Τα κητώδη των ελληνικών θαλασσών

464

Φαίνεται ότι μέχρι πολύ πρόσφατα οι περισσότεροι κάτοικοι της χώρας μας αγνοούσαν σε μεγάλο βαθμό την ύπαρξη μόνιμου πληθυσμού μεγάλων κητωδών στις ελληνικές θάλασσες. Ενώ η παρουσία των διαφορετικών ειδών δελφινιών στα ελληνικά νερά δεν εκπλήσσει, η εμφάνιση ή ο εκβρασμός στην ακτή ενός φυσητήρα ή μίας πτεροφάλαινας αποτελεί ακόμα και σήμερα σημαντική είδηση για τα μέσα ενημέρωσης.

Η αλήθεια είναι πως σε ολόκληρη τη Μεσόγειο έχουν καταγραφεί 22 από τα 85 ζώντα είδη κητωδών με 12 από αυτά να έχουν καταγραφεί και στα ελληνικά ύδατα, ενώ μάλιστα τα 8 διαθέτουν μόνιμους πληθυσμούς στην Ελλάδα. Τα είδη αυτά είναι η πτεροφάλαινα (Balaenoprtera physalus), ο ζιφιός (Ziphius cavirostris), το ρινοδέλφινο (Tursiops truncatus), το ζωνοδέλφινο (Stenella coeruleoalba), ο φυσητήρας (Physeter macrocephalus), το σταχτοδέλφινο (Grampus griseus), το κοινό δελφίνι (Delphinus delphis) και η φώκαινα (Phocoena phocoena). Εκτός από τα παραπάνω, άλλα πέντε είδη μπορούν να παρατηρηθούν περιστασιακά, να εισέρχονται στις θάλασσές μας. Αυτά είναι η μεγάπτερη φάλαινα (Megaptera novaeangliae), η βόρεια ρυγχοφάλαινα (Balaenoptera acutorostrata), η ψευδόρκα (Pseudorca crassidens), το στενόρυγχο δελφίνι (Steno bredanensis) και πολύ πρόσφατα για πρώτη φορά το υβοδέλφινο του Ινδικού (Sousa plumbea), που εισήλθε στις ελληνικές θάλασσες ως μετανάστης από την Ερυθρά.

είδη - copyright

Τα είδη κητωδών με μόνιμους πληθυσμούς στις ελληνικές θάλασσες.

Πόσα όμως γνωρίζουμε τελικά για αυτά τα αξιοθαύμαστα πλάσματα με τα οποία μοιραζόμαστε τα ίδια νερά;

Οι φάλαινες και τα δελφίνια ανήκουν στην ομοταξία των θηλαστικών ζώων, που μαζί με τα πτηνά φαίνεται ότι πρωτοεμφανίστηκαν στον πλανήτη πριν από 205 εκατομμύρια χρόνια. Όλα τα θηλαστικά, μαζί και ο άνθρωπος, διαθέτουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Αυτά είναι:

  • Η κάλυψη, έστω και μερική, του σώματος με τρίχωμα. Κάθε τρίχα αποτελείται από μία μακριά αλυσίδα πρωτεϊνών κερατίνης. Ακόμα και τα δελφίνια και οι φάλαινες διαθέτουν σε κάποιο ποσοστό ή για μικρό χρονικό διάστημα της ζωής τους κάλυψη από τρίχωμα σε διάφορα τμήματα του σώματός τους.
  • Τα θηλυκά ζώα φέρουν γαλακτοφόρους αδένες, οι οποίοι παράγουν το γάλα με το οποίο τρέφονται τα νεογνά.
  • Διαθέτουν όλα σπονδυλική στήλη.

Το κυκλοφορικό σύστημα των θηλαστικών, καθώς και ο μυς της καρδιάς, ρυθμίζεται από τη λειτουργία του εγκεφάλου τους.

grecobooks

Συνεπώς τα δελφίνια και οι φάλαινες έχουν αρκετές βιολογικές ομοιότητες με εμάς και ελάχιστες με τα ψάρια με τα οποία θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως να τα μπερδέψει κανείς, λόγω της εξαιρετικής προσαρμογής τους στο θαλάσσιο περιβάλλον. Τα κητώδη διαθέτουν πνεύμονες και αναπνέουν αέρα, όπως τα χερσαία ζώα, γεννούν απευθείας τους απογόνους τους και δεν αποθέτουν αυγά, ενώ επίσης θηλάζουν τα βρέφη τους.

δελφινιού

Τα κολυμβητικά πτερύγια των κητωδών είναι τα προσαρμοσμένα στο θαλάσσιο περιβάλλον μπροστινά άκρα των χερσαίων προγόνων τους. Το οστό της πυέλου αποτελεί εξελικτικό κατάλοιπο στα θαλάσσια κητώδη, καθώς τα πίσω άκρα εξαφανίστηκαν για αύξηση της υδροδυναμικής του σώματός τους.

Τα κητώδη βέβαια δε διέθεταν πάντοτε τη σημερινή τους μορφή. Τα πρωτόγονα κητώδη ήταν ζώα, που ζούσαν στην ξηρά. Τα Αρχαιοκήτη όπως ονομάζονται, τα οποία σήμερα μπορούμε να παρατηρήσουμε αποκλειστικά μέσω των απολιθωμένων ιστών τους, διέθεταν πόδια, για να βαδίζουν, ενώ φαίνεται ότι ήταν επίσης πολύ ικανοί κολυμβητές. Τα αποκλειστικά υδρόβια κητώδη εμφανίστηκαν πριν από 34 εκατομμύρια χρόνια, έχοντας εξελίξει στο πέρασμα του χρόνου πολλές από τις βιολογικές προσαρμογές, που παρατηρούνται στα σύγχρονα κητώδη. Ακόμη και σήμερα μπορούν να παρατηρηθούν εσωτερικά σε όλα τα είδη της τάξης των κητωδών τα εξελικτικά κατάλοιπα των πίσω άκρων τους, κατάλοιπα δηλαδή οστά της λεκάνης ή σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και οστά ποδιών.

Ambulocetus natans

Ambulocetus natans: χαρακτηριστικό είδος αρχαιοκήτους, το οποίο φέρει εξαιρετική ομοιότητα με τα χερσαία θηλαστικά. Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι ήταν αποκλειστικά υδρόβιο, όπως τα σύγχρονα κητώδη. Θεωρείται ότι έζησε τη Λουτετιανή εποχή της Παλαιογενούς περιόδου από 48,6 έως 40,4 εκατομμύρια χρόνια πριν. Εικόνα: Carl Buell.

Η τάξη των σύγχρονων κητωδών χωρίζεται σε δύο υποτάξεις. Αυτές είναι τα μυστακοκήτη και τα οδοντοκήτη. Ο διαχωρισμός τους σχετίζεται με το αν διαθέτουν δόντια ή φαλαίνια, μία σειρά από κεράτινες πλάκες δηλαδή, πιο γνωστή και ως μπαλένες, που σχηματίζουν ένα φίλτρο στην άνω γνάθο των μεγάλων αυτών θαλάσσιων ζώων και το οποίο χρησιμοποιείται για να φιλτράρουν το διερχόμενο από τη στοματική τους κοιλότητα νερό και να παγιδεύουν ζωοπλαγκτικούς οργανισμούς ή μικρά ψάρια. Στην υπόταξη των μυστακοκητών ανήκει για παράδειγμα η πτεροφάλαινα, ενώ ο φυσητήρας είναι οδοντοκήτος και συγγενεύει ταξινομικά περισσότερο με τα δελφίνια, παρά με τις φάλαινες.

No.2

Το φίλτρο από κεράτινες πλάκες (φαλαίνια), που φέρουν στην άνω τους γνάθο τα μυστακοκήτη.

Η γνώση μας για την παρουσία των φυσητήρων στα νερά των ελληνικών θαλασσών ήταν πολύ περιορισμένη λίγα χρόνια μόνο πριν. Ήταν μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν το Ινστιτούτο Κητολογικών Ερευνών «Πέλαγος» ξεκίνησε την έρευνα, συγκεντρώνοντας πληροφορίες από περιστασιακές παρατηρήσεις, η οποία οδήγησε τελικά το 1998 στην επιβεβαίωση μόνιμου πληθυσμού, ο οποίος κινείται κατά μήκος ολόκληρης της Ελληνικής Τάφρου, που χαρακτηρίζεται από μεγάλα βάθη και απότομο ανάγλυφο και αποτελεί το ενδιαίτημα των πελαγικών καλαμαριών, που είναι και η κύρια τροφή τους. Κάποια από τα είδη καλαμαριών, που καταναλώνουν οι φυσητήρες, τα γνωρίζουμε μόνο από τα υπολείμματα, που βρίσκουμε στα στομάχια των ζώων.

τάφρος

Τα πολύ εντυπωσιακά αυτά θαλάσσια πλάσματα αποτελούν τον πιο μεγάλο οδοντοφόρο οργανισμό στον πλανήτη. Τα αρσενικά ζώα μπορούν να ξεπεράσουν τα 20 μέτρα σε μήκος και ζυγίζουν μέχρι και 40 τόνους σε βάρος, ξεπερνώντας έως και τρεις φορές τα ώριμα θηλυκά άτομα. Οι φυσητήρες είναι εκπληκτικοί δύτες. Μπορούν να συγκρατήσουν την ανάσα τους έως και μιάμιση ώρα και να καταδυθούν σε βάθη ίσως και μεγαλύτερα από τα 2.000 μέτρα, όπου και τρέφονται με βαθυπελαγικά καλαμάρια. Διαθέτουν τον μεγαλύτερο εγκέφαλο που έχει παρατηρηθεί στη Γη, ενώ παράγουν και τους περισσότερους ήχους σε ολόκληρο το ζωικό βασίλειο κατά τη διάρκεια της ζωής τους, καθώς ηχοβολούν συνεχώς 20 ώρες το 24-ωρο, παράγοντας διαφορετικής συχνότητας και διάρκειας ήχους. Οι εκπεμπόμενοι ήχοι παράγονται εντός του πελώριου κρανίου του ζώου, ανακλώνται επί του θαλάσσιου πυθμένα ή πάνω στην υποψήφια λεία και επιστρέφουν, για να συλληφθούν από ειδικά νεύρα, που βρίσκονται στην κάτω γνάθο του φυσητήρα. Τα ακουστικά σήματα στη συνέχεια μεταφέρονται στον εγκέφαλο, όπου αναλύονται και παράγουν μία εξαιρετικής ακρίβειας εικόνα του περιβάλλοντος.

.PNG

Στις ελληνικές θάλασσες μπορούμε να παρατηρήσουμε ένα πραγματικά μοναδικό φαινόμενο όσον αφορά το συγκεκριμένο είδος. Φαίνεται ότι σε ολόκληρη τη θαλάσσια έκταση της Ελλάδας μπορούν να παρατηρηθούν τόσο μοναχικοί αρσενικοί φυσητήρες, όσο και κοινωνικές ομάδες θηλυκών, που συνοδεύουν τα νεαρά άτομα. Το φαινόμενο αυτό δεν έχει παρατηρηθεί πουθενά αλλού στον κόσμο, καθώς οι κοινωνικές ομάδες του Ατλαντικού και του Ειρηνικού ζουν σε τροπικά και υποτροπικά ύδατα, ενώ τα ώριμα αρσενικά σε μεγαλύτερα γεωγραφικά πλάτη και πιο κοντά στους πόλους του πλανήτη. Οι συνευρέσεις των αρσενικών με τις κοινωνικές ομάδες των θηλυκών πραγματοποιούνται αποκλειστικά για αναπαραγωγή, πιθανώς για αποφυγή του ανταγωνισμού ως προς την τροφή, καθώς τα αρσενικά μπορούν να καταναλώσουν έως και έναν τόνο καλαμαριών ημερησίως. Εικάζεται πως οι συνθήκες των ελληνικών θαλασσών επιτρέπουν τόσο στα αρσενικά άτομα, όσο και στις κοινωνικές ομάδες να συνυπάρχουν, χωρίς να χρειάζεται η μετανάστευσή τους.

ομάδα φυσητήρων - copyright

Οι κοινωνικές ομάδες των φυσητήρων αποτελούνται από ώριμα θηλυκά, που συνοδεύουν τα νεαρά άτομα. Οι θηλυκοί φυσητήρες ωριμάζουν περίπου στα 10 έτη, κυοφορούν για έως και 16 μήνες και θηλάζουν τα νεογνά τους για περισσότερα από τρία χρόνια.

Η συνύπαρξη αρσενικών και θηλυκών φυσητήρων όμως δεν αποτελεί τη μοναδική αποκλειστικότητα των ελληνικών θαλασσών. Ο Κορινθιακός κόλπος αποτελεί μία πολύ μικρή, κλειστή θαλάσσια έκταση, η οποία όμως φιλοξενεί όλα τα μόνιμα είδη δελφινιών της Μεσογείου. Από τους πρώτες κιόλας πλόες, που πραγματοποιήθηκαν για την έρευνα σχετικά με τους πληθυσμούς των δελφινιών του Κορινθιακού στα μέσα της δεκαετίας του ’90, καταγράφηκε ένα ακόμη μοναδικό φαινόμενο, το οποίο δεν είχε παρατηρηθεί πουθενά αλλού στον κόσμο έως τότε. Τρία από τα τέσσερα μόνιμα είδη δελφινιών συνυπάρχουν σε μικτά κοπάδια. Τα είδη αυτά παρουσιάζουν γενετικές διαφορές αντίστοιχες με αυτές που παρουσιάζει το δικό μας είδος σε σχέση με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας των Ανθρωπίδων, δηλαδή τους χιμπαντζήδες, τους ουρακοτάγκους και τους γορίλες. Το γεγονός αυτό όμως δεν αποτρέπει τα συγκεκριμένα θαλάσσια θηλαστικά από το να ζουν σε μεικτές κοινωνίες, ενώ μάλιστα έχει παρατηρηθεί η διασταύρωση ζωνοδέλφινων και κοινών δελφινιών με αποτέλεσμα να προκύπτουν υβρίδια δελφίνια, τα οποία διατηρούν χαρακτηριστικά και από τα δύο είδη. Το φαινόμενο αυτό επίσης δεν έχει παρατηρηθεί πουθενά αλλού στον κόσμο.

κοπάδι δελφινιών - copyright

Μεικτό κοπάδι δελφινιών, που αποτελείται από ένα σταχτοδέλφινο, ζωνοδέλφινα και κοινά δελφίνια στον Κορινθιακό κόλπο.

Ο μοναδικός εκπρόσωπος των μυστακοκητών, που διατηρεί μόνιμο πληθυσμό στις ελληνικές θάλασσες είναι η πολύ εντυπωσιακή πτεροφάλαινα, η οποία μπορεί να φτάσει τα 22 – 23 μέτρα σε μήκος και αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο ζωικό οργανισμό στον πλανήτη. Το μέγιστο καταγεγραμμένο βάρος του συγκεκριμένου είδους πλησιάζει τους 74 τόνους, ενώ υπολογίζεται ότι μπορεί να φτάσει μέχρι και τους 114! Οι πτεροφάλαινες είναι κοσμοπολίτικο είδος, που σημαίνει ότι μπορούμε να τις συναντήσουμε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη τόσο σε τροπικά, όσο και σε πολικά νερά, καθώς μεταναστεύουν εποχιακά από τα βορειότερα γεωγραφικά πλάτη, όπου τρέφονται με κοπάδια μικρών ψαριών, καλαμάρια και φυσικά ζωοπλαγκτόν, σε νοτιότερα, καθώς περνούν στη φάση της αναπαραγωγής. Ο Μεσογειακός πληθυσμός παρ’ όλα αυτά παραμένει γενικά σταθερός καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Λεπτομερή στοιχεία για τον ελληνικό πληθυσμό δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα. Τα άτομα του είδους εντοπίζονται σταθερά στην ανοικτή θάλασσα του Ιονίου πελάγους σε μέση απόσταση από την ακτή περίπου στα 15 χιλιόμετρα. Σπανιότερα μπορούν να παρατηρηθούν και στο Αιγαίο, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί ακόμη και να πλησιάσουν σε απόσταση μικρότερη του μισού χιλιομέτρου από τη στεριά.

tethys-csr-fin-whale-jump-gallery

Πτεροφάλαινα, Balaenoptera physalus (Tethys Research Institute).

Εκτός από την πτεροφάλαινα όμως επισκέπτονται τη Μεσόγειο και τις ελληνικές θάλασσες και άλλα δύο είδη μυστακοκητών. Αυτά είναι η μεγάπτερη φάλαινα και η βόρεια ρυγχοφάλαινα. Η μεγάπτερη είναι εξίσου κοσμοπολίτικο είδος με την πτεροφάλαινα και εισέρχεται στη Μεσόγειο μάλλον κατά λάθος από τα στενά του Γιβραλτάρ, ενώ στα ελληνικά ύδατα έχει παρατηρηθεί τρεις φορές έως τώρα: δύο στο Ιόνιο και μία στο Μυρτώο πέλαγος. Η βόρεια ρυγχοφάλαινα μοιάζει μορφολογικά αρκετά με την πτεροφάλαινα, αλλά είναι πολύ μικρότερη σε μέγεθος, με το μέσο μήκος των ατόμων να κυμαίνεται γύρω στα 8 μέτρα. Στην Ελλάδα έχει καταγραφεί μόνο δύο φορές μέχρι σήμερα.

Ο θησαυρός βιοποικιλότητας αυτός, που φιλοξενούν τα ελληνικά πελάγη, αναπόφευκτα απειλείται από ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως είναι η υπεραλίευση, η ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος, η ναυσιπλοΐα, οι στρατιωτικές ασκήσεις, η έρευνα για τον εντοπισμό και η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, αλλά και η παράκτια ανάπτυξη και ο τουρισμός, παράγοντες που στο σύνολό τους και ταυτόχρονα με την παγκόσμια κλιματική αλλαγή ασκούν έντονες πιέσεις στα θαλάσσια θηλαστικά και επιφέρουν αρνητικές επιπτώσεις στο φυσικό τους ενδιαίτημα.

Η υπεραλίευση, οι παράνομες πρακτικές αλιείας και η εκούσια θανάτωσή τους από αλιείς, λόγω των ζημιών που προκαλούν στα αλιευτικά τους εργαλεία είναι οι κύριες απειλές, που αντιμετωπίζουν τα παράκτια είδη δελφινιών. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ, προβλέπεται ότι μέχρι το 2050, εάν δεν προσαρμόσουμε την παγκόσμια αλιεία σε βιώσιμα επίπεδα, το μεγαλύτερο μέρος των θαλάσσιων ιχθυαποθεμάτων θα καταρρεύσουν, παρασύροντας μαζί ολόκληρο το τροφικό πλέγμα, που υποστηρίζουν. Η εμπλοκή επίσης των θαλάσσιων θηλαστικών σε αλιευτικά εργαλεία ενδέχεται να τα παγιδεύσει και να τα τραυματίσει, προκαλώντας τους έναν αργό και επώδυνο θάνατο από αιμορραγία ή ασφυξία. Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο θανατώνονται 300.000 φάλαινες, δελφίνια, φυσητήρες και φώκαινες από παρασυρόμενα δίχτυα παγκοσμίως.

ρινοδέλφινο

Εκβρασμένο ρινοδέλφινο που πέθανε μετά από εμπλοκή σε αλιευτικά εργαλεία (Tethys Research Institute).

Χαρακτηριστικές είναι και οι επιπτώσεις που επιφέρουν στα θαλάσσια θηλαστικά οι ανθρωπογενείς ήχοι, που παράγονται από την κίνηση των πλοίων στο νερό, τον ηχοβολισμό από στρατιωτικά υποβρύχια ραντάρ και τις τεχνητές σεισμικές δονήσεις κατά την έρευνα κοιτασμάτων πετρελαίου. Η ηχορύπανση, που προκαλούν οι παραπάνω δραστηριότητες στο θαλάσσιο περιβάλλον, προξενεί έντονο στρες στα ευαίσθητα αυτά ζώα, τα οποία βασίζονται στον ήχο, για να προσανατολιστούν μέσα στο νερό, αλλά και για να εντοπίσουν τη λεία τους. Συνεπώς μπορεί να αποπροσανατολιστούν, απομακρυνόμενα από την περιοχή αναπαραγωγής τους ή τα πεδία τροφοληψίας, να χάσουν την ικανότητα ακοής τους, να τραυματιστούν και ως αποτέλεσμα να πεθάνουν. Τον Μάιο του 1996 και τον Οκτώβριο του 1997 εκβράστηκαν ως αποτέλεσμα ασκήσεων του NATO περισσότεροι από 30 ζιφιοί συνολικά στις ακτές του Κυπαρισσιακού Κόλπου και διαφόρων νησιών του Ιονίου αντίστοιχα, λόγω των εξαιρετικά ισχυρών παραγόμενων ήχων χαμηλής συχνότητας των στρατιωτικών σόναρ. Το 2011 στην Κέρκυρα και το 2014 στη νότια Κρήτη περίπου είκοσι επιπλέον ζιφιοί εκβράστηκαν στην διάρκεια στρατιωτικών ασκήσεων με χρήση σόναρ από το Ιταλικό ναυτικό και τις Ελλάδα-ΗΠΑ-Ισραήλ αντίστοιχα.

Ήταν η επιστημονική ομάδα του Ινστιτούτου Κητολογικών Ερευνών «Πέλαγος» αυτή που ανακάλυψε τη σύνδεση των μαζικών εκβρασμών κητωδών με την πραγματοποίηση ναυτικών ασκήσεων και τη χρήση ηχοβολιστικών ραντάρ, γεγονός που οδήγησε ακόμη και το αμερικανικό κογκρέσο να προσαρμόσει τη νομοθεσία του επί του θέματος. Η επιστημονική ομάδα του Πελάγους δραστηριοποιείται στον χώρο της έρευνας γύρω από θέματα που σχετίζονται με τα θαλάσσια κητώδη των ελληνικών θαλασσών από το 1993 με σκοπό την προώθηση της γνώσης και την προστασία των κητωδών, καθώς και του φυσικού ενδιαιτήματός τους. Τα ζώα αυτά αποτελούν μέρος της φυσικής κληρονομιάς της χώρας, αλλά και ολόκληρης της ευρύτερης περιοχής της Μεσογείου. Η θέση τους στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας τους προσδίδει τον ρόλο του ρυθμιστή του θαλάσσιου οικοσυστήματος, επηρεάζοντας την αφθονία, την κατανομή και τη συμπεριφορά των ειδών, που αποτελούν λεία τους. Τα θαλάσσια θηλαστικά διαδραματίζουν εξισορροπητικό ρόλο στο θαλάσσιο περιβάλλον και η παρουσία τους σε αυτό εξαρτάται, αλλά και επιδρά ουσιαστικά στη συνολική υγεία του.

Στη σελίδα του Ινστιτούτου Κητολογικών Ερευνών Πέλαγος (http://www.pelagosinstitute.gr/) στο διαδίκτυο μπορεί κανείς να βρει πληροφορίες σχετικά με τα είδη της ελληνικής κητοπανίδας, να διαβάσει σχετικά άρθρα και δημοσιεύσεις σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, αλλά και να επικοινωνήσει απευθείας με την οργάνωση, για να αναφέρει την εμφάνιση κητωδών στη θάλασσα ή τυχόντα εκβρασμό στην ακτή, ώστε να τοποθετήσει και αυτός έναν μικρό λίθο στην ανάπτυξη της κητολογικής έρευνας στην Ελλάδα.

 

Το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.