Διδάκτορες στην Ελλάδα: Τιμή και Κατάρα…

283

Όπως ανέφερε η Ρωσική Πρεσβεία «στις 22 Φεβρουαρίου 2018 πραγματοποιήθηκε η τελετή αναγόρευσης του Προέδρου της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν σε Επίτιμο Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου». Στις 6 Ιουνίου 2018 ο Μίκης Θεοδωράκης, αναγορεύτηκε σε επίτιμο Διδάκτορα του Πανεπιστημίου του Σάλτσμπουργκ για τη συνολική προσφορά του και ως αναγνώριση του τεράστιου καλλιτεχνικού και πολιτικού του έργου, «προάγοντας παράλληλα στο εξωτερικό την αξία του ελληνικού πολιτισμού», όπως καταλήγει η ανακοίνωση. Προηγήθηκαν πολλοί άλλοι από τους τομείς του πολιτισμού και της πολιτικής που τιμήθηκαν με τον τίτλο του «διδάκτορα» και θα ακολουθήσουν άλλοι τόσοι.

Ύψιστη τιμή… αλλά σε πραγματικές συνθήκες στην Ελλάδα… ύψιστη κατάρα.

Περισσότερα γνωρίζει το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων που μέλημά του δεν φαίνεται να είναι η επένδυση στο περιεχόμενο του τίτλου του… Επί του παρόντος, δεν θα αναλύσω τον τρόπο που το υπουργείο και οι δομές του να κατανοούν και ερμηνεύουν την πολύπλευρη πραγματικότητα (έχω γράψει ήδη σχετικά εδώ) ούτε την απολυταρχική εφαρμογή του αντι-επιστημονικού δόγματος «τα πάντα είναι κοινωνικές κατασκευές» που απορρίπτει ολόκληρους επιστημονικούς κλάδους, υπερ-απλουστεύει την πραγματικότητα και εργαλειοποιεί πολιτικά καταστάσεις.

Θα αναφερθώ στην έλλειψη ενός σαφούς και ολοκληρωμένου σχεδιασμού με επίκεντρο την επένδυση στην έρευνα, στην παιδεία και στους επιστήμονες υψηλής κατάρτισης (μεταδιδάκτορες) για την αποτροπή του brain drain/waste, από πλευράς του αρμόδιου υπουργείου.

Αυτό συμβαίνει παρά του ότι έχει εξαγγελθεί και διαμηνυθεί σε ποικίλους τόνους ότι «η έρευνα δεν αποτελεί δαπάνη αλλά επένδυση για τη χώρα» και ότι σκοπός της κυβέρνησης είναι όχι μόνο η συγκράτηση των επιστημόνων και του δυναμικού της υψηλής εξειδίκευσης/κατάρτισης, αλλά και η επιστροφή των επιστημόνων που απασχολούνται σε Πανεπιστήμια και Ερευνητικά Κέντρα του εξωτερικού. Συγκεκριμένα, ο Πρωθυπουργός της χώρας μας στις προγραμματικές του δηλώσεις ανέφερε ότι: «Η αιμορραγία αυτή πρέπει να σταματήσει καθώς επηρεάζει αρνητικά τις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και υπονομεύει την εθνική προσπάθεια ανασυγκρότησης» (8 Φεβρουαρίου 2015). Παράλληλα, όλο αυτόν τον καιρό (2015-σήμερα), σε διάφορες παρουσιάσεις και αναπτυξιακά συνέδρια, αναφέρεται ορθώς (συνοδεία στοιχείων) ότι η ανάπτυξη της έρευνας οδηγεί μαθηματικά σε αύξηση του ΑΕΠ.

Ποιες είναι, λοιπόν, οι ενέργειες του υπουργείου, μέσω του νεοιδρυθέντος Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) ως ανεξάρτητου φορέα (ΝΠΙΔ) που εποπτεύεται από το Υπουργείο Παιδείας; Ελάχιστες… Οι νέοι διδάκτορες έχουν δυο βασικές εναλλακτικές: ή θα απασχοληθούν στην έρευνα ή στη διδασκαλία.

– Όλοι γνωρίζουν ότι τα 189 έργα (11% αυτών που κατατέθηκαν συνολικά) μεταδιδακτόρων και των ομάδων τους (2-3ετούς διάρκειας) δεν μπορούν να αποτελέσουν ένα σοβαρό σχέδιο αποτροπής του brain drain/waste. Να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της προκήρυξης καθυστέρησε παρά πολύ (πάνω από ενάμιση χρόνο!), ενώ η τηλεφωνική πληροφόρηση υπήρξε προβληματική.
– Όλοι επίσης γνωρίζουν ότι όταν μιλάς για «τάση επιστροφής Ελλήνων μεταδιδακτόρων» λόγω των 30 προτάσεων(!) που κατατέθηκαν στο πλαίσιο της παραπάνω δράσης, τότε μάλλον όχι μόνο υπερβάλλεις, αλλά βρίσκεσαι και σε απόγνωση. Σε δεύτερο βαθμό, ίσως πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι μεταδιδάκτορες που εργάζονται σε ξένα διεθνούς φήμης πανεπιστήμια ξεκινάνε με άλλες βάσεις, υποδομές και δίκτυα την έρευνά τους που υπολείπονται των δικών μας… και αυτό δημιουργεί ανισότητες στην αξιολόγηση καθώς δεν ξεκινάνε όλοι από την ίδια «αφετηρία» ή δεν διανύουν όλοι την ίδια «απόσταση». Επίσης, κατά πόσο μπορεί να αποτελέσει μια τέτοια έρευνα, από μόνη της, κίνητρο επιστροφής;

Πέρα από το ΕΛΙΔΕΚ, όλοι γνωρίζουν ότι οι λίγες προσλήψεις διδακτόρων, ως μέλη ΔΕΠ, που μετά από τόσα χρόνια ήταν αναμενόμενο ότι θα γίνουν δεν μπορούν να αποτελέσουν ένα σοβαρό σχέδιο αποτροπής του brain drain/waste. Αυτό που μένει είναι η διδασκαλία σε ΔΙΕΚ ή ΣΔΕ, όπου μετράει πολύ η προηγούμενη εμπειρία σε τέτοιες θέσεις και τα κοινωνικά κριτήρια και φυσικά κάθε χρόνο ανανεώνεται η απασχόληση, χωρίς τίποτα να είναι σίγουρο.

Εν τέλει, δεν είμαι σίγουρος αν το υπουργείο είναι σε θέση να κατανοήσει:

– Το εύρος και το βάθος του προβλήματος (brain drain/waste), όπως και τη διαφορά της εθνικής στρατηγικής από αυτή ενός ή δυο υποβοηθητικών μέτρων (που αιτιολογούν και την ύπαρξη του ΕΛΙΔΕΚ), μέσω των οποίων μπορεί να ασκηθεί και (μικρο)πολιτική.
– Ότι προέχει η αξιοποίηση των μεταδιδακτόρων και μετά αυτή των υποψηφίων διδακτόρων (που μπορούν να είναι μέλη των ομάδων των πρώτων) και δεν χρειάζεται να αναπτύξω τους λόγους.
– Ότι η ενίσχυση μελών ΔΕΠ και Ερευνητών που ήδη εργάζονται (συνήθως με καθεστώς δημοσίου υπαλλήλου) σε ιδρύματα δεν έχει καμία σχέση με την ενίσχυση μεταδιδακτόρων ερευνητών που είναι με «το ένα πόδι εκτός»… αλλά και παράλληλα μπορούν να αφιερωθούν στην επάνοδο της χώρας μας σε πολλούς τομείς, αρκεί να αξιοποιηθούν σωστά.
– Ότι απαιτείται ανοιχτός διάλογος με τους μεταδιδάκτορες που είμαι σίγουρος ότι δεν θα πάει χαμένος αν υπάρχει πραγματική διάθεση (π.χ. θεσμοθέτηση καταρτισμένου δικτύου συμβούλων στην αυτοδιοίκηση, δικλείδες απασχόλησης μεταδιδακτόρων σε ερευνητικά προγράμματα περιφερειών, ολοκληρωμένοι επιστήμονες ως σύμβουλοι στους δήμους και στα νομικά τους πρόσωπα ή στις διαδημοτικές και πολύμετοχικες τους εταιρείες).
– Ότι δημιουργούνται μέγιστες περιφερειακές ανισότητες με τον τρόπο που προσεγγίζει το ζήτημα, τις οποίες θα αναφέρω σε επόμενο άρθρο.

Είναι σαφές ότι απαιτούνται βιώσιμες λύσεις σε βάθος χρόνου, όραμα και ολοκληρωμένος στρατηγικός σχεδιασμός… όχι «πυροτεχνήματα» και «ασπιρίνες».

Είναι πολύ άσχημο οι αρμόδιοι να περιορίζονται σε εξαγγελίες και να μη κάνουν κάτι για να θεραπεύσουν ανισότητες που δημιουργούν επιστήμονες α’ κατηγορίας και επιστήμονες β’ κατηγορίας και ενισχύουν το brain drain και το brain waste.

Είναι πολύ άσχημο που οι αρμόδιοι, παρά τις εξαγγελίες, δεν δείχνουν να έχουν σχέδιο ελάττωσης ή ελέγχου της αιμορραγίας και δεν μπορούν ή δεν θέλουν να επενδύσουν πραγματικά στην αξιοκρατία, στην έρευνα και στην παιδεία.

Είναι πολύ άσχημο να τιμάσαι μια φορά ως διδάκτορας μετά από 5-6 χρόνια έρευνας και ευλαβικής προσήλωσης στο σκοπό (προαγωγή της Επιστήμης και του Πολιτισμού) και στην ελληνική πραγματικότητα να διώκεσαι καθημερινώς… Όχι αυτό ΔΕΝ «προάγει την αξία του ελληνικού πολιτισμού» και σίγουρα κάποιοι ευθύνονται περισσότερο από άλλους… αν και το πρόβλημα έχει βαθιές ρίζες.

Ίσως, λοιπόν, οι μεταδιδάκτορες θα πρέπει να προχωρήσουν σε ίδρυση συλλόγων μεταδιδακτόρων ανά την Ελλάδα (ή/και ενός κεντρικού φορέα) και να διεκδικήσουν τα αυτονόητα: επένδυση στην Έρευνα, στην Παιδεία και στον Πολιτισμό. Επένδυση στο κοινωνικό, ανθρώπινο, φυσικό και πολιτισμικό μας κεφάλαιο. Επένδυση στην Ελλάδα! 

Προηγούμενο άρθροΟ πόλεμος, ο φόβος και το τόξο του Απόλλωνα
Επόμενο άρθρο«Απλά πες ΟΧΙ» – Αυτή τη Δευτέρα στην Θεσσαλονίκη
Ο Ευάγγελος ΠΑΥΛΗΣ αρθρογραφεί στην Εφημερίδα ΑΡΙΣΤΕΙΑ και επιμελείται την Στήλη "Ευωνύμως". Είναι Διδάκτωρ-Ερευνητής του Τμήματος Γεωγραφίας του Παν. Αιγαίου και επιστημονικός συνεργάτης της Κοιν.Σ.Επ. «Μοδούσα». Διαθέτει εμπειρία ως μεταδιδακτορικός ερευνητής του Παντείου Πανεπιστημίου και υπότροφος του ΙΚΥ (2016-2017), ως βασικός ερευνητής του προγράμματος VOLANTE (2010-2015), ως βοηθός διδασκαλίας σε προπτυχιακά και μεταπτυχιακά μαθήματα, ως συντονιστής και μέλος ομάδων έργου, κλπ. Έχει πιστοποιηθεί ως «Ειδικός Σύμβουλος Τοπικής Επιχειρηματικότητας και Κοινωνικής Οικονομίας» από Ε.Ε. και Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Το αντικείμενό του είναι η ανθρωπογεωγραφία και η βιώσιμη ανάπτυξη της υπαίθρου με έμφαση στο τοπίο και συγκεκριμένα οι κλάδοι της γεωγραφίας της υπαίθρου, της κοινωνικής και της πολιτισμικής γεωγραφίας. Έχει δημοσιεύσεις σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά και βιβλία, καθώς και ανακοινώσεις σε επιστημονικά συνέδρια, σεμινάρια και ημερίδες.

Το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.