Περί του καλού και του κακού

Για τη σχετικότητα του καλού και του κακού και για την ηθικοπρακτική θεώρηση του κόσμου, γράφει ο Δημήτρης Ψαλλίδας

Η ιστορία κάθε συγκεκριμένου ανθρώπου παρουσιάζει δύο πτυχές. Αποτελεί και περιγράφει ταυτόχρονα τη δική του προσωπική ιστορία και την ιστορία του κόσμου. Ο άνθρωπος είναι η ιστορία του αλλά έτσι εντάσσεται και στη μεγάλη ιστορία του κόσμου. Όλες αυτές οι μικρές στιγμές, τα φευγαλέα συναισθήματα, οι μνήμες αλλά και κάθε λήθη, οι πράξεις και οι παραλήψεις, το μεγαλείο αλλά και η χαμέρπεια, όλες οι ζωές και ο κάθε θάνατος, όλα αυτά που πραγματώνονται σε  φαινομενικά τεθλασμένες γραμμές αλλά παρόλα αυτά μέσα στις ενιαίες διαστάσεις του χώρου και του χρόνου, όλα όσα συνδέουν αδιάσπαστα το παρελθόν , το παρόν και το μέλλον, απαρτίζουν την οδό της αιωνιότητας, οδηγώντας στην αιώνια επιστροφή. Η ιστορία του ανθρώπου είναι η ιστορία του κόσμου. Οι πράξεις του ανθρώπου καθορίζουν τη μορφή του κόσμου. Ο άνθρωπος είναι ο κόσμος του. «Ακόμα κι αν υπήρχαν ένα σωρό μυστήρια στον κόσμο, τα όρια του συγκεκριμένου κόσμου δεν ήταν μυστηριώδη, διότι δεν είχε μετρημό και σύνορο και περιείχε εντός του πλάσματα ακόμα πιο φριχτά κι άντρες άλλων χρωμάτων και όντα που άνθρωπος δεν έχει αντικρίσει ποτέ κι ωστόσο όχι ξένα, ή όχι περισσότερο απ’ όσο ένιωθαν ξένες τις καρδιές τους τις ίδιες, μ’ ότι ερημιά περιείχαν κι ότι θηρία».

Οι δύο αντίρροπες δυνάμεις φαίνονται να αποτελούν το υλικό του κόσμου. Πάνω και κάτω, αριστερά και δεξιά, κρύο και ζεστό, αιώνιο και πεπερασμένο, αληθές και ψευδές, πραγματικότητα και πλάνη, καλό και κακό. Υπάρχουν αλήθεια αντίρροπες δυνάμεις; Και αυτές ποια δύναμη τις ενεργοποιεί ωστε να δράσουν; Η ιστορία του πράγματος ως η ιστορία των δυνάμεων που το σφετερίζονται. Η ιστορία του κόσμου, ως η ιστορία των δυνάμεων που τον σφετερίζονται. «Manes! Manes was tanned and stuffed», «Μάνη! Ο Μάνης πήγε αχερωμένος και αργασμένος», διαβάζουμε στα Pisan Cantos. Ο Βαβυλώνιος προφήτης Μάνης υπήρξε ο ιδρυτής του μανιχαϊσμού. Σύμφωνα με αυτό το θρησκευτικό σύστημα ο κόσμος είναι χωρισμένος σε δύο αυτοτελή βασίλεια, το αγαθό βασίλειο του Θεού, το οποίο είναι συνδεόμενο με το φως και με το καλό, και το βασίλειο του Σατανά, το οποίο είναι συνδεόμενο με το σκότος και το κακό. Το απόλυτο, λοιπόν, καλό και το απόλυτο κακό τοποθετούνται το ένα απέναντι στο άλλο. Ο Μάνης αρνείται την ελεύθερη βούληση στον άνθρωπο και θεωρώντας την ψυχή ως κομμάτι αιχμαλωτισμένου φωτός, θέτει το ζήτημα της απελευθέρωσής της μέσω του ασκητισμού και της εσώτερης γνώσης. Το καλό και το κακό ως συστατικά στοιχεία της ιστορίας του κόσμου. Η ιστορία του Μάνη ενταγμένη στην ιστορία του κόσμου. Επί της βασιλεία του Βαράμη Α’ της δυναστείας των Σασσανιδών και μετά την αντίδραση του ιερατείου, ο Μάνης κατηγορήθηκε ως μάγος, συνελήφθη, βασανίστηκε και σταυρώθηκε. Το δέρμα του πτώματος αφαιρέθηκε και αφού το γέμισαν με άχυρα το κρέμασαν στην πύλη της περσικής πρωτεύουσας.

grecobooks

«Ξέρω ένα κούτσουρο στη Θεσσαλία, που κρύβει τον πόλεμο των στοιχείων και των αρχών μέσα στο χάος, όταν οι άνθρωποι δε θα θυμούνται το χαλασμό που τους γέννησε από τα σκοτάδια».Πώς εισχωρεί στον κόσμο το Κακό; Πώς διακρίνεται από το Καλό; Πώς ορίζονται; Ποιοι είναι οι φορείς τους και ποιοι οι αποδέκτες τους; Από τον Λουκρήτιο και τον Επίκουρο, ως τον Spinoza και τον Nietzsche το πρόβλημα του καλού και του κακού, συνδέεται άρρηκτα με την κριτική της κανονιστικής ηθικής, της αμφισημίας των εννοιών, της αρνητικής προσέγγισης της ζωής, των αντενεργών δυνάμεων και της φαντασίας. Στη θέση τους προκρίνεται μια ζωντανή, ρέουσα και δυναμική, πρακτική ηθική, η οποία αντικαθιστά το Καλό και το Κακό ως απόλυτες έννοιες, με το καλό για μας και το κακό για μας. Οι αμφίσημες έννοιες αντικαθίστανται από μονοσήμαντες έννοιες, που οδηγούν σε σαφείς και ευκρινείς ιδέες και έτσι το όν που μέχρι πρότινος καταδυναστευόταν από τη φαντασία, μετατρέπεται σε ένα έλλογο όν, ένα ον που σκέφτεται εντελώς. Όλα τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα, η ζωή πλέον να αποτελεί ισχυρή κατάφαση, στην οποία κυριαρχούν οι ενεργές δυνάμεις.

Σύμφωνα με τον Επίκουρο ο μεγαλύτερος πόνος για τον άνθρωπο επέρχεται όταν αυτός ταράζεται πνευματικά. Η πνευματική αυτή ταραχή, η εσωτερική ανησυχία εμφανίζεται ως φόβος, λόγω της πλάνης που δημιουργείται, από τις λανθασμένες δοξασίες και τις αντιλήψεις που σχηματίζουν οι άνθρωποι τόσο για τη φύση του θανάτου και του πεπρωμένου της ψυχής, όσο και για τη φύση των πραγμάτων και του θεού. Για τον Επίκουρο ο ζωή του κάθε ανθρώπου οφείλει να τείνει προς την αναζήτηση και την επίτευξη της ευδαιμονίας, της μακαριότητας. Η άγνοια και η πλάνη , που προκαλούνται από τη λανθασμένη και αμφίσημη χρήση των λέξεων και οι λάθος εκτιμήσεις για τη φύση του κόσμου οδηγούν τους ανθρώπους στη δυστυχία. Κρίνεται σημαντικό λοιπόν, αφενός οι λεκτικές εκφράσεις και διατυπώσεις να εναρμονίζονται με την άμεση εμπειρία και αφετέρου να υπάρξει μια νέα προσέγγιση για την ερμηνεία του κόσμου. Όπως γράφει ο Louis Althusser: «Ο Επίκουρος μας εξηγεί ότι προτού σχηματιστεί ο κόσμος άπειρα ά – τομα έπεφταν παράλληλα στο κενό. Εξακολουθούν πάντα να πέφτουν. Γεγονός που συνεπάγεται ότι πριν από τον κόσμο δεν υπήρχε τίποτα, και συγχρόνως ότι όλα τα στοιχεία του κόσμου υπήρχαν από αμνημονεύτων χρόνων προτού υπάρξει οποιοσδήποτε κόσμος. Γεγονός που συνεπάγεται επίσης ότι προτού σχηματιστεί ο κόσμος δεν υπήρχε κανένα Νόημα, μήτε Αιτία, μήτε Τελικός σκοπός, μήτε Λόγος, μήτε ά – λογο[…]. Επέρχεται η παρέγκλιση. Η παρέγκλιση είναι μια απειροελάχιστη παρέκκλιση, «όσο μικρότερη γίνεται», η οποία λαμβάνει χώρα, «δεν γνωρίζουμε που, ούτε πότε και πως», και έχει ως αποτέλεσμα ένα ά – τομο να «παρεκκλίνει» από την κάθετη πτώση του στο κενό και, καθώς διακόπτει κατά σχεδόν μηδαμινό τρόπο την παραλληλία σε κάποιο σημείο να προκαλεί μια συνάντηση με το γειτονικό ά – τομο και από συνάντηση σε συνάντηση μια καραμπόλα, και τη γέννηση ενός κόσμου, δηλαδή του συμφύρματος α – τόμων που προκαλείται αλυσιδωτά από την πρώτη παρέκκλιση και την πρώτη συνάντηση. Ότι η απαρχή κάθε κόσμου, άρα κάθε πραγματικότητας και κάθε νοήματος, οφείλεται σε μια παρέκκλιση, ότι η Παρέκκλιση και όχι ο Λόγος ή η Αιτία είναι η απαρχή του κόσμου, δίνει μια ιδέα για την τόλμη που χαρακτηρίζει τη θέση του Επίκουρου».

www.grecobooks.com

Με βάση αυτή την κοσμοαντίληψη ο Επίκουρος αντικαθιστά τις καθολικές, πολυχρησιμοποιημένες, παραφθαρμένες και αμφίσημες έννοιες  του αγαθού (Καλού) και του δεινού (Κακού), με αυτές της ηδονής (καλού για μας) και του πόνου (κακού για μας). Όλα πλέον σχετικοποιούνται. Καμία θεϊκή ή άλλη ανώτερη αρχή, κανένας ηθικός νόμος και ηθική επιταγή δεν καθορίζουν το καλό για μας, εκτός από μια φυσική ροπή.  Όπως διαβάζουμε στην Επιστολή προς Μενοικέα: «Γι’ αυτό το λόγο αποκαλούμε την ηδονή αρχή και τέλος της μακάριας ζωής. Επειδή αναγνωρίζουμε την ηδονή ως το πρωταρχικό και έμφυτο σε μας αγαθό και ως την απαρχή κάθε προτίμησης και κάθε αποστροφής. Και σ’ αυτήν καταλήγουμε θεωρώντας την αίσθησή της ως κριτήριο για κάθε αγαθό». Η ηδονή στον Επίκουρο ταυτίζεται με οτιδήποτε το φυσικό, ενώ ο πόνος ονομάζεται αλλότριος ως προς τη φύση. Άρα η ηδονή και ο πόνος δεν προσεγγίζονται ως δύο στοιχεία αντίθετα αλλά ως αντιφατικά. Η ύπαρξη του ενός αποκλείει την ύπαρξη του άλλου. Η ηδονή συνιστά μια κατάφαση και ο πόνος μια άρνηση. Εκεί που η ηδονή είναι ενέργεια, ο πόνος γίνεται αντενέργεια. Βεβαίως ο Επίκουρος ξεκαθαρίζει πως: «Όταν, λοιπόν, λέμε ότι η ηδονή είναι ο σκοπός της ζωής, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων και τις αισθησιακές ηδονές, όπως νομίζουν κάποιοι που αγνοούν, διαφωνούν ή παρερμηνεύουν τις απόψεις μας. Εννοούμε την απουσία σωματικού πόνου και ψυχικής ταραχής. Γιατί την ευχάριστη ζωή δεν την κάνουν ούτε οι συνεχείς οινοποσίες και οι διασκεδάσεις, ούτε η απόλαυση αγοριών και κοριτσιών ή ψαριών και όσων άλλων προσφέρει ένα πολυτελές τραπέζι, αλλά ο νηφάλιος στοχασμός, ο οποίος αναζητά τις αιτίες κάθε προτίμησης και κάθε αποστροφής και απομακρύνει τις δοξασίες που προκαλούν μεγάλη σύγχυση στην ψυχή».

Πιο κοντά στην ευδαιμονία βρίσκεται ο αυτάρκης άνθρωπος, που ακολουθεί με φρόνηση τις φυσικές του ανάγκες, οι οποίες μπορούν να ικανοποιηθούν με τα απλούστερα μέσα: «Θεωρούμε ότι η αυτάρκεια είναι μέγιστο αγαθό, όχι για να μένουμε ευχαριστημένοι πάντοτε με τα λίγα, αλλά για να μπορούμε, όταν δεν έχουμε πολλά, να αρκούμαστε στα λίγα, με την ακράδαντη πεποίθηση ότι την πολυτέλεια την απολαμβάνουν ηδονικότερα εκείνοι που την έχουν μικρότερη ανάγκη και ότι κάθε τι φυσικό το αποκτούμε εύκολα, ενώ το μάταιο δύσκολα. Γιατί, όταν έχει εξαλειφθεί ο πόνος της έλλειψης, η λιτή τροφή μας δίνει την ίδια ηδονή με τα πλούσια γεύματα. Και το ψωμί και το νερό φέρνουν την υπέρτατη ηδονή, όταν προσφερθούν σε κάποιον τη στιγμή που τα χρειάζεται. Το να συνηθίζει, λοιπόν, κανείς στην απλή κι όχι στην πολυτελή διατροφή και βελτιώνει την υγεία και καθιστά τον άνθρωπο ακούραστο στις υποχρεώσεις της ζωής. Κι όταν πότε πότε προσερχόμαστε σε πολυτελή γεύματα, μας προδιαθέτει καλύτερα για αυτά και ακόμα μας προετοιμάζει να αντιμετωπίζουμε χωρίς φόβο τις μεταστροφές της τύχης».

Εξάλειψη του φόβου, μακαριότητα, αναζήτηση του καλού ως συγκεκριμένου και μονοσήμαντου και αποφυγή του κακού, σαφήνεια και γνώση, φιλία και επι – κοινωνία οδηγούν τον άνθρωπο στην αταραξία και στο βίωμα μιας μακάριας ζωής, ανεπηρέαστης από τη φθορά και το μεταβλητό της καθημερινότητας. Όπως γλαφυρά αναφέρει ο Λουκρήτιος στο De rerum natura: «Ευχάριστη αίσθηση να βλέπεις από τη στεριά τις σκληρές δοκιμασίες του άλλου μες στην απέραντη φουρτουνιασμένη θάλασσα, την ώρα που λυσσομανούν οι άνεμοι. Όχι βέβαια γιατί ηδονίζεσαι με τα ξένα βάσανα, μα γιατί είναι ευχάριστο να βλέπεις από τι δεινά έχεις γλυτώσει εσύ ο ίδιος. Όπως ευχάριστο είναι να βλέπεις μάχες σφοδρές να μαίνονται πέρα στους κάμπους, χωρίς να σ’ αγγίζει ο κίνδυνος. Τίποτε όμως δεν είναι πιο γλυκό από το να είσαι θρονιασμένος στους γαλήνιους ναούς που οχύρωσε στα ύψη η διδασκαλία των σοφών, κι από κει σκύβοντας να ρίχνεις το βλέμμα στους ανθρώπους και να τους βλέπεις να τρέχουν πέρα δώθε, ψάχνοντας στα τυφλά το δρόμο της ζωής, να συναγωνίζονται σε εξυπνάδα, να μαλώνουν για την ευγενή τους καταγωγή, να μοχθούν μέρα και νύχτα και να τσακίζονται να σκαρφαλώσουν στην κορυφή του πλούτου ή να κατακτήσουν την εξουσία. Ω κακόμοιρα ανθρώπινα μυαλά και τυφλωμένες καρδιές! Σε τι σκοτάδια, σε τι κινδύνους κυλάει ο λίγος χρόνος της ζωής σας! Δεν ακούτε λοιπόν την κραυγή της φύσης που διαλαλεί την επιθυμία της, από το κορμί να φύγει κάθε πόνος, και το πνεύμα να νιώσει ευδαιμονία, ελεύθερο από έγνοιες και αγωνίες;». 

Στο θεώρημα 68 της Ηθικής του Baruch Spinoza διαβάζουμε: «Αν οι άνθρωποι γεννιόνταν ελεύθεροι, δεν θα σχημάτιζαν καμία έννοια του καλού ή του κακού επί όσο καιρό θα ήταν ελεύθεροι». Οι άνθρωποι όμως σε αντίθεση με όσα προσφιλώς δηλώνουν  και επιδιώκουν, κάθε άλλο παρά ελεύθεροι είναι. Όλοι καταχρώνται την έννοια της ελευθερίας, την επικαλούνται και είναι έτοιμοι να θυσιαστούν για αυτή χωρίς να την έχουν ορίσει ευκρινώς. Όπως περιγράφει ο Gilles Deleuze: «Η ελευθερία είναι θεμελιώδης ψευδαίσθηση της συνείδησης, στο μέτρο που η συνείδηση αγνοεί τις αιτίες, φαντάζεται δυνατότητες ή τυχαιότητες και πιστεύει στην εθελούσια επενέργεια της ψυχής στο σώμα». Σύμφωνα με το Spinoza μόνο ο Θεός είναι ελεύθερος καθόσον είναι αυταίτιος, απολύτως άπειρος και αποτελεί αναγκαία την αιτία όλων των πραγμάτων. Οι άνθρωποι ως πεπερασμένοι τρόπου που είναι υπάγονται πάντα σε σχέσεις, σε εξωτερικές συναντήσεις. Πάντα θα υπάρχουν σώματα ισχυρότερα από τα δικά μας. Πάντα θα υπάρχουν σκέψεις δυνατότερες από τις δικές μας. Όταν λοιπόν ο άνθρωπος έχει μια συνάντηση με ένα ‘’σώμα’’ (ένα σύμμαχο , ένα φίλο ή μια θρεπτική τροφή) ή με μια ιδέα η οποία συμφωνεί και συντίθεται με τη φύση του και τον ενδυναμώνει, τότε αντλεί χαρά. Αντίθετα κάθε συνάντηση που αντιτίθεται στη φύση του ( όπως ένας ιός, ένα δηλητήριο, μια διαφορετική ιδέα ή ένας επίδοξος δολοφόνος), μπορεί να τον αποσυνθέσει, να καταστρέψει τη συνοχή των μερών του ή να τον αποδυναμώσει, προκαλεί στον άνθρωπο λύπη. Αν ο Επίκουρος αντικατέστησε το Καλό και το Κακό , με την ηδονή και τον πόνο, ο Spinoza τα αντικαθιστά με τη χαρά και τη λύπη. Ο καλός για μας είναι αυτός που μας προκαλεί χαρά, συνενώνεται με τη φύση μας, μας ενδυναμώνει και αυξάνει τη δύναμή μας να ενεργούμε. Αντίθετα όποιος μας προκαλεί λύπη, εναντιώνεται στην υπάρχουσα φύση μας, την αποδυναμώνει και μειώνει τη δύναμή μας να ενεργούμε, χαρακτηρίζεται κακός.

Σοβαρό λόγο για την ανελευθερία, για τη σκλαβιά των ανθρώπων αποτελεί η άγνοια των αιτιών αυτών των συναντήσεων και η συνακόλουθη μη οργάνωσή τους. Ο άνθρωπος αγνοεί τη λειτουργία του σώματός του και της σκέψης του, αγνοεί τις εσώτερες αιτίες των πραγμάτων και δέχεται μόνο τα αποτελέσματα. Και όχι μόνο αυτό αλλά συγχέει τα αποτελέσματα με τις αιτίες και έτσι γίνεται έρμαιο ψευδαισθήσεων. Οι ψευδαισθήσεις αυτές προκαλούνται και από την αμφισημία των λέξεων, καθώς ο άνθρωπος συγχέει τους νόμους της φύσης των οποίων αγνοεί τις αιτίες, με διαταγές. Ο Spinoza θα καταγγείλει την τριπλή ψευδαίσθηση της συνείδησης. Ψευδαίσθηση των τελικών αιτιών, που συγχέει τις αιτίες με τα αποτελέσματα. Ψευδαίσθηση των ελεύθερων επιταγών, που θεωρεί πως η ψυχή εξουσιάζει το σώμα και θεολογική ψευδαίσθηση που συγχέει τους νόμους της φύσης με διαταγές και συνάγει από αυτή τη σύγχυση μελλοντικές επιβραβεύσεις και τιμωρίες.

Για το Spinoza λοιπόν δεν υπάρχει Καλό και Κακό μέσα στη φύση. Ο κόσμος δεν είναι ούτε καλός, ούτε κακός. Ο κόσμος είναι, υπάρχει. Υπάρχει μόνο καλό για μας και κακό για μας. Καλός χαρακτηρίζεται ο έλλογος αυτός που ξέρει να οργανώνεις τις συναντήσεις του και να αντλεί χαρά από τη διασύνδεση και την επικοινωνία, να γνωρίζει τις αιτίες μέσω της μονοσημίας των εκφράσεων και να δημιουργεί ενεργήματα και όχι πάθη, να κάνει τη ζωή τέχνη και να ζει σε κατάσταση μακαριότητας καθώς δοκιμάζει μόνο ενεργητικές διαθέσεις. Ο καλός γνωρίζει εμπειρικά πως είναι αιώνιος. Αντίθετα ο κακός είναι ο ά- λογος, ο α-νόητος, ο οποίος άγεται και φέρεται μέσα στα ομιχλώδη τοπία της τυχαιότητας και της άγνοιας, πάντα έρμαιο των ανοργάνωτων συναντήσεων, της μνησικακίας και των τύψεων, πάντα θιασώτης του θανάτου, δούλος της φαντασίας, της παθητικότητας και των παθητικών διαθέσεων, της λύπης και των λυπημένων παθών. Όπως σημειώνει ο Deleuze: «Ο Spinoza ακολουθεί βήμα προς βήμα την τρομακτική αλυσιδωτή σειρά των λυπημένων παθών: πρώτα η ίδια η λύπη, κατόπιν το μίσος, η αποστροφή, ο χλευασμός, ο φόβος, η απελπισία, η τύψη συνείδησης, ο οίκτος, η αγανάκτηση, ο φθόνος, η ταπεινότητα, η μετάνοια, η αυτοταπείνωση, η ντροπή, η νοσταλγία, η οργή, η εκδίκηση, η σκληρότητα… Η ανάλυσή του πηγαίνει τόσο μακριά ώστε, ακόμα και στην ελπίδα, ακόμα και στην ασφάλεια ξέρει να εντοπίζει αυτόν το σπόρο της λύπης που αρκεί για να τις μετατρέψει σε συναισθήματα σκλάβων. Η αληθινή πολιτεία προτείνει στους πολίτες την αγάπη για την ελευθερία μάλλον παρά την ελπίδα ανταμοιβής ή ακόμα και την ασφάλεια των αγαθών γιατί: στους σκλάβους και όχι στους ελεύθερους ανθρώπους, δίδονται αμοιβές για την καλή τους διαγωγή».

Στο έργο του Zur Genealogie der Moral ο Friedrich Nietzsche γράφει: «Πέραν του Καλού και του Κακού, αυτό τουλάχιστον δεν σημαίνει: πέραν του καλού για μας και του κακού για μας». Αν ο Spinoza και ο Επίκουρος ασκούν κριτική στην αμφίσημη χρήση των λέξεων και των εννοιών, ο Nietzsche προχωρά ακόμα πιο πέρα. « Το δικαίωμα των κυρίων, σύμφωνα με το οποίο δίνουν ονόματα, φθάνει τόσο μακριά ώστε μπορούμε να θεωρήσουμε την ίδια την προέλευση της γλώσσας ως πράξη αυθεντίας, που πηγάζει από αυτούς που κυριαρχούν. Είπαν: αυτό είναι το δείνα και το τάδε πράγμα, έχουν προσδέσει σε ένα αντικείμενο και σε ένα γεγονός το τάδε γλωσσικό στοιχείο, κι έτσι τα ιδιοποιήθηκαν». Ο Nietzsche προσεγγίζει τη γλώσσα ως ενεργό, ως μια πραγματική δραστηριότητα. Το νόημα μιας λέξη εξαρτάται κι αυτό από τις δυνάμεις που το σφετερίζονται. Η ίδια η έννοια του καλού δεν είναι ενιαία. «Την κατεύθυνση προς το σωστό δρόμο μου την έδωσε το εξής ερώτημα: ποιο είναι ακριβώς, από ετυμολογική άποψη, το νόημα των κατονομασιών της λέξης «καλός» στις διάφορες γλώσσες;[…] Η λέξη ἐσθλός που σχηματίστηκε για τη χρήση αυτή σημαίνει σύμφωνα με τη ρίζα της κάποιον που είναι, που έχει πραγματικότητα, που είναι πραγματικός, που είναι αληθινός. Ύστερα μέσω της υποκειμενικής μεταστροφής, ο αληθινός γίνεται φιλαλήθης».

Για τον Nietzsche ο ‘’κακός ‘’ είναι ο δούλος, ό άνθρωπος την μνησικακίας, της κακής συνείδησης, των κατεστημένων, νεκρών αξιών και των αντενεργών δυνάμεων του αρνητικού και της λύπης. Ο κακός συγκρίνεται με τους γύρω του και δημιουργεί την ψευδεπίγραφη θετικότητα του από την αρνητικότητα που προσάπτει στον άλλο. Αντίθετα ‘’καλός’’, λέγεται ο ελεύθερος, ο καταφατικός, ο άνθρωπος των νέων αξιών που δε χρειάζεται να συγκριθεί: «Αυτός συνειδητοποιεί ότι απονέμει τιμή στα πράγματα, ότι δημιουργεί τις αξίες. Όλα όσα βρίσκει στον εαυτό του, τα τιμά. Μια τέτοια ηθική συνίσταται στην εξύμνηση του εαυτού. Θέτει σε πρώτο πλάνο το αίσθημα της πληρότητας, της ισχύος που θέλει να υπερβεί τα όρια, την ευμάρεια μιας υψηλής εσώτερης έντασης, τη συνείδηση ενός πλούτου που θέλει να δώσει και να σπαταληθεί». Ο καλός είναι ο άνθρωπος των ενεργών δυνάμεων και της χαράς. «Η πρακτική διδαχή του Nietzsche είναι ότι η διαφορά είναι ευτύχημα, ότι το πολλαπλό, το γίγνεσθαι, το τυχαίο επαρκούν από μόνα τους ως αντικείμενα χαράς. Ότι μόνο η χαρά επιστρέφει. Το πολλαπλό, το γίγνεσθαι, το τυχαίο είναι η καθαυτό φιλοσοφική χαρά, όπου το εν χαίρεται για τον ίδιο τον εαυτό του, και επίσης το είναι και η αναγκαιότητα».

Ποιος μπορεί να ορίσει το καλό; Ποιος μπορεί να ορίσει το κακό; Ποιος καταφέρνει να ορίσει τη σχέση τους; Κάποιες φορές οι κοινωνίες βρίσκουν τις λύσεις πέρα από τα σχήματα, πέρα από τις αξίες, πέρα από τα ονόματα. Ο Lyall Watson εξηγεί πώς αντιμετωπίζουν το φόνο οι Ασμάτ στο Ίριαν της Νέας Γουινέας: «Οι Ασμάτ διασφαλίζουν ότι ο φόνος θα έχει άμεσες προσωπικές συνέπειες για τον δολοφόνο, ο οποίος όχι μόνο παίρνει το όνομα του θύματός του αλλά επωμίζεται και τις ευθύνες και τις σχέσεις αυτού του ατόμου. Αποτέλεσμα: κανένας άνθρωπος στο Δέλτα του Ίριαν δεν διαπράττει φόνο ελαφρά τη καρδία. Ο φόνος δεν είναι απλώς κάτι που κάνεις σε κάποιον άλλον. Είναι κάτι που κάνεις στον εαυτό σου. Είναι ένα φορτίο που θα το αποδεχτείς μόνο ύστερα από αρκετή σκέψη». Στους αέναους κύκλους της αιώνιας επιστροφής, όπου μόνο η χαρά επιστρέφει τα σχήματα δείχνουν να χάνουν τη σημασία τους. Το διαφορετικό εξαφανίζεται μέσα στο ένα, μέσα στην έκσταση παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος. Η ιστορία του ανθρώπου ως ιστορία του κόσμου. Η ιστορία του κόσμου ως ιστορία του ανθρώπου. «Σε τι διαφέρει το ναι από το όχι; Σε τι διαφέρει το καλό από το κακό; Γιατί να φοβάμαι ότι φοβούνται οι άλλοι; Τι ανοησία!».    

 

 

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΤο Τέρας της Μισαλλοδοξίας
Επόμενο άρθροA Dream

Το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.