Αντόνιο Κόρσο: «Απάντηση στην συγγραφέα άρθρου για τον Τύμβο Καστά στην Αμφίπολη»

831

Μια ερευνήτρια από την Αθήνα δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο ‘Visualising the gods in Macedonia’ («Απεικονίζοντας τους θεούς στην Μακεδονία») στο ολλανδικό περιοδικό ‘Pharos’, τόμος no. 22, τόμος 1, με ονομαστική ημερομηνία της έκδοσης το 2016, αλλά με πραγματική το 2018, στις σελίδες 73-98.

Στις σελίδες 83-84, γράφει:
«Μια ακόμη αρπαγή της Περσεφόνης ήλθε στο φως στην Αμφίπολη το 2014, ξανά σε ένα πλαίσιο ταφικό. Το μωσαϊκό, που βρέθηκε σε τάφο στον τύμβο Καστά, ανακαλεί τις τοιχογραφίες της Βεργίνας, εκτός του ότι ο Άδης βρίσκεται επί άρματος δύο ίππων. Αν και μόνον γνωστόν από φωτογραφίες δημοσιευμένες στον καθημερινό τύπο και το διαδίκτυο, φαίνεται πως η παλέτα τεσσάρων χρωμάτων έδωσε την θέση της στην πολυχρωμία (που περιλαμβάνει το μπλε). Το μωσαϊκό της Αμφίπολης έχει συγκριθεί με τα μωσαϊκά του ύστερου 4ου αιώνος από την Πέλλα αλλά το χρωματικό πλαίσιο είναι εντελώς διαφορετικό. Τα μωσαϊκά της Πέλλας ακολουθούν την τετραχρωματική παλέτα όπως μπορεί να παρατηρηθεί σε σύγκριση με το μωσαϊκό της Αμφίπολης με την αρπαγή της Ελένης και το κυνήγι λιονταριού από την Πέλλα. Το μωσαϊκό της Αμφίπολης είναι το μοναδικό μωσαϊκό που απεικονίζει ανθρώπινη φιγούρα που έχει βρεθεί μέχρι σήμερα σε μακεδονικό τάφο, αλλά κανένα στοιχείο που να αφορά στην ηλικία του δεν έχει γίνει ακόμη δημοσίως γνωστό».

Θα ήθελα να δηλώσω τα παρακάτω, όσον αφορά στις δηλώσεις ως άνω. Έχω δημοσιεύσεις για τα μωσαϊκά της αρχαίας πόλεως του Πατάβιουμ στην Ιταλία και συνεπώς έχω αντίληψη όλων των ειδικών βιβλιογραφικών συνεισφορών για τα μωσαϊκά.

Η εν λόγω ερευνήτρια ισχυρίζεται πως κανένα στοιχείο δεν έχει ως τώρα δημοσιευθεί που να αφορά στην χρονολόγηση του βοτσαλωτού μωσαϊκού με τον Άδη να απαγάγει την Κόρη.

Αυτό δεν είναι ορθόν.

Πρώτον, η όμοια χρήση της τεχνικής του βοτσαλωτού μωσαϊκού κάνει βεβαία την χρονολόγηση μεταξύ 4ου και 3ου π. Χ. αιώνος, επειδή μετά την πρώιμη Ελληνιστική περίοδο αυτή η τεχνική υποπίπτει σε αχρησία και διαδίδεται περισσότερο η τεχνική opus tessellatum.

Δεύτερον, έχω δημοσιεύσει πολλά στοιχεία που υποδεικνύουν την ηλικία του μωσαϊκού στον ύστερο 4ο αιώνα π. Χ. Το άρθρο μου έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό JIIA του 2015 και τα συμπεράσματά μου έχουν γίνει δεκτά από πολλούς ερευνητές. Έτσι, δεν είναι ορθόν να ειπωθεί πως αυτό το μωσαϊκό είναι χωρίς βιβλιογραφία.

Τρίτον, η Δρ. Περιστέρη έχει φέρει στη δημοσιότητα τόσο νομίσματα όσο και κεραμικά που επιβεβαιώνουν την ηλικία του μωσαϊκού στον ύστερο 4ο π.Χ. αιώνα. Αυτά τα υλικά έχουν δημοσιευθεί σε εξαιρετικές παρουσιάσεις στα Μακεδονικά συνέδρια που έλαβαν χώρα στην Θεσσαλονίκη τον Μάρτιο του 2016 και τον Νοέμβριου του 2017. Η εν λόγω ερευνήτρια του άρθρου που εμφανίστηκε στο περιοδικό Pharos έλαβε μέρος στο δεύτερο συνέδριο, συνεπώς δεν μπορεί να τα αγνοεί. Αυτές οι εισηγήσεις θα δημοσιευθούν στα Πρακτικά των δύο συνεδρίων.

Η ερευνήτρια επίσης υπονοεί πως το μωσαϊκό μπορεί να είναι νεώτερης ηλικίας, επειδή της φαίνεται όχι τετραχρωματικό (τετραχρωμία είναι η αποκλειστική χρήση του λευκού, του μαύρου, του κίτρινου και του κόκκινου).

Παρόλα αυτά, κανείς αρχαίος συγγραφέας δεν βρίσκεται να έχει πει πως η τετραχρωμία έπρεπε να εφαρμόζεται στα μωσαϊκά. Η χρήση της σχετίζεται μόνον με την ζωγραφική πινάκων (tabulae pictae).

Σε κάθε περίπτωση, η περίσταση στην οποία κάποιος χρησιμοποίησε τετραχρωμία στις ύστερες κλασσικές ημέρες δεν σημαίνει πως την χρησιμοποιούσαν όλοι. Η έννοια πως μη-τετραχρωματικές απεικονίσεις και μωσαϊκά θα έπρεπε να χρονολογηθούν μετά τον 4ο π.Χ. αιώνα είναι όχι λογική.

Υπονοεί αυτή την αντίληψη: πως οι εικαστικές τέχνες είναι ομοιόμορφες σε ορισμένες περιόδους, που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Η κλασσική περίοδος είναι πολυσυλλεκτική και διαφορετικά πρότυπα συνυπάρχουν μερικές φορές στο ίδιο ακριβώς μνημείο: ήδη ο Schweitzer έχει το σημειώσει στην κρίσιμη μελέτη του για τα γλυπτά του Παρθενώνα. Ο Waywell το τονίζει στο βιβλίο του σχετικά με τα γλυπτά του Μαυσωλείου κοκ.

Σε κάθε περίπτωση, το μωσαϊκό του τύμβου Καστά μου φαίνεται τετραχρωματικό. Το σκούρο χρώμα που ονομάστηκε «atramentum» από τον Πλίνιο (35. 50) θα έπρεπε να ταυτοποιηθεί με το χρώμα των σκούρων σταφυλιών ή το σκούρο μπλε που χρησιμοποιείται στο μωσαϊκό εν λόγω.

Τέλος, βρίσκει η ερευνήτρια περίεργο πως αυτό είναι το μόνο σωζόμενο μωσαϊκό σε τύμβο: με αυτό το στοιχείο να οδηγεί επίσης και ίσως σε νεότερη ηλικία. Αυτή η συλλογιστική είναι ευθέως μη πειστική. Η ερευνήτρια αγνοεί πως διαθέτουμε μόνον ελάχιστο μέρος απ’ ό,τι υπήρξε στους αρχαίους χρόνους.

Όπως έγραψε ο Stewart στην εισαγωγή του στα Πρακτικά του συνεδρίου για τον Σκόπα: απουσία αποδείξεων δεν είναι απόδειξη απουσίας.

Επιπλέον, συχνά οι κλασσικοί ήθελαν να είναι καινοτόμοι ακόμα και εκκεντρικοί: στις εικαστικές τέχνες, η εύρεσις ή inventio νέων προτύπων ήταν στοιχείο άξιο καλού λόγου από τους κριτικούς. Για παράδειγμα, ο Ζεύξης ήταν υπερήφανος που εφηύρε τις φιγούρες των θηλυκών Κενταύρων, πιο πριν άγνωστες. Δεν βλέπω κάποιο πρόβλημα σ’ αυτό.
Η έννοια πως σε ορισμένες εποχές ο καθένας έπρεπε να κάνει το ίδιο πράγμα εμένα μου φαίνεται προσβλητική προς τους παλαιότερους, οι οποίοι αντιθέτως επεδίωκαν την γνησιότητα, όπως μαθαίνουμε από αρχαίους κριτικούς των εικαστικών τεχνών.

Αυτή η αναφορά στο άρθρο του περιοδικού Pharos αποκαλύπτει μια πρωτογωνιστική ιδεολογία που βρίσκεται στην βάση των συμπερασμάτων της συγγραφέως.

Το μωσαϊκό στον τύμβο Καστά είναι εξόχως πλαισιωμένο από γεωμετρικές διακοσμήσεις (ρέοντα κύματα, μαιάνδρους), που ήταν πολύ δημοφιλείς στα βοτσαλωτά μωσαϊκά της ύστερης κλασσικής εποχής. Η αναπαράσταση των μαλλιών, της αεράτης χλαμύδας και τα σχήματα των μορφών, με την επανάχρηση της ηρωικής διαγωνίου, τέλος οι λεπτομέρειες της ανατομίας, κάνουν το μωσαϊκό αυτό να πλησιάζει πολύ στα βοτσαλωτά μωσαϊκά της Γνώσεως (πιθανώς μια καλλιτέχνις που έδωσε και το όνομά της) στην Πέλλα. Αυτό το τελευταίο μωσαϊκό επίσης αποκαλύπτει την χρήση του σκούρου μπλε, όπως στον Καστά.

Συμπερασματικά, το βοτσαλωτό μωσαϊκό στον τύμβο Καστά θα έπρεπε να χρονολογηθεί ομοίως με το μωσαϊκό της Γνώσεως στην Πέλλα, ήτοι στον ύστερο 4ο π.Χ. αιώνα και ενδέχεται να φιλοτεχνήθηκε από την ίδια αυτή την Γνώσι.

Προηγούμενο άρθροΣτΕ: «Η εικόνα της Παναγίας δεν φεύγει από την αίθουσα»
Επόμενο άρθροΖητείται ανάσχεση στην εθνική εκποίηση
Ο Antonio CORSO αρθρογραφεί στην Εφημερίδα ΑΡΙΣΤΕΙΑ και επιμελείται την Στήλη "Αρχαίος Κόσμος". Γεννήθηκε στο Baone, στην επαρχία Padova, της ΒΑ Ιταλίας. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Padova, όπου και αναγορεύτηκε Διδάκτωρ Αρχαιολογίας. Ειδικεύτηκε στην αρχιτεκτονική και στην αρχαιοελληνική γλυπτική. Το 1984, με υποτροφία της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής, έρχεται στην Αθήνα και από τότε συνδέεται στενά με την Ελλάδα. Έχει αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος του επιστημονικού του έργου στον μεγάλο γλύπτη της αρχαιότητας, τον Πραξιτέλη. Για αρκετά χρόνια υπήρξε επιμελητής του Αρχαιολογικού Μουσείου του Πανεπιστημίου της Padova. Την ίδια περίοδο δίδαξε στο Τμήμα Αρχαιολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Υπήρξε επίσης επισκέπτης καθηγητής στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας. Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων και μεγάλου αριθμού άρθρων. Έχει βραβευτεί για τη μελέτη του για τον Ρωμαίο αρχιτέκτονα Βιτρούβιο και πρόσφατα με το βραβείο του Lord Marks Charitable Trust. Έχει λάβει αλλεπάλληλες υποτροφίες από επιστημονικά ιδρύματα και φορείς και έχει συνεργαστεί με κορυφαία ερευνητικά κέντρα (της Βρετανίας, της Γερμανίας, της Ουγγαρίας, της Γεωργίας και της Ρωσίας). Βάση του, ωστόσο, παραμένει η Αθήνα.

Το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.