρατηγός και Αθανάσιος Εξαδάκτυλος κηρύχθηκαν αθώοι.

Ο Στρατηγός, στις εκλογές της 20ης Νοεμβρίου 1920, εκλέχτηκε βουλευτής της Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως, πληρεξούσιος της Κέρκυρας στην Γ’ Εθνική συνέλευση από τις 20 Νοεμβρίου 1920 έως το Μάρτιο του 1921, όταν επανήλθε στο Στράτευμα, ενώ του αποδόθηκαν οι βαθμοί του αναδρομικά και έγινε Υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Όταν ο Μεταξάς επέστρεψε στην Ελλάδα από την εξορία του στην Κορσική, συναντήθηκε με τον υπουργό στρατιωτικών Δημήτριο Γούναρη, με τον πρωθυπουργό Δημήτριο Ράλλη, με τον πρώην πρωθυπουργό Στέφανο Σκουλούδη, τον πρώην πρωθυπουργό Στέφανο Δραγούμη και απότισε φόρο τιμής στον τάφο του Ίωνα Δραγούμη, συναντήθηκε με τον συμφοιτητή του από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και φίλο του Ξενοφώντα Στρατηγό. Ο Μεταξάς που απέρριψε την πρόταση να αναλάβει αρχιστράτηγος της Μικρασιατικής εκστρατείας, απαντώντας στην ερώτηση αν μπορεί να προτείνει κάποιον άλλο, υπέδειξε τον Ξενοφώντα Στρατηγό.

Στις 15 Ιουλίου 1921, συμμετείχε στο μεγάλο πολεμικό συμβούλιο που συγκλήθηκε στη Μικρά Ασία. Η σύσκεψη πραγματοποιήθηκε στην Κιουτάχεια, στο οποίο πήραν μέρος ο πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης μαζί με τον υπουργό των Στρατιωτικών Νικόλαο Θεοτόκη. Πρόεδρός του συμβουλίου ήταν ο ασθενής βασιλιάς Κωνσταντίνος. Μέλη του οι Γούναρης, Θεοτόκης, Αναστάσιος Παπούλας, Κωνσταντίνος Πάλλης, ο αρχηγός της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού αντιστράτηγος Βίκτωρ Δούσμανης, ο Ξενοφών Στρατηγός και ο πρίγκιπας Ανδρέας. Όταν ο Δούσμανης πρότεινε να «μην σταματήσωμεν εις την Αγκυραν, αλλά να προχωρήσωμεν μέχρι του Αλυος ποταμού», 60 χιλιόμετρα ανατολικά της Αγκυρας, ο Θεοτόκης του απάντησε, «Συ θέλεις σιγά σιγά να φθάσωμεν έως την Περσίαν!». Δούσμανης: «Αυτήν την φοράν δεν πρέπει να μας διαφύγη ο Κεμάλ, πρέπει να τον πιάσουμε». Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος σχολιάζει ξαφνικά, «Ναι, αλλά διά να τον πιάσουμε, πρέπει και να θελήση να σταθή». Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα Στρατηγό, το συμβούλιο ολοκληρώθηκε με τους πάντες να θεωρούν «την επιχείρησιν και αναγκαίαν και εκτελέσιμον…».

Τον Αύγουστο του 1921, η Διοίκηση της Στρατιάς προσανατολίστηκε στην ιδέα να επανέλθει στην τοποθεσία που βρισκόταν μετά την 9η Ιουλίου, όταν η μάχη του Εσκή Σεχίρ είχε φέρει την ελληνική δύναμη σε πλεονεκτικότατη θέση και στις 22 Αυγούστου συνέταξε μια αναλυτική αναφορά, όπου τόνιζε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του σεναρίου συνέχισης της επιθέσεως. Ο Ξενοφών Στρατηγός ανέλαβε να την υποβάλλει στον Υπουργό των Στρατιωτικών Νικόλαο Θεοτόκη, με την ευκαιρία της επισκέψεως του τελευταίου στην Προύσα. Ο Στρατηγός αποστρατεύτηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1921, με το βαθμό του αντιστρατήγου.

Ο Ξενοφών Στρατηγός, γράφει ότι στις 6/19 Φεβρουαρίου 1922 το «Ανατολικόν Πρακτορείον» τηλεγραφούσε από την Άγκυρα, «Επαναστατικόν κίνημα οργανούται εν Σμύρνη κατ’ ενδεχομένης εκκενώσεως Μ.Ασίας. Μητροπολίτης Χρυσόστομος αντίθετος αρχικώς προς κίνημα, συνετάχθη κατόπιν προς τους οργανωτάς αυτού…». Στις 2 Μαρτίου 1922 ανέλαβε έως τις 3 Μαΐου 1922, το χαρτοφυλάκιο του Υπουργού Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση του Δημητρίου Γούναρη, το οποίο διατήρησε, στη συνέχεια, από τις 9 Μαΐου 1922 έως τις 28 Αυγούστου 1922 στην κυβέρνηση του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη.

Ο Ξενοφών Στρατηγός ήταν ο δεύτερος καλύτερος στρατιωτικός της παρατάξεως των Βασιλοφρόνων μετά τον Ιωάννη Μεταξά.

Στις 10 Σεπτεμβρίου 1922 εκδηλώθηκε το κίνημα των Βενιζελικών συνταγματαρχών Νικόλαου Πλαστήρα, Στυλιανού Γονατά και του αντιπλοίαρχου Δημητρίου Φωκά, διοικητή της ναυτικής βάσεως στη Χίο, οι οποίοι απαίτησαν την παραίτηση της κυβέρνησης και την απομάκρυνση του βασιλιά Κωνσταντίνου, που στις 14 Σεπτεμβρίου 1922 υποκύπτοντας στο τελεσίγραφο των επαναστατημένων μονάδων που βρίσκονταν στα ανοιχτά του Λαυρίου, παραιτήθηκε από τον θρόνο αφήνοντας τη θέση του στον πρωτότοκο γιο του Γεώργιο, και απομακρύνθηκε από την Ελλάδα. Η επαναστατική επιτροπή διόρισε την κυβέρνηση του Σωτηρίου Κροκίδα, ο οποίος στις 14 Νοεμβρίου, αντικαταστάθηκε από τον Στυλιανό Γονατά. Υπουργός Στρατιωτικών ανέλαβε ο Θεόδωρος Πάγκαλος που ανακηρύχθηκε «δικτάτωρ Αρχηγός της Επαναστάσεως», ενώ έντονη δράση ανέλαβαν αξιωματικοί οπαδοί των ακραίων λύσεων, όπως οι Αλέξανδρος Οθωναίος, Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος και ο Γεώργιος Κονδύλης.

Τον συνέλαβαν τη νύχτα της 14ης Σεπτεμβρίου 1922 ως ένα εκ των υπευθύνων της Μικρασιατικής καταστροφής. Σύμφωνα με το αποτέλεσμα της προανακρίσεως θεωρήθηκε ένοχος εσχάτης προδοσίας, δηλαδή ότι ηθελημένα και σκόπιμα παραχώρησε ελληνικά εδάφη στον εχθρό, όμως η κατηγορία του δόλου ήταν αστήρικτη, καθώς τα εδάφη από τα οποία εκδιώχθηκε ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, δεν ανήκαν ποτέ στην Ελληνική επικράτεια.

Αντίθετα με τους Θεόδωρο Πάγκαλο, Αλέξανδρο Οθωναίο, Αλέξανδρο Χατζηκυριάκο και Αλέξανδρο Παπαναστασίου οι οποίοι με επιτακτικό τρόπο ζητούσαν να γίνουν εκτελέσεις, ο Στυλιανός Γονατάς μαζί με τους Νικόλαο Πλαστήρα και Παναγιώτη Δαγκλή, ήθελε να γίνει μια κανονική δίκη των κατηγορουμένων για τη Μικρασιατική καταστροφή. Ο Φράνσις Οσ. Λίντλεϊ, πρέσβης της Αγγλίας στην Ελλάδα, ζήτησε και είδε τους Γονατά και Πλαστήρα, οι οποίοι τον καθησύχασαν ότι «…η Επανάσταση δεν εμφορείται από εκδικητές προθέσεις…», όπως εκείνος ανέφερε στην κυβέρνησή του, συμπληρώνοντας ότι η «Επαναστατική Επιτροπή», δηλαδή οι Στυλιανός Γονατάς ως αρχηγός, Νικόλαος Πλαστήρας, Λουκάς Σακελλαρόπουλος, Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος, Αχιλλέας Πρωτοσύγγελος και ο πλοίαρχος Δημήτριος Φωκάς που αργότερα παραιτήθηκε αδυνατώντας να αντιμετωπίσει την αδιαλλαξία του Χατζηκυριάκου, δεσμεύθηκε ότι όσοι συνελήφθησαν ως υπεύθυνοι για την Μικρασιατική Καταστροφή, δηλαδή οι Ξενοφών Στρατηγός, Δημήτριος Γούναρης, Γεώργιος Χατζανέστης, Μιχαήλ Γούδας, Νικόλαος Στράτος, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Νικόλαος Θεοτόκης και Γεώργιος Μπαλτατζής, θα δικαστούν από τακτικό δικαστήριο και όχι από έκτακτο ή στρατοδικείο.

Ο μετέπειτα δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος, μαζί με 300 κατώτερους αξιωματικούς, τους οποίους συγκέντρωσε στην αίθουσα του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός», εξέδωσαν ψήφισμα διά βοής, με το οποίο ζητούσαν την «…διά την άμεσον και αυστηράν τιμωρίαν των υπαιτίων της συμφοράς…». Συρόμενοι από τις εξελίξεις οι Γονατάς και Νικόλαος Πλαστήρας, με διάγγελμά τους στις 4/17 Οκτωβρίου, δηλώνουν ότι είναι «…επιβεβλημένη η παραδειγματική τιμωρία των εχθρών της Πατρίδος…»… και «..ο οριστικός, ηθικός και πολιτικός, θάνατος των πολιτικών της καταστροφής». Την ίδια εποχή έφτασε στην Αθήνα ο Νικόλαος Πολίτης, ως εκπρόσωπος του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Την επόμενη ημέρα από την άφιξη του Πολίτη, ο Νικόλαος Λούρος, τότε πρύτανης του πανεπιστημίου Αθηνών, κλήθηκε σε σύσκεψη, στο Εμπορικό Επιμελητήριο, προκειμένου να συζητηθεί «..θέμα μεγίστης εθνικής σπουδαιότητος». Εκεί ο αντισυνταγματάρχης Νότης Μπότσαρης αξίωσε από τους παριστάμενους να υπογράψουν δήλωση με την οποία να ζητούν την παραδειγματική τιμωρία των προφυλακισμένων, ενώ ανάλογη ήταν η θέση και του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Μετά την άρνηση των παρόντων, ο Πολίτης συγκάλεσε σύσκεψη των στελεχών του Βενιζέλου, οι οποίοι εκτίμησαν ως απαραίτητη «..την ανάγκην διά παραδειγματικήν τιμωρίαν των ενόχων», εννοώντας την με κάθε μέσο επιβολή της ποινής του θανάτου.

Στις 6 Οκτωβρίου συστάθηκε ανακριτική επιτροπή υπό την προεδρία του Θεόδωρου Πάγκαλου, ο οποίος στις 7 Οκτωβρίου διέταξε την απομόνωση όσων πολιτικών και στρατιωτικών κρατούνταν στις φυλακές Αβέρωφ. Η πρότασή τους συνοδεύτηκε από συλλαλητήριο προσφύγων της Μικράς Ασίας, την Κυριακή 9 Οκτωβρίου στην πλατεία Συντάγματος, το οποίο επισφράγισε την ήδη ειλημμένη απόφαση της παραπομπής των θεωρούμενων ως ενόχων της Μικρασιατικής καταστροφής. Στο συλλαλητήριο μίλησε πρώτος ο Στυλιανός Γονατάς και στη συνέχεια ο Πλαστήρας, από τον εξώστη της Βουλής, ακριβώς πάνω από εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ο Άγνωστος Στρατιώτης, που απέδωσε όλα τα δεινά στους πολιτικούς, οι οποίοι «…με την ευτέλεια και την ανανδρία η οποία πάντοτε τους εχαρακτήρισεν…» επιχείρησαν να μεταθέσουν τις ευθύνες στους στρατιωτικούς «…Και είπαν: Η ήττα, η συμφορά είναι του στρατού, επειδή ο στρατός δεν ηθέλησεν να πολεμήσει. Συκοφαντία! Ο αγών είχε προδοθή!…». Την ίδια ώρα Στρατιωτικά αεροπλάνα έριχναν προκηρύξεις συμπαραστάσεως του Στρατού και του Στόλου στον λαό, ενώ τα Ψηφίσματα που εκδόθηκαν στο συλλαλητήριο, παραδόθηκαν στον πρωθυπουργό Σωτήριο Κροκιδά. Στις 14 Οκτωβρίου 1922 δημοσιεύθηκε το διάταγμα «Περί συστάσεως και λειτουργίας Εκτάκτου Στρατοδικείου προς εκδίκασιν των κατά των υπαιτίων της εθνικής καταστροφής κατηγοριών», που υπογράφεται από τους Στυλιανό Γονατά, Νικόλαο Πλαστήρα, Λουκά Σακελλαρόπουλο, Γέροντα, Αλέξανδρο Χατζηκυριάκου. Το διάταγμα περιλάμβανε σε δύο κεφάλαια όλες οι διαδικασίες και τις ποινές που θα επιβληθούν, ενώ στο ακροτελεύτιο άρθρο του ορίζεται ότι «…κατά των υπό του Εκτάκτου Στρατοδικείου εκδιδομένων αποφάσεων ουδέν χωρεί τακτικόν ή έκτακτον ένδικον μέσον, η εκτέλεσις δε αυτών γίνεται συμφώνως τοις κειμένοις νόμοις, διαταγή της Επαναστατικής Επιτροπής…».

Στις 17/30 Οκτωβρίου ο Πολίτης σε επιστολή του στον Ελευθέριο Βενιζέλο, αναφέρει ότι ήταν σίγουρος πως, αν το κόμμα των Φιλελευθέρων κατερχόταν στις εκλογές αντιμέτωπο με τα άλλα κόμματα, με καθαρά δικούς του συνδυασμούς, θα αποτύγχανε, ενώ αναφερόμενος στους κατηγορουμένους γράφει, «…Η ανάκρισις βαίνει προς το τέρμα της και ήδη ήρχισεν η απολογία των κατηγορουμένων. Ταυτοχρόνως, η Επαναστατική Επιτροπή απεφάσισε την συγκρότησιν εκτάκτου στρατοδικείου, όπερ θα αρχίση να λειτουργή την προσεχή εβδομάδα. Η δίκη θα διαρκέσει ολίγας μόνον ημέρας και αν απολήξη εις θανατικάς αποφάσεις, η Επαναστατική Επιτροπή εννοεί να προβή εις την άμεσον εκτέλεσιν αυτών…». Στις 3 Νοεμβρίου με νέα έκθεσή του, ο Άγγλος πρέσβης, ενημέρωσε την κυβέρνηση του ότι οι δυο συνταγματάρχες υπαναχώρησαν και δεν τήρησαν την υπόσχεσή τους. Στους λόγους της αφίξεως του Πολίτη στην Αθήνα αναφέρθηκε και ο Δημήτριος Γούναρης λέγοντας στην απολογία του, «..Διατί άλλο ήλθεν ο Πολίτης; Διατί άμα έφθασεν αυτός μετεβλήθησαν αι αποφάσεις των επαναστατών και ιδρύθη το έκτακτον στρατοδικείον;…».

Στην έναρξη της δίκης και αφού οι κατηγορούμενοι άκουσαν το κατηγορητήριο, ο Γούναρης δήλωσε, «…Δεν έχει τίποτε που να στηρίζεται μέσα εις τον κατηγορητήριον και αυτό με ανησυχεί. Έχουν εξασφαλίσει την καταδίκη μας και δεν καταβάλλουν προσπάθειαν δια να δημιουργήσουν λόγους φαινομενικώς ισχυρούς», ενώ παραβρέθηκε ελάχιστες φορές στην ακροαματική διαδικασία, λόγω του ότι έπασχε από υψηλό πυρετό έπασχε από υψηλό πυρετό. Στις 7 Νοεμβρίου ο δικηγόρος Σωτηριάδης που τον εκπροσωπούσε, ζήτησε την αναβολή της δίκης καθώς ο Γούναρης νοσηλεύονταν στην κλινική Ασημακοπούλου, με υψηλό πυρετό και η διάγνωση ήταν ότι έπασχε από τύφο βαριάς μορφής, όμως το αίτημα απορρίφθηκε από τον Αλέξανδρο Οθωναίο, πρόεδρο του έκτακτου στρατοδικείου. Για την απολογία του συνέταξε υπόμνημα 67 σελίδων, το οποίο δεν μπόρεσε να παρουσιάσει καθώς εξαντλήθηκε και μεταφέρθηκε στην ιδιωτική κλινική. Την απολογία του διάβασε ο γραμματέας του Στρατοδικείου, ενώ αυτή ολοκληρώθηκε με υπόμνημα μέσω του συνηγόρου του.

Το κείμενο του Γούναρη ήταν γραμμένο σε εξαίρετα και κατανοητά ελληνικά, αλλά με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να αναπληρώσει τη φυσική παρουσία του κατηγορούμενου. Στην απολογία του αντέκρουσε τις κατηγορίες και είπε ότι η κυβέρνηση κατέβαλε κάθε προσπάθεια για να φέρει σε αίσιο πέρας την Μικρασιατική εκστρατεία, όπου ο στρατός αυξήθηκε από 80-90.000 σε 220.000, ενώ ανέφερε ότι «και τα προς στρατιωτικήν δράσιν απαιτούμενα πολεμικά εφόδια πλουσίως επρομηθεύσαμεν και πάντα τα προς συντήρησιν αυτού καθ’ όλον το διάστημα μετ’ αφθονίας παρέσχομεν». Χαρακτήρισε τη Μικρασιατική καταστροφή ως «επελθόν εν Μ. Ασία στρατιωτικόν ατύχημα» για το οποίο δεν έχει καμία ευθύνη, καθώς «…δεν εγένετο δυνατόν να στεφθεί υπό επιτυχίας η Μικρασιατική επιχείρησις, εις ην όχι ημείς, αλλ’ η προκάτοχος ημών κυβέρνησις είχεν αποδυθή υπό περιστάσεις ων η ελαττωματικότης δεν βαρύνει ημάς, αλλ’ αυτήν». Απέκρουσε την ελληνικότητα του εδάφους που κατέλαβαν οι Τούρκοι, αφού «ούτε δικαίω ούτε πράγματι αληθεύει τοιούτος ισχυρισμός» διότι η Συνθήκη των Σεβρών ουδέποτε επικυρώθηκε από τις δυνάμεις που την υπέγραψαν, ούτε καν από την Ελλάδα και συμπλήρωσε «Αλλ’ ούτε και πράγματι ήτο μέρος της Ελληνικής Επικρατείας το έδαφος τούτο».

Στη δίκη ο μάρτυρας Υποστράτηγος Πέτρος Σουμίλας, ο οποίος το 1921 ήταν Διοικητής μιας εκ των Μεραρχιών του 3ου Σώματος Στρατού, υποστήριξε ότι οι επιχειρήσεις το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου, «ήταν λάθος» και ότι «ουδέν απέδωσαν». Ο Ξενοφών Στρατηγός του διάβασε δελτία του 3ου Σώματος στις αρχές του Ιουλίου του 1921, τα οποία ανέφεραν ότι το «…Ηθικόν 23ης Τουρκικής μεραρχίας αλλά και όλου του εχθρικού στρατού καταπεπτωκώς και ελεεινόν, τραυματίαι αμέτρητοι, λιποτάκται 53% της δυνάμεως της Μεραρχίας..». Στη συνέχεια ο Στρατηγός ρώτησε τον Σουμίλα αν τα δελτία αυτά έλεγαν αλήθεια ή ψέμματα και ο Σουμίλας που ήρθε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, παραδέχθηκε ότι τα έγγραφα έλεγαν την αλήθεια.

Πρώτος από τους κατηγορούμενους απολογήθηκε ο Γεώργιος Χατζηανέστης και ακολούθησαν κατά σειρά, ο Νικόλαος Θεοτόκης και ο Ξενοφών Στρατηγός που είχε ορίσει ως συνήγορο του το δικηγόρο Αθηνών Οικονομίδη. Στην απολογία του ο Στρατηγός ανέφερε ότι δεν ήταν σύμφωνος με τη μετάβαση του βασιλιά στο μέτωπο και την ανάθεση σ’ αυτόν καθηκόντων αρχιστρατήγου, αλλά υπερίσχυσε η γνώμη του Βίκτωρα Δούσμανη, με αποτέλεσμα ν’ αρχίσουν οι διενέξεις μεταξύ Στρατιάς και Επιτελείου. Επίσης ότι ήταν αντίθετος με την ανάθεση καθηκόντων ως αρχηγού Στρατιάς στον Χατζηανέστη, τον οποίο θεωρούσε ακατάλληλο «…λόγω της αυστηράς και μονοκόμματης μεθόδου που διοικεί», αλλά δεν είχε καμία αρμοδιότητα να εκφέρει άποψη. Προτού καταλήξει ανέφερε ότι, «…Από τα δεκαπέντε σημεία της κατηγορίας, κύριοι στρατοδίκες, δεν κατάφερα να βρω ούτε έναν κόκκο ενοχής να βαραίνει τους ώμους μου. Δεν ήμουν στρατιωτικός σύμβουλος της κυβέρνησης και δεν μπορώ να βρω τους λόγους για τους οποίους κατέθεσε όσα κατέθεσε εναντίον μου ο Σαρηγιάννης. Όσο για την εκστρατεία του Σαγγαρίου, θα ήθελα να είχα την ευθύνη, ώστε να πω προς αυτούς που την αποφεύγουν: ‘’Μην τρέμετε πανικόβλητοι. Εγώ αναλαμβάνω την ευθύνη!»….{…}… Η Ελλάς, κύριοι στρατοδίκες, έπεσε υπέρ του πολιτισμού και των δούλων αδελφών της. Υπέκυψε, και η πτώση της υπήρξε ένδοξη. Αλλά η Ελλάς θα ανανήψει και πάλι, διότι κράτη με τέτοια συναισθήματα δεν χάνονται ποτέ. Γι’ αυτό ας μην βλέπουμε μόνο την καταστροφή. Είναι ανάγκη να πάψουμε να ρίχνουμε το φταίξιμο στους άλλους και να αναζητούμε προδότες. Κανένας, όσο κι αν βασανίσει την συνείδησή του, δεν θα βρει ότι η Ελλάς εξέθρεψε προδότες. Η Ελλάς ηττήθηκε, αλλά δεν ατιμάστηκε. Καμία επίβουλη ενέργεια δεν ήταν δυνατόν να μεταβάλει τους Έλληνες μαχητές σε φυγάδες. Αίτια της ήτταν υπάρχουν, αλλά αίτια του πανικού όχι. Όταν ένα στράτευμα αναγκαστεί να εγκαταλείψει όλο το τροχαίο υλικό του, περιέρχεται σε κατάσταση πανικού. Αυτό είναι το αίτιο της καταστροφής. …{…}….Περιμένω, κύριοι δικαστές, με ηρεμία την απόφασή σας. Εξάντλησα κάθε σωματική και πνευματική δύναμη υπέρ της πατρίδας. Ήδη παραδίδω την τιμή και την υπόληψή μου σε έντεκα τίμιους αξιωματικούς της ξηράς, του στρατού και της στρατιωτικής δικαιοσύνης».

Στη συνέχεια απολογήθηκαν ο Μιχαήλ Γούδας, ο Γεώργιος Μπαλτατζής και τελευταίος έκλεισε τον κύκλο των απολογιών, ο Νικόλαος Στράτος, ενώ ο Χατζηανέστης δευτερολόγησε και έκλεισε τις απολογίες των κατηγορουμένων, λίγη ώρα μετά τα μεσάνυχτα της 14ης προς την 15η Νοεμβρίου. Ο Ιωάννης Μεταξάς με επιστολή του, για την οποία είχε τη συγκατάθεση του πρωθυπουργού Σωτηρίου Κροκιδά, ζήτησε από το υπουργικό συμβούλιο να επιτραπεί στους κατηγορουμένους η άσκηση εφέσεως, πρόταση που απέρριψε η επαναστατική επιτροπή, έτσι στις 10 Νοεμβρίου παραιτήθηκε ο υπουργός εξωτερικών Νικόλαος Πολίτης και τον ακολούθησε όλη η κυβέρνηση Κροκιδά, ώστε τέσσερις μέρες αργότερα να σχηματιστεί η κυβέρνηση του Στυλιανού Γονατά.

Ο Ιωάννης Μεταξάς με επιστολή του, για την οποία είχε τη συγκατάθεση του πρωθυπουργού Σωτηρίου Κροκιδά, ζήτησε από το υπουργικό συμβούλιο να επιτραπεί στους κατηγορουμένους η άσκηση εφέσεως, πρόταση που απέρριψε η επαναστατική επιτροπή, έτσι στις 10 Νοεμβρίου παραιτήθηκε ο υπουργός εξωτερικών Νικόλαος Πολίτης και τον ακολούθησε όλη η κυβέρνηση Κροκιδά, ώστε τέσσερις μέρες αργότερα να σχηματιστεί η κυβέρνηση του Στυλιανού Γονατά. Υπάρχουν βάσιμες πληροφορίες, το αναφέρει ο βενιζελικός ιστορικός Φοίβος Γρηγοριάδης, ότι ο Θεόδωρος Πάγκαλος εισήλθε στην αίθουσα που συνεδρίαζαν οι στρατοδίκες για να αποφασίσουν την τύχη των «έξι», επηρεάζοντας σημαντικά την τελική απόφαση τους, η οποία θα ήταν μετριοπαθέστερη, καθώς, κατά πάσα πιθανότητα, θα τουφεκίζονταν τέσσερις και θα διασώζονταν ο Νικόλαος Στράτος.

Η ετυμηγορία του έκτακτου επαναστατικού Στρατοδικείου ανακοινώθηκε στις 6:40 το πρωί της 15ης Νοεμβρίου, από τον Πρόεδρο Αλέξανδρο Οθωναίο, «….Εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Β’ το Έκτακτον Στρατοδικείον συσκεφθέν κατά νόμον, κηρύσσει παμψηφεί τους μεν Γεώργιον Χατζηανέστην, Δημήτριον Γούναρην, Νικόλαον Στράτον, Πέτρον Πρωτοπαπαδάκην, Γεώργιον Μπαλτατζήν και Νικόλαον Θεοτόκην εις την ποινήν του Θανάτου. Τους δε Μιχαήλ Γούδαν και Ξενοφώντα Στρατηγόν εις την ποινήν των ισοβίων δεσμών. Διατάσσει την στρατιωτικήν καθαίρεσιν των Γεωργίου Χατζανέστη αρχιστρατήγου, Ξενοφώντος Στρατηγού υποστρατήγου και Μιχαήλ Γούδα υποναυάρχου και επιβάλλει αυτούς τα έξοδα και τέλη. Επιδικάζει παμψηφεί χρηματικήν αποζημίωσιν υπέρ του Δημοσίου κατά του Δημητρίου Γούναρη δραχμών 200 χιλιάδων, Νικολάου Στράτου δραχμών 335 χιλιάδων, Γεωργίου Μπαλτατζή και Νικολάου Θεοτόκη δραχμών 1 εκατομμυρίου και Μιχαήλ Γούδα δραχμών 200 χιλιάδων».

Αμνηστεύθηκε, λόγω ασθενείας, λίγο καιρό μετά τη καταδίκη του και μετέβη στην Ελβετία, όπου αφοσιώθηκε στο γράψιμο, τη σύνταξη μιας μελέτης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, η οποία δημοσιεύθηκε το το 1925, καθώς και μια μετάφραση έργου για τη στρατιωτική τακτική, στην Ελληνική γλώσσα. Απεβίωσε στο Νταβός της Ελβετίας, σε ηλικία πενήντα οκτώ ετών. Η σορός του, μετά από πρόταση που κατατέθηκε και συζητήθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και ετάφη με κυβερνητική μέριμνα.

Έγραψε και δημοσίευσε το έργο «Η Ελλάς εν Μικρά Ασία. Ιστορική επισκόπησις: Επί τη βάσει επισήμων εγγράφων και πηγών», το 1925 στην Αθήνα. Το βιβλίο καλύπτει μια περίοδο δώδεκα χρόνων, από το κίνημα του 1909 μέχρι την καταστροφή του 1922. Στον πρόλογο του βιβλίου ο Στρατηγός αναφέρει ότι στόχος του είναι να παρουσιάσει τη Μικρασιατική υπόθεση στην πραγματική και αληθινή της υπόσταση. Στηρίζεται σε επίσημες πηγές και έγγραφα καθώς και στην προσωπική του εμπειρία. Η πραγματεία του αποτελεί μια πολύτιμη πηγή πληροφοριών, με εξαιρετικό ενδιαφέρον καθώς περιέχει πολλά ανέκδοτα ελληνικά διπλωματικά έγγραφα της εποχής από το αρχείο του. Παραθέτει κρίσιμες πληροφορίες, όπως τον τρόπο με τον οποίο ο Κεμάλ εξασφάλισε χρήματα, όπλα και εφόδια, τη στιγμή που το οθωμανικό οπλοστάσιο, το θησαυροφυλάκιο, και τα κύρια αστικά κέντρα της Τουρκίας ήταν στην κατοχή των Συμμάχων. Παραθέτει πληροφορίες για τις πυρετώδεις προετοιμασίες των αντιπάλων στρατευμάτων πριν τη μάχη της Άγκυρας και μια τεκμηριωμένη εκδοχή για το τι θα συνέβαινε αν οι Ελληνικές δυνάμεις καταλάμβαναν την Άγκυρα.

Μετέφρασε στα Ελληνικά και δημοσίευσε το «Entwicklung der Taktik im Weltkriege» του William Balck.

Cover H ELLAS EN MIKRA ASIA.png

Το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.